Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

ΚΙΡΑΝΑ -Η χώρα του αλλού- 2ο Μερος- Το ταξίδι

  2ο μέρος  
                                                     Το ταξίδι 




Κάθε βράδυ είχαν συνάντηση στο κρησφύγετό τους. Ήταν μια σπηλιά, που την είχε ανακαλύψει η Κίρα όταν τυχαία έκανε βόλτα με το ποδήλατό της στην περιοχή αυτή. Είχε ακολουθήσει ένα αδέσποτο σκυλί στην παραλία και αυτό την οδήγησε μέσα στη σπηλιά που ήταν αδύνατον να τη βρει κανείς με γυμνό μάτι. Είχε, γύρω, στα δέκα μέτρα βάθος και πέντε μέτρα από την είσοδο της σπηλιάς έσκαγε η θάλασσα. Εκεί συνήθιζαν τα βράδια να αναλύουν και να επεξεργάζονται τις πληροφορίες που είχαν μαζέψει την ημέρα.
          Η βραδυνή τους συνάντηση γινόταν στις οκτώ. Και ήταν πάντοτε, όλοι τους, στην ώρα τους. Χωρίς καμία καθυστέρηση. Ένα βράδυ, όμως, η Κίρα άργησε χωρίς να έχει ειδοποιήσει κανέναν πριν. Αυτό τους φάνηκε περίεργο στην αρχή αλλά δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία. Θεώρησαν ότι κάτι θα της είχε τύχει. Την περίμεναν για λίγο και αφού είδαν ότι δεν ερχόταν, ο Κοράν κήρυξε την έναρξη της συνάντησης λέγοντας ότι η Κίρα κάποιο πρόβλημα θα είχε και αργά ή γρήγορα θα εμφανιζόταν. Όμως η συνάντηση προχώρησε, δεν οδήγησε πουθενά και η Κίρα δεν είχε εμφανισθεί.            Έτσι αποφάσισαν να φύγουν. Θα έβρισκαν την Κίρα το πρωί και θα μάθαιναν νέα της. Αλλά την τελευταία στιγμή, η Κίρα, λαχανιασμένη, εμφανίσθηκε στην είσοδο της σπηλιάς. Τόσο λαχανιασμένη, που σχεδόν κόντεψε να λιποθυμήσει.
       - Ευτυχώς που σας πρόλαβα. Δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω και το ποδήλατό μου στο τέλος δεν τράβαγε. Κουράστηκα πολύ…
       Τη βοήθησαν να καθίσει στην πέτρα της, γιατί καθένας τους είχε την καρέκλα του. Βασικά την πέτρα του. Κάθε καρέκλα ήταν και μια πέτρα που είχε διαλέξει ο καθένας για τον εαυτό του, όπου με μπογιά είχε γράψει και το όνομά του. Αυτές οι καρέκλες τους είχαν τοποθετηθεί κυκλικά, ώστε να βλέπουν ο ένας τον άλλον. Την ιδέα την είχαν δανειστεί από το παραμύθι του Βασιλιά Αρθούρου και της στρογγυλής τράπεζας και είχαν φτιάξει και ένα στρογγυλό τραπέζι από ξύλο, το οποίο είχαν «κλέψει» από ένα ξυλουργείο. Για βάση του τραπεζιού είχαν χρησιμοποιήσει, τι άλλο από, διάφορες πέτρες!
          - Τι έγινε; τη ρώτησε ο Κοράν.
Όλοι είχαν ανοίξει διάπλατα τα αυτιά τους και περίμεναν την ιστορία της. Αισθανόντουσαν ότι η Κίρα κάτι σημαντικό είχε να τους πει. Εκείνη προσπαθούσε ακόμα να βρει το ρυθμό της. Έπαιρνε συνεχώς βαθιές αναπνοές και κάποια στιγμή άρχισε να τους διηγείται την ιστορία της.
         - Είχα πάρει το δρόμο του πάρκου με τις κόκκινες κούνιες και ένας γέρος, ένας πολύ όμορφος γέρος, με μούσι και πράσινα μάτια, καλοστεκούμενος, μου έκανε νόημα να σταματήσω. Καθόταν σε ένα παγκάκι και μου ζήτησε να κάτσω δίπλα του. Στην αρχή κίνησα να φύγω αλλά τότε μου φώναξε ότι αν ήθελα να βρω την Κιράνα θα έπρεπε να ακούσω την ιστορία του. Συγκλονίστηκα και για μια στιγμή τα έχασα. Αλλά αποφάσισα να μείνω, γιατί το πρόσωπό του μου έλεγε να τον ακούσω. Ήταν μεγάλη ιστορία και νομίζω αληθινή. Για αυτό άργησα και ήθελα να σας προλάβω. Να σας την πω σήμερα. Είμαι χαρούμενη γιατί είμαι σίγουρη ότι ο δρόμος για την Κιράνα άνοιξε. Αλλού ψάχναμε και αλλού ήταν. Θέλετε να ακούσετε την ιστορία;
          Η ερώτηση, φυσικά, ήταν περιττή. Και βεβαίως η ώρα δεν είχε καμία σημασία. Είναι αυτό που λέμε, σταματά ο χρόνος μερικές φορές… Η Κίρα ξεκίνησε την ιστορία του γέρου. Στο τέλος όλοι είχαν μείνει άφωνοι.
         - Απίστευτο! Η Μάλι δεν μπόρεσε να κρατήσει κρυφό τον ενθουσιασμό της.
         - Αυτό δεν θα μπορούσε να το φανταστεί κανείς, συμπλήρωσε ο Ανος.
         - Αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή τότε δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Θα πρέπει αύριο το πρωί να μπει σε εφαρμογή η φάση νούμερο δύο, δηλαδή αμολάμε τις δικαιολογίες, παίρνουμε από ένα σάκο ο καθένας και φεύγουμε. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν αμέσως με τον Κοράν, εκτός από το Λίνο. Είχε τους δισταγμούς του.
         - Δεν ξέρω, δεν είμαι έτοιμος. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να φύγω από το σπίτι για αυτό το ταξίδι.
Έδειξε φανερά στενοχωρημένος. Και λέγοντας αυτό, γνώριζε ότι εκείνη τη στιγμή μόλις είχε παραβεί τη μεγαλύτερη υπόσχεση που είχε δώσει στη ζωή του. Ο Κοράν δεν άφησε κανένα να μιλήσει. Πήρε την πρωτοβουλία να θυμίσει στο Λίνο τις υποχρεώσεις του. Αυτό το θεώρησε, για εκείνη τη στιγμή, καθήκον του ως αρχηγός.
         - Η Σινίτρα είναι πάνω από όλα. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας και αυτό τον κανόνα δέχθηκες όταν έγινες μέλος της. Τον θυμάσαι; Δεν θέλω να σε πιέσω αλλά αυτό τον κανόνα τον δεχθήκαμε όλοι εδώ. Και σε αυτό τον κανόνα πιστεύουμε όλοι. Αν σπάσει αυτός ο κανόνας, τότε αυτή η παρέα θα διαλυθεί και η Σινίτρα δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Εξάλλου τι θα γίνει διαφορετικό για σένα από ότι θα γίνει για εμάς; Ότι και να γίνει όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Θα σε βοηθήσουμε. Στη Σινίτρα ό ένας βοηθάει τον άλλον. Λοιπόν, μήπως θέλεις να το ξανασκεφτείς;
Ο Λίνος είχε χαμηλώσει το κεφάλι του και με ένα ξύλο ζωγράφιζε διάφορα σχέδια στην άμμο της σπηλιάς. Μονολογούσε…
          - Έχει και ένα χέρι, ούτε αρκούδα δεν έχει τέτοιο χέρι…
Η Μάλι τον χάιδεψε στο κεφάλι και προσπάθησε να πάρει λίγη από τη στενοχώρια του.
          - Μη ζορίζεσαι. Σημασία έχει, ότι κάνουμε, να θέλουμε να το κάνουμε. Πολλές φορές τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Ο Κοράν έχει υποχρέωση να σου πει ότι σου είπε. Αλλά και μόνοι μας θα τα καταφέρουμε. Απλά σε χρειαζόμαστε. Και πάνω από όλα σε θέλουμε. Δεν βρίσκεσαι τυχαία στη Σινίτρα. Για να είσαι εδώ σημαίνει ότι κάτι έχεις να μας δώσεις και αυτό το χρειαζόμαστε. Αλλά και πάλι αν δεν μπορείς, θα το καταλάβουμε. Αλλά νομίζω ότι όποιος πραγματικά θέλει να κάνει κάτι, μπορεί και βρίσκει τον τρόπο για να το κάνει.
Ο Λίνος άρχισε να δακρύζει.
         - Θέλω πολύ να έρθω, το ξέρετε. Αλλά ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός. Σκέφτομαι το ξύλο που θα φάω μετά και δεν μου αρέσει. Οι δικοί σας γονείς το πολύ, πολύ να σας βάλουν μια τιμωρία, αλλά ο δικός μου ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Θα με σαπίσει στο ξύλο όταν γυρίσω.
        - Είσαι σίγουρος; Αν βρούμε την Κιράνα κανείς δεν θα τολμήσει να σε αγγίξει. Θα είμαστε τα ποιο διάσημα παιδιά στον κόσμο. Ούτε και αυτός ο πατέρας που λες θα τολμήσει να σε αγγίξει. Δεν πηγαίνουμε κάποιο τυχαίο ταξίδι. Την Κιράνα ψάχνουμε. Και ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει Κιράνα. Για σκέψου το λίγο.
Αυτή η προσέγγιση του Κοράν τον έκανε για μια στιγμή να ξεχάσει τις προηγούμενες σκέψεις και ήταν έτοιμος να δώσει το χέρι, αλλά μια ερώτηση του ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό.
         - Και αν δεν την βρούμε; Τι θα γίνει αν δεν την βρούμε; Τότε θα πέσει το ξύλο της αρκούδας. Και πραγματικά ο πατέρας μου είναι σαν αρκούδα και έχει και ένα χέρι που να σας λέω...
Τα παιδιά γέλασαν. Γνώριζαν τον πατέρα του και το χέρι του. Ο Λίνος στις περιγραφές του ήταν ακριβής. Έλεγε, ακριβώς, αυτό που εννοούσε. Οι εικόνες του ήταν, σχεδόν, πραγματικές.
          - Εντάξει. Αύριο το πρωί στις οκτώ εδώ. Με τους σάκους μας. Αν ο Λίνος δεν θελήσει να έρθει το καταλαβαίνουμε και θα ξεκινήσουμε οι υπόλοιποι. Αν όμως αποφασίσει να έρθει μαζί μας, τότε στις οκτώ. Οκτώ και δέκα έχουμε φύγει, αφού πρώτα βεβαιωθούμε ότι έχουμε πάρει ότι χρειαζόμαστε.
         Η απόφαση είχε παρθεί. Ο κύβος ερίφθη. Κίνησαν για το σπίτι τους, ο καθένας με το ποδήλατό του, όπως είχαν έρθει. Συνήθιζαν να φεύγουν ένας, ένας και όχι όλοι μαζί για να μην γίνονται «κράχτης». Τη σπηλιά δεν τη γνώριζε κανείς, εκτός από τα μέλη της Σινίτρα. Ήταν το μυστικό τους αρχηγείο. Εκεί πήγαινε, μόνο, όποιος είχε χρησθεί εκλεκτός. Όλοι τους, εκτός από το Λίνο, ανυπομονούσαν για την επόμενη μέρα και το βράδυ έμοιαζε ατέλειωτο. Τακτοποίησαν το σάκο τους και όπως συνήθιζαν, από άλλες αποστολές, τον φυγάδευσαν το βράδυ πριν κοιμηθούν και αφού είχαν σιγουρευτεί ότι οι δικοί τους είχαν πέσει για ύπνο. Για να μην τους δει κανείς. Ήταν συνήθης διαδικασία και ασφαλής…
         Η μόνη δυσαρμονία στη χαρά αυτής της διαδικασίας ήταν ο Λίνος, που δεν κοιμήθηκε καθόλου γιατί στο μυαλό του στροβίλιζε το δίλημμα. Ήξερε, όμως, ότι την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Για καλό και για κακό, όμως, ετοίμασε το σάκο του και τον φυγάδευσε κι αυτός. Την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Το πρωί.
Την άλλη μέρα, στις οκτώ, όπως είχαν συμφωνήσει, οι τέσσερίς τους ήταν στη σπηλιά. Ο Κοράν έδωσε τις τελευταίες «εντολές.»
          - Ανοίγουμε τους σάκους και κοιτάζουμε τι έχουμε μέσα. Αν λείπει κάτι που δεν είναι απαραίτητα χρήσιμο ξεκινάμε για το ταξίδι. Αν όχι, κοιτάζουμε μήπως η έλλειψη μπορεί να καλυφθεί από κάποιο άλλο μέλος. Αν είναι πολύ απαραίτητο τότε σε μισή ώρα ξαναβρισκόμαστε εδώ.
           Μετά τον καθιερωμένο έλεγχο προέκυψε ότι τα πράγματα ήταν σωστά και δεν υπήρχαν ελλείψεις. Ο Λίνος όμως δεν είχε έρθει. Αυτό τους στενοχώρησε. Ζήτησαν από τον Κοράν να τον περιμένουν για λίγο. Ο Κοράν κούνησε το κεφάλι του και τους είπε.
          - Αν ήταν θα είχε έρθει. Κι εγώ στενοχωριέμαι αλλά δεν έχουμε χρόνο. Δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε και φεύγουμε.
Δεν ήταν λιγότερο στενοχωρημένος από τους άλλους, αλλά δεν ήταν τυχαία ο αρχηγός τους. Όλοι τους είχαν την ίδια αίσθηση. Άφηναν πίσω ένα κομμάτι τους. Ποτέ στο παρελθόν, από τότε που είχε ιδρυθεί η Σινίτρα, δεν είχε απουσιάσει μέλος της από αποστολή. Οι αποστολές της Σινίτρα ήταν ιερές. Και αυτή ήταν πάνω από όλες. Έτσι αισθανόντουσαν σε αυτή την παρέα. Όλοι μαζί ενωμένοι και αν κάποιος έλειπε, ένα δικό τους κομμάτι έλειπε. Ο Κοράν θεώρησε σωστό να πει κάτι ακόμα.
           - Και μόνο που αισθανόμαστε έτσι ο ένας για τον άλλον σημαίνει ότι η Σινίτρα είναι μια παρέα που μπορεί να λειτουργήσει και με ένα μόνο μέλος της σαν να λειτουργούσε με όλα μαζί. Αυτή η σκέψη μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί κάτι άλλο αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να γίνει.
Βγαίνοντας από τη σπηλιά, όμως, τους περίμενε μια έκπληξη. Ο Λίνος καθόταν σε ένα βράχο και πετούσε πέτρες στη θάλασσα. Η Μάλι έτρεξε κοντά του.
            - Πόση ώρα είσαι εδώ;
            - Δεν ξέρω, νομίζω λίγη. Δεν ήθελα να μπω στη σπηλιά.
            - θα έρθεις μαζί μας; τον ρώτησε η Κίρα.
             - Για να είμαι εδώ.
Το αποφάσισε, αλλά με βαριά καρδιά. Ο Κοράν τον σκούντησε στον ώμο.
             - Σήκω. Αν είναι να φας ξύλο μετά, τουλάχιστον κοίταξε να αξίζει τον κόπο και έλα να ευχαριστηθείς το ταξίδι. Τότε θα αξίζει το ξύλο που θα φας. Αν είναι να σκέφτεσαι το ξύλο που θα φας και χάσεις την περιπέτεια, τότε δεν θα αξίζει το ξύλο που θα φας. Αν το φας. Εμπρός πάμε.
Ο Κοράν χαμογελούσε, όπως και όλοι τους. Η παρέα ξεκινούσε πλήρης!!!
            - Θα πάρουμε ποδήλατα; ρώτησε η Κίρα.
            - Σε αυτή την αποστολή νομίζω ότι τα πόδια μας είναι ότι ποιο χρήσιμο έχουμε. Τα ποδήλατα θα μας δημιουργήσουν δυσκολίες. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν με τον Κοράν, άφησαν τα ποδήλατά τους στη σπηλιά και κίνησαν με τα πόδια. Ο Κοράν έκανε μια ερώτηση στην Κίρα.
             - Τι σου είπε ο γέρος για τη χώρα του Σεμπίν;
             - Κάθε βράδυ, στις εννιά, στη δυτική πλευρά της πόλης, εκεί όπου ο βράχος σκεπάζει τη θάλασσα σαν μπαλκόνι, εμφανίζεται το άρμα του Μοκίρ. Αυτό το άρμα δεν το έχει δει κανείς μέχρι σήμερα, όμως. Αλλά όποιος μπορέσει να το δει, με τα δώδεκα λευκά άλογα και το καλέσει, τότε το άρμα έρχεται και τον παίρνει και τον ταξιδεύει στη χώρα του Σεμπίν. Αυτό μου είπε.
              - Τότε ξεκινάμε για τη δυτική πλευρά της πόλης, για το βράχο. Θα πρέπει στις εννιά η ώρα, ακριβώς, να είμαστε εκεί. Και τι είπε ο γέρος ότι πρέπει να κάνουμε για να δούμε το άρμα του Μοκίρ;
              - Δεν θυμάμαι ακριβώς Κοράν. Νομίζω πως είπε ότι, το άρμα του Μοκίρ μπορεί να το δει μόνο όποιος κατορθώσει να απαντήσει σε μια ερώτηση που θα κάνει στον εαυτό του εκείνη την ώρα. Ο Μοκίρ θα ακούσει την απάντησή του και αν αυτή είναι σωστή, τότε θα κάνει την εμφάνισή του.
Ο Κοράν προβληματίσθηκε. Έπειτα τη ρώτησε.
            - Και ποια είναι η ερώτηση Κίρα που πρέπει να απαντηθεί; Θα πρέπει να την ξέρουμε από τώρα για να τη σκεφτούμε σε όλη τη διαδρομή. Τη θυμάσαι με σιγουριά; Γιατί λάθος ερώτηση σημαίνει και λάθος απάντηση.
            - Ναι, αυτή τη θυμάμαι. Είμαι σίγουρη, δηλαδή. Είναι περίεργη ερώτηση. Δεν ξέρω αν θα μπορέσει κανείς μας να βρει την απάντηση. Εγώ τη σκέφτομαι από χθες το βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω κάποια απάντηση.
            - Πες την, θα τη σκεφτούμε και ο καθένας θα δώσει τη δική του απάντηση. Στο τέλος θα διαλέξουμε ποια θα δώσουμε.
Σε αυτή τη δήλωση του Κοράν συμφώνησαν όλοι. Η Κίρα τους είπε την ερώτηση που της είχε δώσει ο γέρος.
            - Τι είναι ποιο βαρύ από όλο το σίδερο της γης και κόβεται χωρίς κανένα απολύτως εργαλείο; Αυτή ήταν η ερώτηση που μου είπε ο γέρος και μου είπε ότι έχουμε μόνο μια ευκαιρία, δεύτερη δεν υπάρχει.
    Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους και πραγματικά κατάλαβαν ότι αυτή η ερώτηση ήταν πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Μια πολύ δύσκολη ερώτηση στην αρχή του ταξιδιού τους και αυτή θα έπρεπε να την απαντήσουν αν ήθελαν να φτάσουν στη χώρα του Σεμπίν με το άρμα του Μοκίρ. Και για αυτό είχαν μόνο δώδεκα ώρες μέχρι να φτάσουν στο βράχο. Δώδεκα ώρες ταξιδιού, που η απάντηση σε ένα γρίφο θα ‘βασάνιζε’ το μυαλό τους. Μια απάντηση που θα τους άνοιγε το δρόμο για τη μαγική Κιράνα. Αλλά και αυτή η σκέψη θα τους συνόδευε τις πρώτες αυτές ώρες. Αν τα κατάφερναν, τότε η Σινίτρα έμπαινε σε ένα ιστορικό χωρόχρονο. Στο χωρόχρονο της Κιράνα.
          - Η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι πραγματικά πολύ δύσκολη. Αλλά μην πιέζετε τον εαυτό σας, απλά προσπαθήστε να βρείτε μερικές απαντήσεις. Όσο χαζές και αν νομίζετε ότι είναι, να τις πείτε. Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται μέσα μας και πιστεύω ότι, τελικά, θα κατορθώσουμε να τη βρούμε. Αλλά και πάλι αν δεν γίνει, δεν έγινε και τίποτε. Δεν έχουμε να χάσουμε απολύτως τίποτε, μπορεί όμως να κερδίσουμε κάτι. Αυτό να σκέφτεστε και ότι απαντήσεις δώσετε να τις θυμάστε για να τις έχουμε πρόχειρες και γρήγορες για να διαλέξουμε. Προς το παρόν έχουμε δώδεκα ώρες για να φτάσουμε στο βράχο.
           Αυτή ήταν η κατεύθυνση του αρχηγού τους. Όχι και άσχημη για ένα παιδί δώδεκα ετών. Όχι και άσχημη.
           Το ταξίδι τους για το βράχο περνούσε μέσα από την πόλη και μερικά χιλιόμετρα από τα δυτικά της προάστια. Εκείνη τη μέρα , παρά το γεγονός ότι σκεφτόντουσαν διαρκώς την ερώτηση του γέρου, παρατηρούσαν τα γεγονότα γύρω τους με ένα διαφορετικό μάτι. Κάποια στιγμή μια νεαρή μητέρα μάλωνε το μικρό της κοριτσάκι γιατί της είχε ξεφύγει και κόντεψε να περάσει το δρόμο, όπου πιθανόν να την πατούσε ένα αυτοκίνητο. Ο τρόπος που η μητέρα μάλωσε το κοριτσάκι της ήταν άσχημος. Αυτό τους τράβηξε την προσοχή.
           - Το είδατε αυτό; ρώτησε ο Λίνος.
           - Το είδαμε, απάντησαν όλοι μαζί.
           - Και τι έχετε να πείτε; Τι φταίει το κοριτσάκι; Δεν ξέρει ότι είναι δρόμος. Αν το ήξερε δεν θα προσπαθούσε να τον περάσει. Ηλίθιες μητέρες. Έτσι ξεκινάει πάντα.
           - Μην σκέφτεσαι συνέχεια τον πατέρα σου και το ξύλο που θα φας. Τέλειωσε αυτό. Τώρα πηγαίνουμε στο βράχο και έχουμε να απαντήσουμε σε μια πολύ σοβαρή ερώτηση. Αν σκέφτεσαι τον πατέρα σου δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτε. Και σε χρειαζόμαστε. Ο καθένας χρειάζεται τη σκέψη του άλλου.
             Όλοι συμφώνησαν με τον Άνο και ο Λίνος προσπάθησε να ξεφύγει από την εικόνα του ξύλου που θα έτρωγε όταν θα γύριζε, αλλά τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την ημέρα δεν τον άφησαν σε ησυχία. Συνέχεια του το θύμιζαν…
            Παρακάτω ένας πατέρας έδερνε το γιο του γιατί είχε πέσει με το ποδήλατό του πάνω σε μια γριά και την είχε τραυματίσει. Δεν την είχε δει και ο μικρός προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι δεν την είχε δει.
           - Είσαι στραβός; Ολόκληρος άνθρωπος ήταν μπροστά σου. Που είναι το μυαλό σου; Το έχεις χάσει τελευταία.., και δως του ξύλο ο πατέρας στο γιο.
           Ο Λίνος τρόμαξε με αυτή την εικόνα και για μια στιγμή σκέφθηκε να το βάλει στα πόδια και να γυρίσει πίσω. Τελικά στο τέλος όλοι άρχισαν να γελάνε με αυτή την κατάσταση και να διακωμωδούν την «κατάρα» του φίλου τους. Άρχισαν και τα πειράγματα. Πως θα γινόταν διαφορετικά; Δεν άκουγε σοβαρά, δεν άκουγε φιλικά, δεν άκουγε με τον οποιονδήποτε τρόπο. Ε! Καιρός ήταν λοιπόν να δοκιμάσουν και κάτι διαφορετικό και πράγματά τα πειράγματά τους είχαν καλύτερο αποτέλεσμα.
          - Μέχρι να φτάσουμε στο βράχο ο Λίνος θα το έχει φάει ήδη το ξύλο, χωρίς ο πατέρας του να τον έχει ακουμπήσει καν…
          Με αυτή τη σκέψη του Κοράν, όλοι γέλασαν με την ψυχή τους, ακόμα και ο Λίνος. Και πράγματι στη διαδρομή δεν ήταν και λίγες οι περιπτώσεις όπου οι γονείς μάλωναν τα παιδιά τους για τις ζαβολιές τους. Φτάνοντας στην άκρη της δυτικής πλευράς της πόλης και παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο προς το βράχο είχε πέσει ήδη νωρίς το απόγευμα. Τα παιδιά δεν είχαν ρολόι μαζί τους και σκέφθηκαν να ρωτήσουν την ώρα. Ήταν τέσσερις το απόγευμα.
           - Έχουμε πέντε ώρες ακόμα, είπε ο Κοράν.
           - Νομίζω ότι φτάνουν… Η Κίρα έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε. «Μέχρι το βράχο είναι ακόμα δυο ώρες. Μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο και να πούμε μερικά πράγματα. Τι έχει σκεφτεί ο καθένας.»
           - Έτσι λέω και εγώ. Νομίζω ότι ξέρω που είναι ο βράχος. Υπάρχει ένας χωματόδρομος που περνάει μέσα από ένα μικρό ύψωμα και οδηγεί εκεί. Εξάλλου αισθάνομαι πολύ κουρασμένη.
         Η Μάλι, χωρίς να περιμένει την αντίδραση των άλλων, έβγαλε το σακίδιο από τον ώμο της και έκατσε στην άκρη του δρόμου κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να τρίβει τα πόδια της.
          - Δεν είσαι πολύ μικρή ακόμα για να το κάνεις αυτό;
          - Ξέρω, ξέρω Κίρα και εγώ σε αγαπάω μην ανησυχείς. Άλλωστε δεν νομίζω ότι θα πεθάνω. Κάτι άλλο πρέπει να υπάρχει εκτός από το θάνατο. Διαφορετικά δεν θα έψαχναν όλοι για την αθανασία. Απλά και για εκεί δεν γνωρίζουν το δρόμο, όπως δεν τον γνωρίζουν για την Κιράνα.                                 
Όλοι χαμογέλασαν με αυτή τη σκέψη της Μάλι. Είχε καλό μυαλό και πολλές φορές τους είχε φανεί χρήσιμο. Όταν κάθισαν ο Κοράν είπε πρώτος τη σκέψη του.
- Ποιο βαρύ από το σίδερο και να κόβεται χωρίς κανένα εργαλείο δεν υπάρχει. Ότι είναι ποιο βαρύ από το σίδερο δεν μπορεί να κοπεί χωρίς εργαλείο. Η γνώμη μου λοιπόν στην απάντηση αυτή είναι ότι, αυτό που ζήτησε ο γέρος να απαντήσουμε δεν υπάρχει. Είναι τίποτα, δεν υπάρχει. Νομίζω ότι η απάντηση είναι το τίποτα.
- Δεν συμφωνώ… Ο Άνος βιάστηκε να πάρει το λόγο και χωρίς να αφήσει κανέναν να τον διακόψει συνέχισε… «Υπάρχει κάτι που είναι ποιο βαρύ από σίδερο και για να το κόψεις δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο. Το σκέφτομαι όση ώρα περπατάμε και νομίζω ότι έχω βρει την απάντηση.» Έκανε μια παύση. Όλοι περίμεναν με αγωνία τη συνέχεια. «Η πέτρα. Η πέτρα είναι ποιο βαριά από σίδερο και δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο για να τη σπάσεις. Μπορείς να τη σπάσεις με μια ποιο βαριά πέτρα ή μπορείς να την πετάξεις και θα σπάσει μόνη της. Νομίζω ότι η απάντηση είναι η πέτρα. Υπάρχουν πολλές πέτρες και σίγουρα θα υπάρχουν και πέτρες που είναι ποιο βαριές από όσο σίδερο υπάρχει. Και αν αυτές τις πέτρες τις πετάξεις πάνω από ένα βουνό θα σπάσουν και έτσι δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις κανένα απολύτως εργαλείο. Νομίζω ότι η απάντηση στην ερώτησή μας είναι η πέτρα.»
Βρήκαν τη σκέψη αυτή λογική. Ίσως να είχαν την απάντησή τους και μάλιστα τέσσερις ώρες πριν την κρίσιμη στιγμή. Η Μάλι και η Κίρα βιάσθηκαν να συμφωνήσουν με τον Ανο. Το ίδιο και ο Λίνος αλλά ο Κοράν είχε τις αμφιβολίες του. Ήταν προβληματισμένος.
- Την κρατάμε την απάντηση αυτή αλλά θα προσπαθήσουμε και για καλύτερη. Άλλωστε μέχρι αυτή τη στιγμή μόνο αυτή την απάντηση έχουμε. Αν δεν υπάρξει καλύτερη, τότε αυτή την απάντηση θα δώσουμε και θα τη δώσει για όλους μας ο Ανος. Αλλά συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε γιατί κάτι μέσα μου, μου λέει ότι δεν είναι αυτή η απάντηση που χρειαζόμαστε. Κάτι τέτοιο αισθάνομαι...
Τα πρόσωπα των παιδιών συνοφρυώθηκαν γιατί το ένστικτο του Κοράν δεν έπεφτε έξω, συνήθως. Νόμιζαν ότι είχαν βρει την απάντηση, ονειρεύτηκαν τους εαυτούς τους να ταξιδεύουν για τη μαγική χώρα του Σεμπίν, αλλά αυτή η στιγμή κράτησε πολύ λίγο. Η θέση του αρχηγού τους, τους κλόνισε. Νόμισαν ότι ήταν έτοιμοι να πετάξουν πάνω από τα σύννεφα καβάλα σε ένα κατάλευκο άρμα που θα το έσερναν δώδεκα λευκά άλογα. Νόμισαν ότι θα βρισκόντουσαν από τη μια στιγμή στην άλλη στη χώρα του Σεμπίν που κατά το γέρο ήταν μια όμορφη παράξενη χώρα που θα τους οδηγούσε στην Κιράνα. Νόμισαν ότι είχαν φτάσει στο τέλος αυτού του γρίφου και ξαφνικά ο αγαπημένος τους αρχηγός τους έδωσε την πραγματική εικόνα. Απλά, νόμισαν. Δεν ήταν σίγουροι, νόμισαν. Και θα έπρεπε να το θυμούνται αυτό γιατί μια λάθος απάντηση στην αρχή θα τους οδηγούσε ξανά πίσω. Εκεί από όπου ξεκίνησαν. Και όλα αυτά τα χιλιόμετρα και ο κόπος των τελευταίων ημερών θα πήγαινε τελείως χαμένος. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον, έψαξαν για άλλες απαντήσεις, αλλά άλλες απαντήσεις δεν υπήρχαν. Τουλάχιστον εκείνη η στιγμή. Το καλό, όμως, ήταν ότι η στιγμή της απάντησης δεν είχε έρθει ακόμα. Με αυτή την έννοια ο χρόνος ήταν ακόμα με το μέρος τους!
Ο Λίνος μονολόγησε κάτι και κατσούφιασε.
- Τι είπες; τον ρώτησε η Κίρα.
- Σκέφτομαι το χέρι του. Μια αρκούδα έχει ελαφρύτερο χέρι. Είναι βαρύ σαν σίδερο και αυτό δεν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις.
- Αυτό και αν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις, φώναξε γελώντας η Μάλι και συνέχισε. «Λέτε η απάντηση να είναι το χέρι του πατέρα του Λίνου;». Αυτό το αστείο έδωσε καινούργια πνοή στην παρέα. Τη χρειαζόντουσαν.
Ο Κοράν ήταν σκεφτικός. Ποιο σκεφτικός από τις προηγούμενες φορές. Ίσως κάτι είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στο μυαλό του. Ίσως κάτι περίεργο αλλά τόσο αληθινό που κανείς δεν θα μπορούσε να το δει πέρα από την παιδική φαντασία. Θα το στεφόταν για τις επόμενες δύο ώρες που χρειαζόταν για να φτάσει στο βράχο. Ίσως, ποιος ήξερε, ίσως ο γέρος να γνώριζε πολύ καλά τι έλεγε. Ίσως, αλλά αυτή του τη σκέψη, θα τους την έλεγε μόνο την τελευταία στιγμή. Και εφόσον δεν υπήρχε κάτι άλλο ποιο λογικό!!! Μετά από δυο ώρες περπάτημα έφτασαν στο χωματόδρομο για τον οποίο τους είχαν μιλήσει τα κορίτσια. Ήταν ένας μικρός δρομάκος που περνούσε μέσα από ένα ύψωμα ακριβώς δίπλα στη θάλασσα. Στην αρχή του δρόμου ένας άλλος γέρος καθόταν και χάζευε τη θάλασσα. Τα παιδιά τον πλησίασαν.

(συνεχίζεται)

(σημ. ανέκδοτο παραμύθι για μικρούς  και μεγάλους ονειρευτές γραμμένο απο τον Κρήσμα)