Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Θέλω να ζήσω ελεύθερος

Θέλω να ζήσω ελεύθερος

freedom
-Θέλω να ζήσω ελεύθερος!
-Τι εννοείς ελεύθερος;
-Ελεύθερος να κάνω αυτό που θέλω, τη στιγμή που θέλω, με τα μέσα που διαθέτω.
-Μα είσαι!
-Πως είμαι; μπορώ να βγω γυμνός στο δρόμο, χωρίς να απειληθεί η ελευθερία μου;
-Η ελευθερία σου σταματάει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του συνανθρώπου σου.
Αν ζούσες σε έναν κόσμο που ήταν κοινός αποδεκτό να κυκλοφορείς γυμνός, δεν θα είχες πρόβλημα.
-Κοινός αποδεκτό ε; κοινός αποδεκτό είναι να καταναλώνουμε πετρέλαιο ως καύσιμο, παρόλο που υπάρχουν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και να καταστρέφουμε το περιβάλλον;
-Τι σχέση έχει αυτό με την ελευθερία την δικιά σου;
-Πως δεν έχει σχέση; πόσο ελεύθερος είμαι, όταν υπάρχει η γη να σκάψω και να φυτέψω ότι θέλω, αλλά δεν μπορώ να την χρησιμοποιήσω επειδή είναι ιδιοκτησία ενός τύπου που μπορεί να μένει ίσος και σε άλλη ήπειρο;
-Τώρα την πας αλλού την κουβέντα! Ανοίγεις μεγάλη ιστορία!
-Και όμως! Όταν λέω ελεύθερος αυτό το πράγμα εννοώ. Και αν θέλεις να σε βάλω πιο βαθιά στη σκέψη μου θα σου πω πως ακριβός φαντάζομαι μια δικιά μου ελεύθερη μέρα.
-Χαχα! Αυτό θα έχει πλάκα… για πες.
-βλέπω στον ύπνο μου ότι παίρνω το intercity και θέλω να πάω Γερμανία. Φυσικά δεν κρατάω βαλίτσες γιατί δεν τις χρειάζομαι. Εκεί στα μισά της διαδρομής γίνεται ένας δυνατός σεισμός και το τρένο σταματάει. Το σύστημα φωτισμού τα παίζει. Σβήνουν τα φώτα και ξυπνάω.
-Χαχαχα όνειρο μέσα στη φαντασία! Χαχαχα! Για συνέχισε…
-Σηκώνομαι πάω στη τουαλέτα, μπαίνω στο μπάνιο, ανοίγει μόνο του το νερό σε θερμοκρασία λίγο πιο ζεστή από αυτή του δέρματος μου και χαλαρώνω για λίγα λεπτά.
-Μάλιστα, έρχεται και η ρομπότ ο-υπηρέτρια και σου κάνει και ένα μασάζ ε;
-Θα μπορούσε αλλά δεν είμαι τόσο απαιτητικός. Τέλος πάντων. Ντύνομαι και βγαίνω από το σπίτι με σκοπό να εξερευνήσω κάτι νέο σήμερα. Ίσως να επισκεφτώ και μία φίλη που αυτές τις μέρες μου είπε πως θα είναι στη Θεσσαλονίκη.
Παίρνω ένα αμάξι λοιπόν και βάζω προορισμό την Θεσσαλονίκη. Αράζω.. αλλάζω από οθόνη πλοήγησης σε ηλεκτρονική εφημερίδα και διαβάζω τα νέα. “Ξεκίνησε έρευνα γύρο από την αίσθηση αφής στα ολογράμματα! Ο στόχος των επιστημόνων είναι να βρουν έναν τρόπο ώστε ο παρατηρητής όχι απλά να μπορεί να δει ένα ολόγραμμα, αλλά να μπορεί να το ακουμπήσει κιόλας.”
-Έχεις πολύ φαντασία ρε αδερφάκι μου…
-Κάτσε κάτσε δεν τελείωσα. -Οκ συνέχισε.
-Πατάω “περισσότερες πληροφορίες”, μου βγάζει τα δεδομένα και ξεκινάω να διαβάζω.
Είναι μια ομάδα φοιτητών από την Ιρλανδία που κάνουν αυτή την έρευνα και βρίσκουν δυσκολίες σε κάποια θέματα όπως, “πως θα κάνεις τα μόρια σε συγκεκριμένα σημεία να συμπεριφερθούν σαν να είναι στέρεη μάζα”.
Παρατηρώ πως στα σχόλια από κάτω δεν έχει γράψει κανείς τίποτα. Κοιτάω ημερομηνία, η έρευνα έχει ξεκινήσει εδώ και τρεις μέρες. Ωραία! Πατάω νέο σχόλιο και λέω “η αίσθηση της αφής θα μπορούσε να επιτευχθεί με κατευθυνόμενους μαγνητικούς παλμούς”. Το σχόλιο καταγράφηκε! Και συνεχίζω να διαβάζω άλλα νέα και βελτιώσεις σε εργαλεία. Το σύστημα αναφέρει πως υπάρχουν 7 διαθέσιμες οικίες κοντά στο λευκό πύργο. Κοιτάω στον τρισδιάστατο χάρτη, πάω να διαλέξω μία αλλά κοκκίνισε. Προφανώς την πρόλαβε κάποιος άλλος. Διαλέγω μία άλλη και βάζω άμεσο προορισμό σε αυτή.
Στα μισά της διαδρομής περίπου μία ώρα και κάτι από την ώρα που ξεκίνησα, με ειδοποιεί το σύστημα πως το σχόλιο που έκανα, βοήθησε την έρευνα και ξεκινάει η κατασκευή του ηλεκτρονικού τμήματος, που θα προσαρμοστεί στο σύστημα προβολής ολογράμματος. Πατάω ένα κουμπί “αγαπημένα” και συνεχίζω να απολαμβάνω το ταξίδι.
Η μέρα είναι τέλεια έξω και γι αυτό ελαττώνω την ταχύτητα του οχήματος ώστε να προλαβαίνω να παρατηρώ καλύτερα τη φύση και την τεχνολογία που εναρμονίζεται με αυτή.
Παντού δέντρα, θάμνοι, πορτοκαλιές, μηλιές, λεμονιές, σύγχρονα σπίτια ανάμεσα σε φοίνικες, έλατα, και πολλά άλλα που δεν τα γνωρίζω και πατάω στον υπολογιστή να μου δώσει πληροφορίες.
-Κάτσε! Πληροφορίες από αυτά που βλέπεις έξω;
-Ναι!
-Πως;
-ότι υπάρχει πάνω στη γη είναι καταμετρημένο και αποθηκευμένο σε μία τεράστια βάση δεδομένων, η οποία έχει καταγεγραμμένη τη θέση του, την κατάστασή του και κάποιες ακόμα πληροφορίες οι οποίες είναι άμεσα διαθέσιμες στον κάθε ένα, απλά με ένα κλικ στον χάρτη.
-Αααα φακέλωμα κανονικό δηλαδή ε;
-φυσικά; σε έναν ελεύθερο κόσμο δεν έχεις να φοβηθείς κάτι.
-Μάλιστα. Δηλαδή όλοι μπορούν να ξέρουν τα πάντα για όλους, απλά με ένα κλικ.
-Φυσικά !!! αφού όλοι θα έχουν μάθει να κινούνται με γνώμονα το κοινό όφελος και όταν λέω κοινό βάζω όλα τα στοιχεία της φύσης!
-Μου περιγράφεις μία ουτοπία τώρα.
-Καταλαβαίνω ότι ο λόγος που τη λες ουτοπία είναι επειδή μεγάλωσες σε ένα κόσμο που για να επιβιώσεις πρέπει να φοβάσαι.
-Αααα εσύ είσαι από άλλο πλανήτη δηλαδή ε;
-Όχι αλλά θα ήθελα να πάω.
-Μπορείς να πάρεις το διαστημόπλοιο σου και να πας τότε ρε συ.
-Εδώ είναι το κλειδί της υπόθεσης! Η ιδιοκτησία. Παρατήρησες στην περιγραφή που σου έκανα να χρησιμοποίησα καθόλου το μου; εκτός από το όνειρό μου;
-Εεε αν και δεν νομίζω αλλά το αμάξι; δεν ήταν δικό σου;
-Όχι!
-Και ποιανού είναι; ποιος πληρώνει την βενζίνη;
-είναι κοινό και λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια! Δεν χρειάζεται να ξέρεις να οδηγάς αφού έχει αυτόματο πιλότο και σύστημα εντοπισμού θέσης και τηλεκατεύθυνση, αν και μπορείς να τα απενεργοποιήσεις και να το γυρίσεις σε χειροκίνητη λειτουργία. Αλλά δεν μπορείς να οδηγάς και να είσαι και στο ίντερνετ να διαβάζεις τα νέα, ή να μιλάς στο τηλέφωνο. Δεν πληρώνει κανείς γιατί ότι κατασκευάζεται, κατασκευάζεται και συντηρείται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ρομποτικά συστήματα. Αυτό που κάνει ο άνθρωπος όταν και αν θέλει, είναι να ανακαλύπτει νέες τεχνικές η/και ελαττώματα και να παίρνει και να στέλνει ιδέες σε βάσεις δεδομένων για την αναβάθμιση της κάθε συσκευής-κατασκευής η ακόμα και για την δημιουργία μιας νέας.
-Και ποιος διαχειρίζεται αυτούς τους υπολογιστές;
-Όλοι! Επειδή για όλους είναι ευνόητο πως ο σκοπός της δημιουργίας ή της αναβάθμισης ενός επιτεύγματος θα αποσκοπεί πρώτα στο κοινό όφελος χωρίς φυσικά να λείπουν και οι ιδιαίτερες προτιμήσεις.
-σωστό και αυτό.
-Να συνεχίσω;
-Για συνέχισε να δούμε.
-Χμμ που είχα μείνει;
-Εκεί που έπαιρνες πληροφορίες για τα δέντρα.
-Α ναι! Λοιπόν. Κατά την διαδρομή με παίρνει η φίλη μου τηλέφωνο και μου λέει πως το βράδυ θα έχει πάρτι στις καβουρότρυπες, παραλία γυμνιστών στη Χαλκιδική. Της λέω πως σε 3 ώρες περίπου θα είμαι εκεί. Μου λέει αν μπορώ να έρθω πιο γρήγορα να πάμε να δούμε το Τεχνητή Νοημοσύνη. Αν και δεν με ενθουσιάζουν οι παλιές ταινίες, της λέω πως μπορώ να είμαι εκεί σε 30 λεπτά το λιγότερο. Μου λέει να συναντηθούμε κάπου σε μία ώρα. Νωρίτερα δεν μπορώ. Της λέω έχω κρατήσει σπίτι δίπλα στο λευκό πύργο. Μου λέει οκ, σε μία ώρα εκεί.
-Κάτσε κάτσε! Τώρα αν κατάλαβα καλά την πήρες από το κινητό σου, στο κινητό της, που έχει σύστημα εντοπισμού και σου έστειλε για την παραλία… και της έστειλες για το σπίτι που θα είσαι..
-Ναι.. αν και.. δεν είναι ακριβός δικό μου το κινητό. Είναι μία συσκευή ενσωματωμένη στα ρούχα που φοράω, η οποία αντί για κάρτα σιμ αναγνωρίζει ποιος είμαι από το DNA μου και οι επαφές μου είναι αποθηκευμένες σε βάση δεδομένων στο δίκτυο. Και ναι, άλλαξα και την ταχύτητα στο αυτοκίνητο για να πάω πιο γρήγορα. Και έβαλα μουσική, και μέχρι να φτάσω μπήκα σε μία σελίδα που σου μαθαίνει ισπανικά.
-χαχαχαχαχαχαχα! Αυτό τελικά δεν είναι απλά σκέψη, ούτε καν φαντασία! Είναι επιστημονική ουτοπία! Και γιατί να μάθεις ισπανικά; αφού σίγουρα θα υπάρχει ηλεκτρονικός διερμηνέας!
-Γιατί όχι; είμαι ελεύθερος να μάθω ότι θέλω! Ξέρω πως θα με βοηθήσει να μπορώ να επικοινωνώ καλύτερα και με άλλους ανθρώπους.
-Καλό είναι να επικοινωνείς, εντάξει, ωραία όλα αυτά που λες, αλλά πρώτον πώς γίνεται η μετάβαση από το βόθρο που βρισκόμαστε τώρα, στον παράδεισο που μου περιγράφεις και δεύτερον από τη στιγμή που θα γεννηθεί κάποιος μέχρι που θα πεθάνει θα μαθαίνει θα επικοινωνεί και θα διασκεδάζει; δεν θα βαρεθεί; δεν χρειάζεται κάποιο κίνητρο;
-Κοίτα. Ένας άνθρωπος όταν γεννιέται, παρατηρεί το κάθε τι, το επεξεργάζεται, και προσαρμόζεται γενικότερα στο περιβάλλον του!
-Σωστά
-Τι κίνητρο έχει ένα βρέφος που μπουσουλάει προς ένα παιχνίδι που πρώτη φορά βλέπει;
-ξέρω ‘γω; θέλει να εξερευνήσει.
-Ακριβός! Το παίρνει, το επεξεργάζεται, παίζει με αυτό και μετά ψάχνει κάτι άλλο!
-Αααα κατάλαβα που το πας! Ωραία! Και αν πηγαίνει προς ένα ηλεκτρικό σίδερο;
-Τότε ή που θα το πιάσει και θα καεί και θα μάθει άμεσα και εμπειρικά, ή που θα το προστατέψει ο γονιός του τρομάζοντας το, δηλαδή δημιουργώντας του φόβο.
-θες να πεις πως… εντάξει, κατάλαβα. Και η μετάβαση;
-εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Αυτό που χρειάζεται είναι υπομονή και πολύ επικοινωνία! Συγκαταβατική επικοινωνία. Χρειάζεται να ανακαλύπτουμε τον τρόπο που σκέφτεται ο συνομιλητής μας, να τον κατανοούμε και να προσπαθούμε να του μιλήσουμε με τον τρόπο που αποδέχεται. Και ιδικά για τα μικρά παιδιά να τους μαθαίνουμε να μοιράζονται πράγματα και να σέβονται την διαφορετικότητα.
Ξέρω πολύ καλά πως κάτι τέτοιο αν το ζήσω θα είμαι πολύ γέρος για να το απολαύσω. Αλλά επειδή αν συνεχίσουμε έτσι τα παιδιά μου θα ζήσουν πολύ χειρότερες μέρες, και τα εγγόνια μου είναι αμφίβολο αν θα μπορούν να επιβιώνουν. Και επειδή ξέρω πως θα μετανιώνω πικρά, που δεν έκανα κάτι να σταματήσω αυτή την κατρακύλα, γι αυτό και ότι μπορώ κάνω για αυτή τη μετάβαση που λες. Για αυτό και ξεκινώντας σου είπα “Θέλω να ζήσω ελεύθερος!”

http://chmod754.wordpress.com/

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Για το Εμείς ρε !


Κάπου είπα κι εγώ να ξαναπεράσω μια βόλτα απο εδώ.... Να μοιραστώ κάποιες σκέψεις. Σε κάποιους δεν θα αρέσουν , κάποιους μπορεί και να τους βρει σύμφωνους... Εγώ απλά θέλω να το μοιραστώ, κάτι που κάνω σπάνια απο το διαδίκτυο γιατί προτιμώ την προσωπική επαφή στη πλατεία, στο δρόμο, στις συγκρούσεις, στο ''Εμείς'' ...

Ζούμε στο μισό του πλανήτη που εκμεταλλεύεται το άλλο μισό... Με αυτό θέλω να ξεκινήσω. Είμαστε στη μεριά των δυτικών, των ''εξελιγμένων'', των ''πολιτιστικά ανώτερων'' . Κι όμως ο δικός μας πολιτισμός, που βασίζεται στα υλικά αγαθά και στην κατανάλωση βομβαρδίζει τη Λιβύη και η χώρα έχει μπει σε εμφυλιακό κλίμα. Πάλι είναι δυο πλευρές. Αυτή των ''ανθρωπιστών'' δυτικών που προσπαθούν να βοηθήσουν τη ''δημοκρατία'' και των τυρράνων που σκοτώνουν τη δημοκρατία που ονειρεύομαστε εμείς οι δυτικοί. Μα το μόνο που βλέπω είναι δυο πλευρές που προσπαθούν να υπερισχύσει η μια πάνω στην άλλη για την εξουσία. Στη μέση μονάχα βλέπω τον κόσμο απο τη μια πλευρά να χωρίζεται κι αυτοί που κάποτε μπορεί να πίνανε το καφέ τους σε κάποιο παζάρι της Τρίπολης μαζί, ν'αλληλοσκοτώνονται για τα συμφέροντα των άλλων...Πόσο τραγικό είναι αυτό ;;;

Στη Συρία οι άνθρωποι πέφτουν συνεχώς νεκροί απο τις σφαίρες συμπολιτών τους , ανθρώπων που λοβοτομήθηκαν και ποτίστηκαν με την ηδονιστική πλευρά της εξουσίας. Κι όλο αυτό για να κρατήσουν μερικές οικογένειες την εξουσία. Εδώ πάλι απουσιάζει ο κόσμος, ο κόσμος που είναι αυτός που πεθαίνει στα κελιά τους, στο δρόμο φωνάζοντας για ένα καλύτερο μέλλον, με μια σφαίρα στο κεφάλι ενώ βινετοσκοπεί τις κτηνωδίες των ''άλλων συμπολιτών'' του.

Θα μπορούσα να αναφέρω τη Τυνησία, τη Παλαιστίνη, την Αίγυπτο αλλά θεωρώ πως είναι γνωστά σε όλους και πάνω κάτω ξέρετε τί γίνεται εκεί...

Μα θα γυρίσω προς το μέρος της Ελλάδας, εδώ στις πλατείες που γεννιέται κάτι Καινούριο και προσπαθεί να σκαρφαλώσει πάνω στην αποστεωμένη ραχοκοκκαλιά του Παλιού.

Θα μιλήσω για τη δικιά μας πλατεία , τη πλατεία που ανήκει σε όλους όσους αντιστέκονται στον βάναυσο σοσιαλισμό τους, σε όσους σκέφτονται να αντισταθούν αλλά φοβούνται και κρύβονται πίσω απο τα χρέη που τους φόρτωσε το ρημάδι το μυαλό τους και η πίστη πως η καλύτερη η ζωή έρχεται με τα υλικά αγαθά, σε όσους ακόμα δεν έχουν καταλάβει τί έχει γίνει και έχουν αναισθητοποιηθεί... Ναι ακόμα και σε αυτούς ανήκει η πλατεία φίλοι μου. Δεν μπορούμε να τους αναγκάσουμε να εξεγερθούν, να πάρουν μια πέτρα , να διαδηλώσουν ειρηνικά - πείτε το όπως θέλετε- αλλά έχουμε την ηθική υποχρέωση να καταφέρουμε να τους δώσουμε την δυνατοτήτα να αναθεωρήσουν και να σκεφτούν με το δικό μας παράδειγμα, ελεύθερα, ανθρώπινα. ΕΛΕΥΘΕΡΑ επαναλαμβάνω. Όλο αυτό μπορεί να πραγματωθεί μονάχα όταν εμείς έχουμε παλέψει με τον πιο μίζερο εχθρό μας. Τον ίδιο μας τον εαυτό, τον εαυτό που έχει ακόμα μέσα του την ανάγκη για την επιβολή της εξουσίας και την ανάγκη να εξουσιαστεί και να του χαράξουν γραμμές και μονοπάτια που άλλοι σχημάτισαν γι' αυτόν.

Ποιοί Πρώτοι του Συντάγματος , ποιοί Ξεχασμένοι του Συντάγματος και ποιοί οι Τελευταίοι ;;; Μπήκαμε ξαφνικά σε σειρές και βάλαμε σειρά αναμονής για να θερίσουμε απο τα ''επαναστατικά'' μας εχέγγυα ;;; Για να φανούμε μέσα απο το πρίσμα της φιλοδοξίας μας και να αποδείξουμε πως είμασταν σωστοί ''επαναστάτες'' ;;; Πάλι για να κοιταχτούμε στον καθρέφτη μετά απο χρόνια και να γίνουμε ίδιοι με το κτήνος που τώρα πολεμάμε ; Με την γενιά του Πολυτεχνείου που ξεπούλησε αγώνες και ιδέες για ένα ξεροκόμματο εξουσίας και μερικά παραπάνω ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς ; '' Ο βασιλιάς και το πιόνι όταν τελειώσει το παιχνίδι στο ίδιο κουτί μπαίνουν'' . Οπότε αυτό το ατέλειωτο παραμύθι που μας πουλήσαν τον ίδιο δρόμο έχει και το ίδιο κουτί... Ο επαναστάτης ξεκινάει την αλλαγή μέσα απο τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν τον ρωτούν αν εκείνος το ξεκίνησε απαντάει πάντα '' Δεν έχει σημασία.''. Όταν τον ρωτούν αν είναι εκείνος που κρατάει την πλατεία ζωντανή απαντάει '' Δεν έχει σημασία. Είμαστε όλοι εδώ'' . Όταν τον ρωτούν τί σκέφτεται να κάνει εκείνος απαντάει '' Δεν ξέρω αλλά έλα να σκεφτούμε μαζί'' κι ας ξέρει τί κάνει και τί σκέφτεται κι ας είναι ξεκάθαρος ο τρόπος γι αυτόν. Κι όταν έρθει η στιγμή να γράψει η Ιστορία το φαινόμενο αυτό της πλατείας, κανείς δεν θα μπορεί να απαντήσει ποιός ήταν αυτός που το ξεκίνησε, που το συνέχισε που το τελείωσε αλλά όλοι θα έχουν να πουν κάτι γι αυτό. Και κάπου εκεί θα ξεκινήσει και πάλι η Ιστορία με άλλο πρίσμα και οι ποιητές θα έχουν άλλη φαντασία, καινούρια , ζυμωμένη μέσα στο ''Εμείς'' που όλοι , μα όλοι όμως, τόσο πολύ ποθούμε. Αυτοί που το ζουν καθημερινά και όσο μπορούν, αυτοί που θέλουν να προσπαθήσουν να το ζήσουν, αυτοί που ακόμα πνίγονται στον βρόγχο του Εγώ τους...

Γι αυτό φίλοι επαναστάτες, εξεγερμένοι, κομματιοκποιημένοι, ακομμάτιστοι, συνάνθρωποι και όποιο άλλο επίθετο ταιριάζει στην κατάσταση πριν πάρουμε μια πέτρα, ένα μάρμαρο, ένα λουλούδι, πριν στήσουμε ένα χορό ενώ μας βαράν τα χημικά και οι πλαστικές τους σφάιρες ο πόλεμος ξεκινάει με τον ίδιο μας τον εαυτό αντιμέτωπο. Εκεί είναι το πρώτο ανάχωμα που έχουν στήσει αυτοί αδέρφια. Εκεί βαστάνε αυτοί τις ελπίδες τους. Στην προσωπική μας ανάγκη για εξουσία.

Όσοι επαναστάτες λοιπόν ονειρεύονται πλακέτες με τα ονόματά τους και αφιερώματα στην τηλεόρασή με εκείνους πρωταγωνιστές έχω να πω πως θα σας ξεβράσει η ίδια η αγνότητα του κινήματος, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης. Θα βάλετε την ουρά στα σκέλια και θα κρυφτείτε σαν όλους εκείνους που ξεπούλησαν ότι έκαναν. Σε όσους κομματικοποιημένους έχουν εισχωρήσει όχι με το αγνό αίσθημα της αλλαγής αλλά με τη γραμμή του κόμματος που τους έβαλε μέσα για να ''κλέψουν'' τη δόξα τάχα απο τους άλλους , θα σας ξεβράσει η ιστορία σαν όλους αυτούς που δεν ανήκουν στο ανθρώπινο γένος μα σε κάτι άλλο , μιαρό, σάπιο και νόθο....

Συγγνώμη αν έγραψα πολλά αλλά επειδή πάντα μιλάω απο καρδιάς είχα μαζέψει πολλά.

Αυτός που ίσως να ήταν στην πλατεία, ίσως και να μην ήταν και ποτέ.

Το νου σας λοιπόν...Στο μυαλό είναι ο στόχος ε ;;

νικος lefou pierrot

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ της Ανθούλας Αθανασιάδη


Μια φορά κι ένα καιρό, μια μεγάλη παρέα παιδιών, αγόρια και κορίτσια, μαζεύτηκαν σε μια πλατεία.

Κάθισαν γύρω από το σιντριβάνι και άρχισαν να σκέφτονται.

-Πολύ βρώμικα είναι εδώ πέρα, λέει ο ένας. Μήπως να φέρω καμιά σκούπα να καθαρίσουμε;

-Εγώ θα φέρω και μπογιές να ζωγραφίσουμε! Πετάχτηκε ο άλλος.

-Τι ωραία! Είπαν δυο κορίτσια μαζί. Εμείς θα μαγειρέψουμε, γιατί μετά το καθάρισμα θα πεινάμε όλοι…

Και πιάσανε δουλειά. Μετά από λίγο, η πλατεία είχε μεταμορφωθεί.

Τα άσπρα της μάρμαρα έλαμπαν, παντού είχε κρεμασμένες ζωγραφιές και μια ωραία μυρωδιά πλανιόταν στον αέρα.

Ο κόσμος που περπατούσε στη πλατεία, άρχισε να σταματάει και να χαζεύει, και σιγά-σιγά μαζεύτηκαν κι άλλοι, κι άλλοι, που τους άρεσε αυτό που έβλεπαν και ήθελαν κι εκείνοι να μπουν στη παρέα.

-Α! Εδώ είναι πολύ καλά… ψιθύριζαν μεταξύ τους.

-Καλέ, είναι καλύτερα κι από το σπίτι μου! Φώναξε μια κυρία.

-Μαμά! Λέει ένα παιδάκι. Θέλω να μείνουμε στη πλατεία… Να φέρω τη σκηνή μου;

Και χωρίς να το πολυκαταλάβουν, η πλατεία άρχισε να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, να γεμίζει χαρούμενους ανθρώπους, σκηνές, ζωγραφιές, μουσικές και τραγούδια.

Οι άνθρωποι που είχαν μαζευτεί εκεί, άρχισαν να νιώθουν λίγο διαφορετικά από πριν. Άρχισαν να μιλάνε με τους γύρω τους, να κάνουν καινούργιους φίλους, να γελάνε πιο συχνά. Άρχισαν να νιώθουν ελεύθεροι.

Και η πλατεία, έλαμπε κάθε μέρα και περισσότερο και άρχισε να φωτίζει και τους δρόμους γύρω-γύρω και το φως πήγε και πάρα πέρα, και στο τέλος όλη η χώρα έλαμπε από πολλά φωτάκια που είχαν ανάψει σε όλες τις πλατείες της.

Το πολύ φως όμως, κάποιους τους ενοχλεί. Αυτούς που είχαν συνηθίσει να ζουν στα σκοτάδια σαν τους τυφλοπόντικες, τους τύφλωσε η ξαφνική λάμψη.

Φοβήθηκαν.

Αποφάσισαν λοιπόν, πως οι φωτεινές πλατείες, πρέπει να πάψουν να φωτίζουν. Γιατί, αυτό το ενοχλητικό φως, τραβούσε όλο και περισσότερους ανθρώπους κοντά του και στο τέλος οι τυφλοπόντικες, θα έμεναν μόνοι τους στα σκοτεινά τους λημέρια. Δεν θα είχαν πια υπηρέτες να τους υπηρετούν, ούτε αυλοκόλακες να τους κολακεύουν. Θα έχαναν σιγά-σιγά όλα τους τα προνόμια και θα ξεχνιόντουσαν μόνοι κι έρημοι στα σκοτεινά.

Ανασκουμπώθηκαν λοιπόν, και μάζεψαν στρατό. Έντυσαν τους στρατιώτες τους με άσχημες, γκρι στολές, τους έδωσαν όπλα, ασπίδες, περικεφαλαίες και μια ηλιόλουστη μέρα τους έστειλαν στη μεγάλη πλατεία.

Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί εκεί. Παιδάκια έτρεχαν, γέροι κουνούσαν σημαίες, άλλοι χόρευαν, άλλοι έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν.

Και ξαφνικά, μέσα σε όλη αυτή την χαρά, όρμησαν οι γκρι στρατιώτες, χτυπώντας από δω κι από κει όποιον έβρισκαν.

Κανείς δεν μπορούσε να δει τα πρόσωπά τους. Ήταν όμως άγριοι και τρομεροί και έσπερναν τον φόβο όπου πατούσαν.

Τα παιδιά άρχισαν να κλαίνε, οι μαμάδες να τα παίρνουν αγκαλιά και να τρέχουν να ξεφύγουν, οι γέροι να σκουντουφλάνε στα σκαλιά…

Όλοι φώναζαν τρομαγμένοι.

Και ξαφνικά, ένα παιδί, προχώρησε μόνο του και στάθηκε μπροστά στους γκρι στρατιώτες. Δεν φοβήθηκε τα όπλα τους, ούτε τα σκεπασμένα τους πρόσωπα. Σήκωσε τα χέρια του ψηλά στον ουρανό, σαν να τους έλεγε: Ελάτε λοιπόν! Εγώ είμαι ο γιός του ουρανού και παίρνω δύναμη απ΄τα αστέρια. Ελάτε αν σας βαστάει…

Οι στρατιώτες, σταμάτησαν για μια στιγμή και κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι. Μα.. ποιός είναι αυτός που δεν μας φοβάται; Δεν φοβάται τη δύναμή μας και τα τρομερά μας όπλα;

Πως στέκεται έτσι θαρραλέος και άοπλος απέναντί μας; Μήπως έχει κανένα κρυφό, μαγικό όπλο που δεν το ξέρουμε; Μήπως μπορεί, μόνο με τη ματιά του να μας εξοντώσει;

Όσο οι στρατιώτες δίσταζαν, τόσο οι υπόλοιποι άνθρωποι στη πλατεία που παρακολουθούσαν τη σκηνή από μακριά, άρχισαν να παίρνουν θάρρος.

Σιγά-σιγά, ένας ένας, άρχισαν να πλησιάζουν και να στέκονται κι αυτοί άοπλοι και θαρραλέοι δίπλα στο παιδί με τα σηκωμένα χέρια.

Δεν μιλούσαν, δεν φώναζαν. Απλά στέκονταν εκεί και κοιτούσαν αμίλητοι τους γκρι στρατιώτες. Και αυτή η σιωπή, έκανε τόση φασαρία, σαν δέκα κανόνια μαζί. Ο ήχος της σιωπής, τρύπησε τα αυτιά των στρατιωτών σαν τρυπάνι. Προσπάθησαν να κρατηθούν ο ένας απ΄τον άλλον, έβαλαν τις ασπίδες τους μπροστά τους για να σταματήσουν τον ήχο, αλλά αυτός δυνάμωνε…δυνάμωνε και τα αυτιά τους πονούσαν τόσο, που στο τέλος το έβαλαν στα πόδια.

Έτρεχαν, έτρεχαν και δεν σταμάτησαν παρα μόνο όταν έφτασαν τόσο μακριά από την πλατεία που ο ήχος της σιωπής των γενναίων, δεν ακουγόταν πια.

Τα παιδιά, γύρισαν στη πλατεία. Σιγά-σιγά, ένας ένας άρχισαν να μιλάνε, να γελάνε, να ανασαίνουν πάλι ελεύθερα.

Πήραν ξανά τις σκούπες και τα φαράσια τους και καθάρισαν πάλι την πλατεία τους που έλαμψε καλύτερα κι από πριν.

Τα τραγούδια ξανάρχισαν κι οι χοροί και οι αγκαλιές.

Όλοι ήταν πια ευτυχισμένοι, που τα φώτα της πλατείας με την βοήθεια των γενναίων παιδιών της, είχαν νικήσει τα σκοτάδια.

Πήραν μπαλόνια και την στόλισαν, ζωγραφιές και της κρέμασαν, καραβάκια και τα έβαλαν να πλέουν στο σιντριβάνι της.

Άπλωσαν χρωματιστά τραπεζομάντιλα και έστρωσαν φαγητά, και κάλεσαν και όλους τους φτωχούς να φάνε μαζί τους.

Τα παιδιά έκαναν ποδήλατα και πατίνια, ενώ οι μεγάλοι έτρωγαν και συζητούσαν γελώντας.

Και οι τυφλοπόντικες, δεν ξαναπροσπάθησαν να πλησιάσουν. Μόνο έμειναν για πάντα μόνοι τους, παρέα με τους γκρι στρατιώτες τους, κρυμμένοι στα σκοτεινά τους δωμάτια.

…και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα!