Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

ΟΧΙ,ΔΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ

ΟΧΙ,ΔΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ
Oχι,δε γεννηθηκα κομμουνιστης.
Γεννηθηκα μεσα στον καπιταλισμο,μικροαστος που στραβωθηκε απο τις διαφημισεις,απο τη γαλαζοπρασινη προπαγανδα,απο τη δημοσιογραφια των πουλημενων σταρ της τηλεορασης,
εμποτισμενος απο το ζησε κ ασε τους αλλους να πεθανουν,
δηλητηριασμενος απο τη Θεα Καταναλωση,αλλαζοντας καθε χρονο κινητο,μαραζωμενος που δε μπορουσα να εχω καθε φορα τη νεα μεγαλυτερη σε ιντσες τηλεοραση που διαφημιζουν τα καναλια,
σε πτωματα πανω δε πατησα γιατι δε προλαβα,
ισως αν προλαβαινα να γινω ενας γιαπης,να γινομουνα,
αλλωστε η αλληλεγγυη ειναι μια λεξη που δε καταλαβαμε ποτε το νοημα της,
ο,τι κ να γινοταν γυρω μου,τιποτα δε μπορουσε να με αγγιξει οσο εγω ημουν καλα.

Οχι λοιπον,δε γεννηθηκα αλληλεγγυος με τον πιο αδυναμο απο εμενα.
Γεννηθηκα μολυσμενος απο το συνθημα ο καθενας παιρνει αυτο που του αξιζει
και αν καποιον τον πνιξαν τα σκατα,αυτος ηταν υπευθυνος για τη μοιρα του,υπευθυνος που δε μπορεσε να τα απομακρυνει απο το στομα του,
αλλωστε ολοι εμεις μεγαλωσαμε κοιταζοντας αυτους που ειναι πανω απο εμας,κ οχι τους κατω,
ζηλευοντας αυτους που ειναι πανω απο εμας,
αυτους με το ακριβοτερο κινητο,με το ακριβοτερο αμαξι,με το ακριβοτερο σπιτι
εκει επρεπε να αφοσιωθουμε,αυτος ηταν ο στοχος της ζωης μας,να μοιασουμε σε αυτον που ειχε τα περισσοτερα απο εμας
αυτος ηταν το προτυπο μας,το ειδωλο μας,Κωστοπουλος.,life style περιοδικα,αφιερωματα σε επιτυχημενους ανδρες,σε ανδρες που γαμουσανε αυτο που εμεις δε θα μπορουσαμε καν να κοιταξουμε,κοτερα,αερας κοπανιστος,Χρηματιστηρια,
λεξεις οπως η παγκοσμιοποιηση κυριαρχουσαν σιγα σιγα αλλα εμεις δε τις καταλαβαιναμε,
ζαλισμενοι απο τις αυταπατες μας,απο τη λυσσα μας για το Μηδαμινο,για το Φαινεσθαι,για τη Μοστρα,για τα μοδατα ρουχα,για τις μοδατες λεξεις,για τα calvin klein,τα hugo boss κοστουμια,παρε κ εσυ ενα διακοποδανειο,πηγαινε κ εσυ ενα πενθημερο στη Μυκονο,βουτηξε κ εσυ τη μυτη σου στη σκονη,ξοδεψε αυτα που βγαζεις στη προσπαθεια σου να φανεις πιο μαγκας απο το διπλανο σου
(κ αν δεν εχεις,παρε ενα δανειο κ ξοδεψε περισσοτερα)

η ζωη σου ανηκει,γαμησε τα ολα

οχι,δε γεννηθηκα καν αριστερος.Οι αριστεροι ηταν κατι τυποι που φωναζαν για πραγματα που εμεις,το υπολοιπο 85% του πληθυσμου,δεν τα καταλαβαιναμε.Περνουσαμε τοσο ωραια εδω στον καπιταλιστικο μας παραδεισο,ωστε οποιοσδηποτε μιλουσε για εναλλακτικους δρομους,δε φαινοταν καν επικινδυνος η γραφικος,απλα φαινοταν ως ενα junky της Ιδεολογιας,
τον οποιον τον λυπομασταν γιατι για εμας τους μοντερνους ανθρωπους φαινοταν λογικο για εναν ανθρωπο να ηταν πρεζακι σκετο,η πρεζακι της δοξας,της τηλεορασης,του χρηματος
αλλα δε φαινοταν λογικο να μιλουσε καποιος για Ιδεες.
Ιδεολογια;Τι ειναι αυτο;
Οι ιδεολογιες ηταν κατι σα το βιντεο,ωραιο το βιντεο αλλα τωρα εχει πεθανει γιατι ολοι βλεπουμε dvd.Eιναι δυνατον καποιος να βλεπει ακομα βιντεο με τη χαλια του εικονα στην εποχη του dvd;
Οι Ιδεολογιες λοιπον ηταν κατι ξεπερασμενο,κατι ασημαντο,σχεδον κακογουστο.

Αργησαμε πολυ να καταλαβουμε οτι αυτο με το οποιο το αντικαταστησαμε,ηταν κ αυτο μια Ιδεολογια.
Κ αυτο ηταν η νεοφιλελευθερη.Ο νεος φασισμος,ο οικονομικος μιλιταρισμος που προηλαυνε κ καθως προηλαυνε,εμεις αμεριμνοι τον χειροκροτουσαμε,αγνοωντας οτι δεν αργουσε η ωρα που θα μας πατουσε με τις Wehrmact του.

Δε γεννηθηκα λοιπον ουτε κομμουνιστης ουτε αλληλεγγυος με κανεναν.
Αλληλεγγυη ειναι μια λεξη που τωρα αρχιζουμε να μαθαινουμε.Τωρα που σα το σκουληκι καθε μποτα οπου μας ευρει,μας πατει,τωρα λοιπον συνειδητοποιησαμε οτι υπαρχει κ ο Αλλος διπλα μας.Ενας Αλλος με τον οποιον μας ενωνει κοινη μοιρα.Ενας Αλλος,ο οποιος μεχρι χθες για εμας ηταν αορατος,ασημαντος,απλα ενα μεσο ικανοποιησης των επιθυμιων μας,οχι συνταξιδιωτης αλλα λαθρεπιβατης.
Τωρα μαθαινουμε οτι συνταξιδευουμε,τωρα εμεις οι υποκριτες αντιληφθηκαμε τον πονο,τη πεινα,τη φτωχεια,την εξαθλιωση,
τωρα,
που ολα αυτα χτυπησαν κ τη δικια μας πορτα.

Αναγνωριζοντας ομως την υποκρισια μας,η υποκρισια γινεται ενα σφαλμα που συγχωρειται.
Αναγνωριζοντας τη μικροψυχια κ το φθονο,η μικροψυχια κ ο φθονος γινονται σκονη κ εξαφανιζονται στον ανεμο που ερχεται να μας αλλαξει,εστω κ βιαια.
Αναγνωριζοντας οτι η Αναγκη κ οχι η Επιλογη,.ειναι αυτο που μας ενωνει,η Αναγκη αλλαζει προσωπο και γινεται το μεσο που διαλυσε τους εγωισμους και τις ψευδαισθησεις μας,
ετσι ωστε η Αναγκη να μετατρεπεται σιγα σιγα σε Επιλογη.
Επιλεγουμε λοιπον να συμπορευτουμε,να μαθουμε το ονομα του διπλανου μας,να θυμηθουμε αυτο που μας ενωνει,
να θυμηθουμε αυτο που ελεγε ο Φιχτε,οτι
"καθε ανθρωπος πρεπει να μπορει να ζει,να εχει τα μεσα για τη συντηρηση του και οτι αν σε μια κοινοτητα ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ οπου πασχει απο την ελλειψη των αναγκαιων για τη ζωη του μεσων,η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΟΛΩΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ.Δεν πρεπει να υπαρχει ανθρωπος που να μην εχει τη δυνατοτητα να εργασθει και να εξασφαλισει με την εργασια του τα προς το ζην αναγκαια."

Οχι λοιπον,δε γεννηθηκα κομμουνιστης.Οπως και το 90% των συμπολιτων μου αλλωστε.

Αλλα αν οι παραπανω ιδεες ειναι κομμουνιστικες,εγω διαλεγω να ειμαι κομμουνιστης.
Αν η αλληλεγγυη,αν η θεληση να παψει να μας εκμεταλλευεται το 0,5% ειναι κομμουνιστικη,
αν η Αποφαση να αλλαξουμε τα πραγματα,να ριξουμε τη τραπεζοκινητη Ολιγαρχια,
να τσακισουμε τους μπασταρδους που εχουν αμολυσει τα μαντροσκυλα για να φοβηθουμε την αντισταση,
να τσακισουμε τις δυναμεις κατοχης και τα τσιρακια τους που αποφασισαν την εξοντωση μας,
αν ολα τα παραπανω ειναι κομμουνιστικα,
κομμουνιστης μπορει να μη γεννηθηκα,
αλλα κομμουνιστης γινομαι τωρα.

Γιατι,μερα με τη μερα, συνειδητοποιουμε το απανθρωπο προσωπο της νεοφιλελευθερης λαιλαπας,
μερα με τη μερα συνειδητοποιουμε οτι,οταν λενε η Ελλαδα θα σωθει,
εννοουνε τις Τραπεζες,τον Σεβ και τα κομματοσκυλα τους,

μερα με τη μοιρα αυτο που μας ενωνει θεριευει κ δυναμωνει κ στο τελος θα μας κανει να παραμερισουμε τις διαφορες μας,
μερα με τη μερα πλησιαζουμε ο ενας τον αλλον κ ολα αυτα που μας εκνευριζαν παυουν να μοιαζουν τοσο εκνευριστικα γιατι αντιλαμβανομαστε τη κοινη μας μοιρα,
γιατι ο Αλλος γινεται ο Καθρεπτης μας

μερα με τη μερα συζηταμε,βριζουμε,καταριομαστε κ συνειδητοποιουμε οτι δε φτανει μονο αυτο,
μερα με τη μερα,ολα οδηγουνε σε εκεινη τη στιγμη που θα μετρηθουμε να δουμε ποσοι ειμαστε κ θα βρεθουμε πολλοι παραπανω απο οσοι νομιζαμε
μερα με τη μερα θα μετρηθουμε με το φοβο μας,τη δειλια κ τη μοιρολατρεια, κ θα ανακαλυψουμε οτι ειμαστε δυνατοτεροι,
μερα με τη μερα,ωριμαζουν οι συνθηκες ωστε το Πριν,το Τωρα,κ το Μετα να γινουν ενα,να γινουν μια στιγμη

μερα με τη μερα,πλησιαζουμε αυτη τη στιγμη,
οπου η λαβα θα ξεχυθει και θα παρασυρει ολα τα ψεμματα που ακουσαμε,ολα τα προσωπα που μας εξαπατησανε,ολα τα δακρυγονα που φαγαμε,ολη την αλητεια που τωρα επικρατει,
μερα με τη μερα,
ωσπου καποτε η μερα αυτη θα ερθει.
Η μερα που θα τους γαμησουμε.

/celinathens.blogspot.gr/2010/12/blog-post_15.html

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

"TA ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΑ "

Εμείς. Είμαστε τα "μαλακισμένα" των κρατικοδίαιτων δημοσιογράφων, το κακό σπυρί της κρατικής μηχανής. Οι ανυπάκουοι. Γεννηθήκαμε πριν λίγα χρόνια αλλά είναι σαν να ξέρουμε τον κόσμο από παλιά. Δείχνουμε μικροί και λίγοι αλλά είμαστε μεγάλοι και πολλοί. Έχουμε καθαρό κεφάλι, θάρρος και όρεξη για ζωή. Το βλέμμα μας δεν είναι πειραγμένο. Έχουμε τον τρόπο να παραμένουμε διαυγείς. Υποστηρίζουμε όσους νιώθουμε πως κέρδισαν με άξιο τρόπο την εμπιστοσύνη μας και όχι για να τιμωρήσουμε τους αντιπάλους. Στις παρέες μας δεν διηγούμαστε ιστορίες από το στρατό, ανέκδοτα του Λαζόπουλου ή πώς κατατροπώσαμε την καργιόλα στο ΙΚΑ που μας είπε να περιμένουμε στην ουρά.


Στη βιβλιοθήκη μας έχουμε βιβλία που γράφτηκαν για να διαβαστούν και να διδάξουν, και όχι για να εξυπηρετήσουν. Στο τραπέζι μας έχουμε φίλους, αγάπες και ποτήρια γεμάτα καλό, φτηνό κρασί. Δεν πίνουμε από κυριλέ μπουκάλια νοθευμένα με κώνειο. Δεν βλέπουμε τηλεόραση, δεν χειροκροτούμε τους διάσημους αστέρες της πίστας με το όνομα στη μαρκίζα λαμπερό. Εμείς θαυμάζουμε τα δικά μας, ανέστια αστέρια, που στολίζουν τις νύχτες τον ουρανό και φωτίζουν όμορφα το σκοτάδι. Δεν είμαστε φανατισμένοι οπαδοί. Δεν κουνάμε σημαίες, δάχτυλα ή πολύξερα κεφάλια.

Τα αδέσποτα στους δρόμους δεν τα κλωτσάμε, σκύβουμε και τους κόβουμε ένα κομμάτι κουλούρι από εκείνο που τρώμε κι εμείς, και περιμένουμε δίπλα τους μήπως πεινάνε ακόμα. Με τους μελαμψούς με το ξενόφερτο βλέμμα και τις μαϊμούδες Αρμάνι στα Προπύλαια δεν κάνουμε αστεία, παζάρια ή την πλάκα μας. Δεν νιώθουμε ανώτεροι από αυτούς. Τους κερνάμε ένα τσιγάρο και μια καλημέρα φιλική. Στα μάτια τους βλέπουμε αισθήματα και όχι τον εχθρό ή ένα παιχνίδι.

Μπροστά στον άνθρωπο που απλώνει το χέρι διστακτικά γονατίζουμε για να μοιραστούμε αυτό που υπάρχει λέγοντας μια αυτονόητη, ανθρώπινη καλημέρα. Ακόμα και τον δεσμοφύλακά μας είμαστε ικανοί να καλημερίσουμε. Πίσω από τα κάγκελα, μέσα στο μπουντρούμι. Εμείς. Οι οπαδοί μιας ουτοπίας που κάποτε θα σώσει τον κόσμο και τότε θα νιώσουμε σαν μικροί θεοί που συνεχίζουν να καυγαδίζουν με το χρόνο.

Στις διαβάσεις δεν ενοχλούμαστε από τους ανυπόμονους - είμαστε με το μέρος όσων αδημονούν. Οι αιτίες της αγανάκτησής μας είναι άλλες. Δεν μας αρέσουν οι παιδικές χαρές με το πλαστικό γκαζόν και τα αλουμινένια κάγκελα ασφαλείας. Φυτεύουμε δέντρα και φτιάχνουμε ελεύθερα περιβόλια εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Κάνουμε αντάρτικο χαράς στο κέντρο της πόλης και βάζουμε τα παιδιά να μυρίσουν αληθινά λουλούδια, να πιάσουν χώμα, να κοιτάξουν ένα μυρμήγκι να περνά.

Ακούμε μουσικές και ζούμε ιστορίες και ζωές που μιλάνε στην καρδιά και όχι στην τσέπη μας. Οι αυτοκτονίες, οι συλλήψεις, οι μαύρες μπλούζες, τα κίτρινα έντυπα και οι παρεξηγημένες αποχρώσεις μιας πάλαι ποτέ κόκκινης ματιάς που ξεθώριασε και ακροβατεί φλερτάροντας με την αχρωματοψία είναι για μας μαστίγια που μας τσούζουν καθημερινά. Είμαστε τα αγρίμια της εποχής, που πάνω στις πλάτες μας θέλουμε να σηκώσουμε τα βάρη όλου του κόσμου. Οι ρατσιστές, οι άγριοι, οι πουλημένοι δεν θα μας εξημερώσουνε ποτέ. Επειδή νιώθουμε ικανοί. Γενναίοι. Αήττητοι.

Μπαίνουμε σε άδεια σπίτια και τα γεμίζουμε με όνειρα και ζωή. Ζωγραφίζουμε με όμορφα χρώματα τη λύπη της αδειοσύνης και του πένθους. Στα δωμάτια των έρημων σπιτιών, εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο σιωπή και μούχλα εμείς φτιάχνουμε ήχους, εικόνες, αιτίες για μεγάλα Ναι. Οι μέρες μας μοιάζουν με ανεμοθύελλες, που σαρώνουν την αιθαλομίχλη της στέρησης. Στη θέση της ήττας θέλουμε να βάλουμε έναν γαλάζιο, ελεύθερο ουρανό. Θα γίνει!

Τα συρματοπλέγματα των ισχυρών θέλουμε να τα κάνουμε οάσεις. Είμαστε ανυπάκουοι και πεισματάρηδες. Μέσα μας ξέρουμε να καιγόμαστε από ασίγαστες φωτιές. Σαν όμορφα φυτίλια που κανείς δεν κατάφερε να τα χώσει σε ένα μπουκάλι και να τα κάνει καταστροφή. Από τα δικά μας μπουκάλια ρέει η έμπνευση, το ξεδίψασμα, το γλυκό μούδιασμα της αγάπης για τη ζωή. Τους τοίχους μας στολίζουν πράσινοι κισσοί, ωραία γκράφιτι, οι στίχοι του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη και της Γώγου. Όχι λογότυπα και διαφημίσεις.

Η δική μας αλητεία μοιάζει με γιορτή. Δεν ραγίζει καρδιές και τζαμαρίες. Τσακίζει τις άρρωστες προκαταλήψεις και τη βία όσων ασχημονούν. Οι εχθροί μας σπάνε την πόρτα μας, εμείς σπάμε το φόβο της εποχής μας. Εμείς. Τα "μαλακισμένα", οι καταληψίες και οι αντιρρησίες που κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια, που αντιστεκόμαστε, λέμε Όχι, τρώμε ξύλο, φτύνουμε βρισιές, ενοχλούμε, υπάρχουμε! Εμείς. Που χαμογελάμε και χαιρετάμε τον κόσμο μέσα από την κλούβα, με τις χειροπέδες βραχιόλια στους ασίγαστους καρπούς, επειδή ξέρουμε πως θα νικήσουμε. Και πως η ζωή είναι μάχη, πείσμα και ελπίδα.

Εμείς. Που όταν κλαίμε, από τον ουρανό πέφτουν κατακόκκινες νιφάδες. Που όταν στην πηχτή αιθαλομίχλη της φτώχειας δεν βλέπουμε μονάχα τη μόλυνση του περιβάλλοντος αλλά και την τελετή λήξης της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας. Που, παρόλα αυτά, κρατάμε ζωντανή μέσα μας την ευχή αυτός ο κόσμος να αλλάξει κάποτε, παρόλους τους φόβους και τους ιερούς χρησμούς. Είμαστε οι φίλοι του Κεμάλ, αλλά δεν προχωράμε με φωτιά και με μαχαίρι στους δρόμους τα πρωινά. Δεν είμαστε νικημένα ξεφτέρια, είμαστε ανίκητοι αγωνιστές. Δεν κρατάμε ξίφη στα χέρια μας τις νύχτες, εμπιστευόμαστε μόνο τη δύναμη της σφιγμένης γροθιάς.

Εμείς. Ο αντίλαλος του τσαλαπατημένου ανίσχυρου που νιώθει και ξαναγίνεται ισχυρός. Οι διάδοχοι του χειμώνα, οι οπαδοί της άνοιξης. Ενώνουμε τις φωνές μας με τον λαθρεπιβάτη από το Πακιστάν, με τον κουρασμένο γέροντα από τα βάθη του χρόνου, με την καταπιεσμένη νοικοκυρά από το ημιυπόγειο και με το πεινασμένο παιδί από το γειτονικό σχολείο. Γινόμαστε όλοι μία και μοναδική φωνή. Τρομερή, σαν εκείνη τη λαλιά που κάποτε ξεσήκωνε καταιγίδες στην πλατεία και στα στενά. Μια φωνή που ακούγεται παντού, ταράζει, ξεβολεύει, εκνευρίζει, αντιστέκεται. Εμείς. Οι αντιρρησίες. Τα "μαλακισμένα" του 21ου αιώνα. Τα υπερβολικά. Το μπούμερανγκ στα μούτρα των ελεεινών. Η μόνη ελπίδα...

Μαρία Πετρίτση –συγγραφέας – «Δρόμος της Αριστεράς» 19/1/2013

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Το αντίο της μάνας στο γιο: "Aγαπημένε μου πρίγκηπα" | tsantiri
www.tsantiri.gr

«Αγαπημένε μου πρίγκηπα. Ετσι σε ένοιωθα από την πρώτη στιγμή που σε είχα μέσα στην κοιλιά μου. Από την αρχή που γεννήθηκες βιαζόσουν. Ο γιατρός είχε πει ότι θα γεννηθείς Αύγουστο και εσύ γεννήθηκες τον Ιούλιο. Ακόμα και μέσα στο νοσοκομείο είχες κερδίσει τις νοσοκόμες. Όταν ξεκίναγες να κλαις έτρεχαν όλες οι νοσοκόμες να σε πάρουν αγκαλιά γιατί δεν μπορούσε καμία να σου χαλάσει χατήρι. Αυτός είναι ζόρικος μου έλεγαν οι νοσοκόμες δεν θα τα τα βγάλεις εύκολα πέρα μαζί του. Είναι τσαμπουκάς και θα κάνει αυτό που θέλει.Τα κατάφερε και του έχουμε ολες αδυναμία.

Ετσι και έγινε. Από μικρός όπου και να ήσουν κέρδιζες τις εντυπώσεις. Ησουν πολύ όμορφος και το έλεγαν όλοι. Όταν τους χαμογελούσες νόμιζες ότι φωτίζει ο κόσμος γύρω. Από μικρούλι στην πλατεία που πηγαίναμε όλοι περιμένανε τον Σκάρο να παίξει μαζί τους. Όλα τα παιδάκια σε ακολουθούσαν. Τους έδινες χαρά. Στις τρέλες πρώτος. Αυτοκινητάκια, ποδήλατα, όλα τα παιχνίδια του Θεού στα πόδια σου. Ανοιγαν οι Ουρανοί και σε έβρεχαν με δώρα. Από μικρός ζωγράφιζες. Πάντα αποτύπωνες με τον δικό σου τρόπο αυτά που ένοιωθες μέσα σου με χρώματα και σχέδια. Εδειχνες να έχεις όνειρα για τον κόσμο. Ζωγράφιζες όμορφα πράγματα που έκανες τον άλλον να νοιώθει ότι υπάρχει και κάτι καλύτερο από αυτό που βλέπουμε. Στην εκκλησία παπαδάκι με χιλιάδες σκανταλιές και πειράγματα στους άλλους.

Όταν ερωτεύτηκες το πρώτο κοριτσάκι στο δημοτικό με είχες στείλει να τις πάρω λουλούδια για να τις τα πας. Της είχε γράψει ένα μικρό γραμματάκι ακόμα το φυλάω. Κύκλωσε με ναι η με όχι αν με θέλεις. Αν πεις ναι οκ αν πεις όχι δεν θέλω να σε ξέρω. Ακόμα γελούσες με αυτό το γραμματάκι. Ριψοκίνδυνος από μικρός, ποδήλατα, αργότερα σκετμπορντ και από τα 14 οδηγούσες αμάξι. Στο έδινε ο δεύτερος πατέρας σου όπως τον αποκαλούσες ο αγαπημένος σου φίλος ο Γιώργος ο Ιωαννίδης. Η μεγάλη σου αγάπη οι μηχανές και η ταχύτητα. Λες και ήθελες να πιάσεις τον χρόνο να τον σκλαβώσεις. Μάνα όταν τρέχω είμαι εγω είμαι ο εαυτός μου. Εγω φοβόμουν φώναζα αλλά το έπαιζα γενναία. Ήμουν περήφανη που δεν φοβόταν τίποτε.

Επειδή ήθελα να μάθεις πολλά πράγματα και να σε καλλιεργήσω όπως σου έλεγα συνέχεια. Από μικρό μέχρι και στα 15 σου χρόνια πήγαινες στο κυκλαδίτικο μουσείο και στην σχολή ζωγραφικής στην κυρία Πλαγιάννη την αγαπημένη σου δασκάλα έτσι την έλεγες και ηθελες να δώσεις Καλών Τεχνών. Φορούσες το παπιονάκι σου γιατί πάντα ήθελες να ντύνεσαι με γούστο και πηγαίναμε. Ελεγες καλημέρα σε όλους τους ανθρώπους στο μουσείο και μετά μια μεγάλη ζεστή αγκαλιά στην κυρία Γιαλουράκη στην δασκάλα σου. Πάντα έμενες τελευταίος για να βοηθάς τον κυριο Μίλτο για να καθαρίσετε τον χώρο. Μου έλεγες μαμά να αργήσεις να έρθεις να με πάρεις να πιείτε πολλούς καφέδες με τον κύριο Κώστα έχουμε δουλειά εδώ να φτιάξουμε τον χώρο που έχουμε λερώσει με τα παιδιά. Μετά πηγαίναμε στον κήπο και στο τέλος καταλήγαμε στο μοναστηράκι. Οποιον φτωχό έβλεπες ήθελες να του δίνεις χρήματα και να τον βοηθάς. Μαμά άμα μεγαλώσω θα φτιάξω ένα σπίτι και να βοηθάω τους γέρους και τους φτωχούς.

Τελειώνοντας το δημοτικό ο δάσκαλος σου ο κος Γιάννης Μαραγιάννης σε εμπιστεύτηκε και σου ανέθεσε να κάνεις όλα τα σκηνικά της θεατρικής παράστασης αλλά και να παίξεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Καραισκάκη. Ο δάσκαλος που είπε κυρία Μπέλλα το παιδί σας είναι ξεχωριστό. Δεν έχω συναντησει άλλο τέτοιο παιδί. Χρειάζεται ειδική μόρφωση και να το πάτε σε πολύ καλό σχολείο για να προχωρήσει. Εχει ιδιαίτερη ευφυία. Κύριε Γιάννη του λέω τον πήγαινα σε ιδιωτικό και έφυγε από μόνος του. Τελικά ακολουθώντας την συμβουλή του τον γράφω σε ένα καλό ιδιωτικό. Πήγαμε την πρώτη ημέρα και ο Γιάννης ήταν μαγκωμένος. Τον κάνανε αμέσως δεκτό. Την άλλη ημέρα στις 6 το πρωί έρχεται ο Γιάννης στο κρεβάτι μου γονατιστός και μου λέει μαμά θέλω να σου μιλήσω.

Σε παρακαλώ πέφτω στα πόδια σου σε ικετεύω. Μην με πας σε αυτό το σχολείο είναι όλα τα παιδιά βουτυρομπεμπαίδες εγώ θέλω να είμαι με τα παιδιά της αληθινής ζωής. Μαμά η ζωή είναι εκεί έξω και εγω θέλω να είμαι μέσα στα πράγματα. Ετσι πήγαμε στο γυμνάσιο το 47 της οδού Λευκωσίας. Και την πρώτη ημέρα κιόλας που πάτησες το πόδι σου πήρες αποβολή γιατί μαζί με τους κολλητούς σου ρίξατε αμπούλα στον καθηγητή έτσι για να σας θυμάτε. Μετά από μερικές ημέρες έγιναν εκλογές στο σχολείο και χωρίς καλά καλά να σε γνωρίζουν και για πρώτη φορά ένα παιδάκι που ήρθε σχεδόν από το δημοτικό έγινε Πρόεδρος όλου του σχολείου. Η ενέργεια σου μεγάλη, οι σκανταλιές σου ακόμα ποιο μεγάλες. Τσακωνόμαστε γιατί σου έλεγα ότι ήθελα να ήσουν ένα καλό παιδί στην κοινωνία. Και μου έλεγες μην στεναχωριέσαι ρε μάνα δεν κάνω τίποτε ταρακουνάω μόνο τα νερά αυτής της βαρετής κοινωνίας των πρέπει και του καθωσπρεπισμού. Πως εσύ που διαβάζεις πολύ και είσαι σ δεν το βλέπεις. Όλα είναι ψεύτικα εδώ από τις σχέσεις των ανθρώπων μέχρι ο κόσμος μας. Χαιρετούσες όλον τον κόσμο που σε έβλεπε φώναζες από μακριά αν δεν σε έβλεπαν. Πήγαινες κοντά τους φίλαγες τους ρώταγες τι κάνουν. Πάντα με το χαμόγελο με την πλάκα με την ζεστασιά με το φως που έδινες. Μερικές φορές τσακωνόσουν κιόλας. Εγω σου φώναζα και σε μάλωνα και μου έλεγες όπως μαμά δίνω την καρδιά μου χρειάζεται να τους τα λέω αμεσα και να μην κοροιδεύω για αυτά που νοιώθω. Ησουν πάντα ριψοκίνδυνος, δεν φοβόσουν τίποτε. Ανέβαινες στις μηχανές, έκανες σούζες, φλερτάριζες συνέχεια με τον θάνατο

. Ολο με ρωτούσες μαμά εσύ που τα ξέρεις αυτά και είσαι σοφή πές μου τι γίνεται μετά που πεθαίνουμε. Διάβασε εσύ που είσαι σοφή να μου πεις. Ψάξε και πές μου θέλω να ξέρω. Μαμά θέλω να ξαναβρεθούμε μου είπε μια μέρα κλαίγοντας δεν θέλω να σε χάσω ούτε εσένα ούτε τον μπαμπά ούτε την αδελφή μου ούτε την γιαγιά. Σας θέλω όλους ίδιους πάλι να είμαστε όλοι μαζί. Σε παρακαλώ αυτό δεν το αντέχω. Από μικρό σε απασχολούσε ο θάνατος λες και ήξερες ότι θα φύγεις νέος. Για αυτό πάντα βιαζόσουν. Μάνα γρήγορα που έλεγες δεν έχουμε χρόνο. Θέλω όλα να τα κάνω. Καλά παιδί μου σου έλεγα. Πάντα το ξέραμε και οι δύο μας από μέσα μας χωρίς όμως να το συνδοτοποιούμε ότι θα φύγεις. Πές μου μαμά πως είναι εκεί στον θάνατο. Ένα πέρασμα του έλεγα. Πάντα μαζί θα είμαστε μόνο το σώμα μας φεύγει όλα τα άλλα μένουν. Πάνω από όλα η αγάπη υπάρχει και την κουβαλάμε πάντα για αυτό αγάπα όσο μπορείς όλους και όλα. Μανούλα μου φώναζες από μακριά. Μαμά σε αγαπώ. Μου το έλεγες συνέχεια. Όταν τσακωνόμαστε μου έλεγες. Μαμά έλα να αγκαλιαστούμε δεν θέλω μούτρα σε παρακαλώ.

Πάντα ήσουν πατριώτης λάτρευες την Ελλάδα. Μάνα μου έλεγες δεν υπάρχει καλύτερο μέρος από την Ελλάδα. Όταν είχαμε πάει στην Αμερική και γυρίσαμε πίσω την πρώτη φορά μικράκι ήσουν ακόμα. Με το που πατήσαμε το πόδι μας στην Ελλάδα έσκυψες και φίλησες το χώμα. Σε έκαναν δεκτό σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στην Αμερική για τα σχέδια σου αλλά εσύ τελικά δεν πήγες. Είμαστε Αμερική όταν μάθαμε ότι σε κάλεσαν να πας στρατό. Πρώτη φορά έβλεπα παιδί να κάνει τόση χαρά. Πήδαγες και φώναζες ότι θα πας στον στρατό. Δεν κρατιόσουν με τίποτε. Εγω μέσα μου θλιβόμουν. Ενοιωθα ότι τα δικά μου όνειρα που νόμιζα ότι ήταν και δικά σου δεν θα γινόντουσαν ποτέ. Δεν αντέχω μακριά της μόνο εδώ είναι η ζωή μου έλεγες. Για αυτό πήγες στα αλεξίπτωτα. Τι να σας πως μου έλεγε ο Διοικητής αυτό το παιδί πριν προλάβουμε να ανοίξουμε την πόρτα αυτός πηδάεικαι δεν φοβάται τίποτε. Εγώ μαμά πρώτος θα βάλω την σημαία στην Αγιά Σοφιά θα τους νικήσουμε τους Τούρκους θα πάρουμε πίσω την πόλη. Θα μου την δώσει ο Θεός αυτή την χάρη. Μετά πήγες στην Αστυνομία και εκεί πάλι βγήκες μέσα στους πρώτους. Μετά έφυγες και από εκεί και ήθελες να κάνεις ναυτιλιακά.

Εμπιστευόσουν τους ανθρώπους, τους λάτρευες, τους φιλοξενούσες. Ερχόταν συρφετός στο σπίτι από νέα παιδιά καινούργια που ούτε καν τα ήξερα. Θύμωνα καμμιά φορά βρε γιαννάκη του έλεγα. Οποιον γνωρίζεις τον φέρνεις σπίτι. Ναι μαμά οι άνθρωποι είναι καλοί μην τους φοβάσαι εσύ μου τα έμαθες όλα αυτά. Τώρα τι έπαθες και είσαι αφιλόξενη.
Πακιστανοί, μαύροι όλος ο κόσμος. Μιλούσε Αλβανικά . Του έλεγαν έλα στην Αλβανία θα σε κάνουμε Πρόεδρο είσαι δικός μας άνθρωπος.

Μάλλον το ήξερες ότι θα φυγεις και ήθελες να ζήσεις. Πριν το ατύχημα κάθε ημέρα διασκέδαζες, έβγαινες, το τηλέφωνο χτύπαγε κάθε 2 λεπτά. Ηθελες να τους βοηθήσεις όλους. Μαμά βάλε μια από τις γνωριμίες σου να βοηθήσουμε τον τάδε φίλο τον άλλον τον παράλλο. Ότι είχες το μοιραζόσουν. Ότι του έλεγα για να κάνει το έλεγε παντού το μοιραζόταν, ήθελε να το δώσει και στους άλλους.
Ντυνόσουν πάντα με στυλ. Αγαπούσες τα παπούτσια, τα όμορφα ρούχα. Τις κολώνιες, τα γιαλιά ηλίου. Ολο αντάλλαζες ρούχα με τους φίλους σου.

Η μεγάλη σου αγάπη τα κορίτσια. Μαμά σε άλλη ζωή πρέπει να ήμουν μαχαραγιάς στην Αραβία. Για κοίταξε το λέει το ωροσκόπιο μου. Τις αγαπάω πολύ αλλά για κοίτα το χάρτη της ταιριάζω. Τον τελευταίο καιρό είχες γνωρίσει την Κωνσταντινούλα, Μαμά μου έλεγες εγώ εδώ θα αράξω και θα κάνω και ένα μωρό πρώτα τον Χριστάρα και μετά την Μπελλίτσα και αμα μπορέσουμε θα κάνω και τρίτο τον Μανωλάκη γιατί είναι και αυτός σαν πατέρας μου. Είμαι ευτυχισμένος μαζί της ταιριάζουμε. Το καλοκαίρι θα πάω στην Ελαφόνησο και μετά θα πάμε στην Ικαρία. Εκεί είναι η πατρίδα μου την λατρεύω θα χορεύω τον Καριώτικο.
Το ατύχημα έγινε στις 2.2 στις 2.10 τα ξημερώματα. Πάλεψες σαν παλλικάρι και κέρδισες την μάχη με τον θάνατο. Εχασες τον φίλο σου πήγες και έκανες τατουάζ στο χέρι με το όνομά του. Με ρώταγες μάνα που είναι ο Κώστας θα τον βρω για πες μας εσύ που ξέρεις τι θα γίνει. Μάνα πές μου για το πέρασμα που μου έλεγες θα τον βρω μετά. Ναι παιδί μου του έλεγα τίποτε δεν χάνετε.

Ολη σου την ζωή ήθελες την γρηγοράδα σαν να μην είχες καταλάβει ότι εδώ η ζωη στην γη είναι αλλοιώς. Αγαπούσες τις μηχανές γιατί σου έδινες την γρηγοράδα των Αγγέλων Είχες την πίστη και την αφέλεια των Αγγέλων. Εμπιστευόσουν τους πάντες. Φοβόσουν τον θάνατο επειδή είχες καταλάβει ότι εδώ είμαστε πεθαμένοι. Εκεί είναι η ζωή όχι εδώ.

Πήρες τόσο πολύ αγάπη από όλους. Κέρδιζες παντού όλοι σε αγαπούσαν και σε ήθελαν. Ηθελαν την παρέα σου το χαμόγελό σου. Μπορεί να μάλωνες αλλά στο τέλος συμφιλιωνόσουν. Μάνα μην θυμώνεις με κανέναν όλοι άνθρωποι είμαστε μου έλεγες.Είμαστε όλοι καλοί. Δειχνουμε κακοί και σκληροί από έξω για να προστατευόμαστε. Και εγω που σου φωνάζω και σένα και στον μπαμπά μέσα μου δεν αλλάζει τίποτε.Αλλά είσαι ξανθιά και με νευριάζεις και ο μπαμπάς τα ίδια. Αλλά να θυμάστε σας αγαπάω πολύ.

Συγνώμη αν σε έχω στεναχωρήσει μανούλα και όλους σας μου είπε την Κυριακή που ήθελε όπωσδήποτε να κοινωνήσει. Στην κοπέλα του είπε θέλω στην κηδεία μου να φοράτε όλοι άσπρα. Τι βλακείες λες του είπε η Κωνσταντίνα.Κάνε αυτό που σου λέω.

Αγόρι μου ήρθες από τον Παράδεισο κατευθείαν για να μας διδάξεις πως είναι εκεί. Για να μας ξυπνήσεις , να μας φωτίσεις, να μας δειξεις τον αληθινό κόσμο.

Ελεγα ο γιός μου και ΦΩΤΙΖΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΓΙΑ ΜΕΝΑ. ΕΛΕΓΑ ΘΑ ΣΑΣ ΓΝΩΡΙΣΩ ΤΟΝ ΓΙΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΝΑ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΣΕΤΑΙ. ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥ ΗΡΘΕΣ ΚΑΙ ΜΟΥ ΕΚΑΝΕΣ ΤΟ ΠΟΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΩΡΟ. ΕΙΜΑΙ Η ΠΟΙΟ ΤΥΧΕΡΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. ΖΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΖΕΙΣ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ.
ΣΥΝΤΟΜΑ ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ. ΣΤΟ ΑΛΛΟ ΣΥΜΠΑΝ ΟΠΩΣ ΣΟΥ ΕΛΕΓΑ
Η ΠΕΜΠΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ. ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙΩΣ ΤΟ 2012 ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕΣ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ. ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΣΟΤΗΤΑ.

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΒΑΘΕΙΑ ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΑΝΑΤΟΣ. ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΑΣΜΑ. ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΟΥ ΕΛΕΓΑ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙΩΣ. ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΑ ΗΞΕΡΑΝ ΟΛΑ. ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΕΙΧΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.

ΘΕΛΩ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΤΕΤΡΙΜΜΕΝΗ ΜΟΥ ΚΑΡΔΙΑ ΝΑ ΠΩ ΟΤΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΩΡΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΦΗΝΕΙ Ο ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ. ΑΝΟΙΞΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΑΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΚΑΙ ΑΓΑΠΑΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΑ ΘΥΜΟ Η ΜΕ ΕΙΧΑΝ ΒΛΑΨΕΙ.

ΣΥΓΝΩΜΗ ΑΝ ΕΧΩ ΠΛΗΓΩΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΠΟ ΕΔΩ ΠΟΥ ΕΙΣΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΕΜΕΝΟΙ.
ΓΙΕ ΜΟΥ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΗΡΘΕΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ Μ ΟΥ ΦΩΤΙΖΕ ΜΑΣ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ»

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

μ{π}εσα στην οργη

Λενε πως οι λεξεις πλαθουν συνειδησεις..
Λενε πως μπορουν να σου τεμαχισουν την καρδια σα κοφτερο λεπιδι σε χιλια μικρα κομματια.
Πως μπορουν να σου γλυψουν το μυαλο και να καθαρισουν καθε ακαθαρτη σκεψη φερνωντας σου τη λυτρωση.
Μπορουν να σε κανουν να αγαπησεις,να μισησεις,να κλαψεις,να αδιαφορησεις.
Να ταυτιστεις,να μειδιασεις,να μουδιασεις,να ουρλιαξεις.
Ετσι λενε.
Οι ανθρωποι.Οι λεξεις.Οι σκεψεις, οι αναρχα τοποθετημενες η οι με προμελετημενο μοτιβο ανακατασκευασμενες.
Λεξεις,προτασεις,αραδες.
Στο διαολο να πανε ολα.
Αγαπω και μισω τον κοσμο.Ξερω ειναι καιρος να επιλεξω,μα κατι δε με αφηνει.
Δεν μπορω.
Οποιος ειπε ''δεν υπαρχει δεν μπορω, υπαρχει δε θελω'' ,διαολε πηγαινε και απο αυτον μια βολτα.
Θελω να πεταξω.Μπορω;Προφανως οχι.
Δε θελω να σε δηλητηριασω με την οργη μου,δε θελω να σε κανω μηδενιστη,δεν ειμαι τιποτε περισσοτερο,τιποτε λιγοτερο απο εσενα.
Ιδιο αιμα κυλαει στις φλεβες μας.
Δεν μπορω να σε κανω τιποτα.Πρωτον γιατι δεν εχω το δικαιωμα και δευτερον γιατι απλα δε θελω.

Σε σενα ανθρωπε που σε μισω θανασιμα.
Που εχεις προδωσει τον εαυτο σου,τη φυση και τους αλλους ανθρωπους υπνωτισμενος απο το ανεαο κυνηγι σου με το χρημα.
Που για σενα το να βλεπεις παιδια να πεθαινουν επειδη πεινανε στις ειδησεις δε σου κανει τιποτα πια.Ναι ξερω χοντρομαλακα φαε αλλη μια μπουκια.
Εκει,μην αλλαξεις θεση,μπροστα στον πιο πιστο σου συντροφο,το τετραγωνο χαζοκουτι.
Φαε αλλη μια μπουκια πλαστικο φαι,μπροστα στη θεα του θανατου.Χορτασες θανατο;
Μη ξεχασεις να χωνεψεις το ψ-αιμα σου με μια δοση κοκα-κολα.
Ναι σε σενα απευθυνομαι που εχεις ξεχασει να κανεις ονειρα...
και τα μονα ονειρα που κανεις ειναι τα μασημενα, κονσερβοποιημενα, ετοιμα ονειρα που σα ζομπι χαφτεις μπροστα απο την τι; Βι. - Γι.δι !
Κανε ααα.Φαε ενα ονειρο μαλακα.
Εγω ξερω.. γιατι τις νυχτες ξυπνας με κρυο ιδρωτα.
Σε σενα που εχεις ξεχασει τι θα πει δημιουργια και βρισκεις ευχαριστηση μονο μεσα απο την καταστροφη.
Μεγαλωνεις με πολεμικα παιχνιδια,τη βρισκεις να βλεπεις ανθωπους να αλληλοσκοτωνονται σε ταινιες, που οι 'ανθρωποι' που τις απαρτιζουν ειναι αυτοι που κανεις προτυπα,κανεις ειδωλα -αν εχεις το θεο σου- ..Υπαρχει θεος;
και οταν δεν μπορεις να το δεις το κανεις στη ζωη σου.
Καταστρεφεις ο,τι αγγιζεις,δεν μπορεις να αγαπησεις κανεναν περα απο τον εαυτο σου -αν μπορεις να το κανεις και αυτο-...Και επειδη ΔΕΝ μπορεις ...
Καλυπτεις τη βρωμα σου με ακριβα αρωματα,αλλα τα σκατα παντα μυριζουν.
Παστωνεις την ασχημια σου με τονους μεικ-απ,αλλα οι γαζες που σε εχουν τυλιξει,λιγο να φυσηξει πεφτουν και τοτε φαινεται ολο το μεγαλειο σου,παλιομουμια.
Καλυπτεις το κενο μεσα σου με την καταναλωτικη μανια σου.
Μικρο κενο σημερα;Ενα καινουργιο κινητο θα το καλυψει.
Νοιωθω αδειος τι να κανω;
Ενα καινουργιο αυτοκινητο να παρεις.!Θα σε ανανεωσει.
Μιζερε,τιποτενιε,βλακα.
Ναι σε σενα απευθυνομαι ειτε εισαι αντρας ειτε γυναικα, δε με νοιαζει.
Μπουχτισα πια.Επιφανεια.
Ψευτοκουλτουρα και δηθενισμο.
Θα μαθω τα παντα για τη λογοτεχνια θα μαθω τα παντα και ακομα περισσοτερα για τη μουσικη και θα γινω Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ,οχι γιατι γουσταρω.Οχι γιατι με καυλωνει,αλλα απλα να...
Γιατι πρεπει να ειμαι ο καλυτερος.
Γιατι;
Μα για να ερχομαι πρωτος φυσικα.
Φαινεσθαι και εγωκεντρισμο.
Θα φοραω το πιο ακριβο κοστουμι της αγορας και ας εχει ραφτει καπου στις Φιλιππινες..
απο μικρα παιδια. για μια κουπα ρυζι.
Στα αρχιδια μου.Δικα μου παιδια ειναι;
Γιατι και στα δικα σου παιδια ΒΛΑΚΑ φερεσαι καλυτερα;
Βγαλε ολα τα απωθημενα σου,ολους τους κομπλεξισμους σου πανω στο παιδι σου οταν δεν μπορεις να το κανεις ρεπλικα του εαυτου,γιατι δε δεχεσαι οτι κατι ΔΙΚΟ ΣΟΥ, το ιδιο σου το παιδι μπορει να σκεφτει ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ.
-ΧΩΡΙΣ Ε Ε εμενα;;;;;
Δικο σου ε;Ναι,ναι το δικο σου παιδι.
Για να μπορεις να το πλασεις καθ'εικονα και ομοιωση σου ε μικρε θεουλη;
ΥΠΑΡΧΕΙ υπαρχει ΘΕΟΣ! -ειχα ρωτησει πιο πανω-.
Πως να μην υπαρχει οταν φερεται σαν θεος.
Φερεται στα παιδια του σα θεος,
στον πλανητη σα θεος,
στα υπολοιπα πλασματα του πλανητη σα θεος.
Αει στο διαολο θεε.
Σε σενα 'ανθρωπε' λοιπον που σε μισω και λυπαμαι που δεν μπορω να σε αγαπησω,δε θελω να σε αλλαξω.
Εισαι καταδικασμενος.
Μια μετρια ζωη και απο κει που ρθες.Στο διαολο δηλαδη...
Δε δεχομαι οτι κοιμασαι,προσποιεισαι οτι κοιμασαι.
Αν δεν θελεις να ξυπνησεις,αν δε θελεις να δεις οτι ο κοσμος που με τοσο παθος τοσα χρονια πρεσβευεις εχει τα θεμελιωθει πανω σε σκατα και το ιδιο εισαι και εσυ δικαιωμα σου.
Αλλα αν το κανεις...
Αν αποφασισεις ποτε και το κανεις...
Δε θα σου πω εγω τι θα δεις.
Γιατι ουτε εγω ξερω...
Στον ιδιο σκατενιο κοσμο με σενα ζω.
Αλλα εγω παραλληλα ειναι φορες που αγαπω τον κοσμο.
Και ειναι τοτε.
εκεινες τις νυχτες...
που δε με λουζει κρυος ιδρωτας..
και τοτε εχω τα πιο ομορφα ονειρα...
Σ

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Θέλω να ζήσω ελεύθερος

Θέλω να ζήσω ελεύθερος

freedom
-Θέλω να ζήσω ελεύθερος!
-Τι εννοείς ελεύθερος;
-Ελεύθερος να κάνω αυτό που θέλω, τη στιγμή που θέλω, με τα μέσα που διαθέτω.
-Μα είσαι!
-Πως είμαι; μπορώ να βγω γυμνός στο δρόμο, χωρίς να απειληθεί η ελευθερία μου;
-Η ελευθερία σου σταματάει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του συνανθρώπου σου.
Αν ζούσες σε έναν κόσμο που ήταν κοινός αποδεκτό να κυκλοφορείς γυμνός, δεν θα είχες πρόβλημα.
-Κοινός αποδεκτό ε; κοινός αποδεκτό είναι να καταναλώνουμε πετρέλαιο ως καύσιμο, παρόλο που υπάρχουν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και να καταστρέφουμε το περιβάλλον;
-Τι σχέση έχει αυτό με την ελευθερία την δικιά σου;
-Πως δεν έχει σχέση; πόσο ελεύθερος είμαι, όταν υπάρχει η γη να σκάψω και να φυτέψω ότι θέλω, αλλά δεν μπορώ να την χρησιμοποιήσω επειδή είναι ιδιοκτησία ενός τύπου που μπορεί να μένει ίσος και σε άλλη ήπειρο;
-Τώρα την πας αλλού την κουβέντα! Ανοίγεις μεγάλη ιστορία!
-Και όμως! Όταν λέω ελεύθερος αυτό το πράγμα εννοώ. Και αν θέλεις να σε βάλω πιο βαθιά στη σκέψη μου θα σου πω πως ακριβός φαντάζομαι μια δικιά μου ελεύθερη μέρα.
-Χαχα! Αυτό θα έχει πλάκα… για πες.
-βλέπω στον ύπνο μου ότι παίρνω το intercity και θέλω να πάω Γερμανία. Φυσικά δεν κρατάω βαλίτσες γιατί δεν τις χρειάζομαι. Εκεί στα μισά της διαδρομής γίνεται ένας δυνατός σεισμός και το τρένο σταματάει. Το σύστημα φωτισμού τα παίζει. Σβήνουν τα φώτα και ξυπνάω.
-Χαχαχα όνειρο μέσα στη φαντασία! Χαχαχα! Για συνέχισε…
-Σηκώνομαι πάω στη τουαλέτα, μπαίνω στο μπάνιο, ανοίγει μόνο του το νερό σε θερμοκρασία λίγο πιο ζεστή από αυτή του δέρματος μου και χαλαρώνω για λίγα λεπτά.
-Μάλιστα, έρχεται και η ρομπότ ο-υπηρέτρια και σου κάνει και ένα μασάζ ε;
-Θα μπορούσε αλλά δεν είμαι τόσο απαιτητικός. Τέλος πάντων. Ντύνομαι και βγαίνω από το σπίτι με σκοπό να εξερευνήσω κάτι νέο σήμερα. Ίσως να επισκεφτώ και μία φίλη που αυτές τις μέρες μου είπε πως θα είναι στη Θεσσαλονίκη.
Παίρνω ένα αμάξι λοιπόν και βάζω προορισμό την Θεσσαλονίκη. Αράζω.. αλλάζω από οθόνη πλοήγησης σε ηλεκτρονική εφημερίδα και διαβάζω τα νέα. “Ξεκίνησε έρευνα γύρο από την αίσθηση αφής στα ολογράμματα! Ο στόχος των επιστημόνων είναι να βρουν έναν τρόπο ώστε ο παρατηρητής όχι απλά να μπορεί να δει ένα ολόγραμμα, αλλά να μπορεί να το ακουμπήσει κιόλας.”
-Έχεις πολύ φαντασία ρε αδερφάκι μου…
-Κάτσε κάτσε δεν τελείωσα. -Οκ συνέχισε.
-Πατάω “περισσότερες πληροφορίες”, μου βγάζει τα δεδομένα και ξεκινάω να διαβάζω.
Είναι μια ομάδα φοιτητών από την Ιρλανδία που κάνουν αυτή την έρευνα και βρίσκουν δυσκολίες σε κάποια θέματα όπως, “πως θα κάνεις τα μόρια σε συγκεκριμένα σημεία να συμπεριφερθούν σαν να είναι στέρεη μάζα”.
Παρατηρώ πως στα σχόλια από κάτω δεν έχει γράψει κανείς τίποτα. Κοιτάω ημερομηνία, η έρευνα έχει ξεκινήσει εδώ και τρεις μέρες. Ωραία! Πατάω νέο σχόλιο και λέω “η αίσθηση της αφής θα μπορούσε να επιτευχθεί με κατευθυνόμενους μαγνητικούς παλμούς”. Το σχόλιο καταγράφηκε! Και συνεχίζω να διαβάζω άλλα νέα και βελτιώσεις σε εργαλεία. Το σύστημα αναφέρει πως υπάρχουν 7 διαθέσιμες οικίες κοντά στο λευκό πύργο. Κοιτάω στον τρισδιάστατο χάρτη, πάω να διαλέξω μία αλλά κοκκίνισε. Προφανώς την πρόλαβε κάποιος άλλος. Διαλέγω μία άλλη και βάζω άμεσο προορισμό σε αυτή.
Στα μισά της διαδρομής περίπου μία ώρα και κάτι από την ώρα που ξεκίνησα, με ειδοποιεί το σύστημα πως το σχόλιο που έκανα, βοήθησε την έρευνα και ξεκινάει η κατασκευή του ηλεκτρονικού τμήματος, που θα προσαρμοστεί στο σύστημα προβολής ολογράμματος. Πατάω ένα κουμπί “αγαπημένα” και συνεχίζω να απολαμβάνω το ταξίδι.
Η μέρα είναι τέλεια έξω και γι αυτό ελαττώνω την ταχύτητα του οχήματος ώστε να προλαβαίνω να παρατηρώ καλύτερα τη φύση και την τεχνολογία που εναρμονίζεται με αυτή.
Παντού δέντρα, θάμνοι, πορτοκαλιές, μηλιές, λεμονιές, σύγχρονα σπίτια ανάμεσα σε φοίνικες, έλατα, και πολλά άλλα που δεν τα γνωρίζω και πατάω στον υπολογιστή να μου δώσει πληροφορίες.
-Κάτσε! Πληροφορίες από αυτά που βλέπεις έξω;
-Ναι!
-Πως;
-ότι υπάρχει πάνω στη γη είναι καταμετρημένο και αποθηκευμένο σε μία τεράστια βάση δεδομένων, η οποία έχει καταγεγραμμένη τη θέση του, την κατάστασή του και κάποιες ακόμα πληροφορίες οι οποίες είναι άμεσα διαθέσιμες στον κάθε ένα, απλά με ένα κλικ στον χάρτη.
-Αααα φακέλωμα κανονικό δηλαδή ε;
-φυσικά; σε έναν ελεύθερο κόσμο δεν έχεις να φοβηθείς κάτι.
-Μάλιστα. Δηλαδή όλοι μπορούν να ξέρουν τα πάντα για όλους, απλά με ένα κλικ.
-Φυσικά !!! αφού όλοι θα έχουν μάθει να κινούνται με γνώμονα το κοινό όφελος και όταν λέω κοινό βάζω όλα τα στοιχεία της φύσης!
-Μου περιγράφεις μία ουτοπία τώρα.
-Καταλαβαίνω ότι ο λόγος που τη λες ουτοπία είναι επειδή μεγάλωσες σε ένα κόσμο που για να επιβιώσεις πρέπει να φοβάσαι.
-Αααα εσύ είσαι από άλλο πλανήτη δηλαδή ε;
-Όχι αλλά θα ήθελα να πάω.
-Μπορείς να πάρεις το διαστημόπλοιο σου και να πας τότε ρε συ.
-Εδώ είναι το κλειδί της υπόθεσης! Η ιδιοκτησία. Παρατήρησες στην περιγραφή που σου έκανα να χρησιμοποίησα καθόλου το μου; εκτός από το όνειρό μου;
-Εεε αν και δεν νομίζω αλλά το αμάξι; δεν ήταν δικό σου;
-Όχι!
-Και ποιανού είναι; ποιος πληρώνει την βενζίνη;
-είναι κοινό και λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια! Δεν χρειάζεται να ξέρεις να οδηγάς αφού έχει αυτόματο πιλότο και σύστημα εντοπισμού θέσης και τηλεκατεύθυνση, αν και μπορείς να τα απενεργοποιήσεις και να το γυρίσεις σε χειροκίνητη λειτουργία. Αλλά δεν μπορείς να οδηγάς και να είσαι και στο ίντερνετ να διαβάζεις τα νέα, ή να μιλάς στο τηλέφωνο. Δεν πληρώνει κανείς γιατί ότι κατασκευάζεται, κατασκευάζεται και συντηρείται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ρομποτικά συστήματα. Αυτό που κάνει ο άνθρωπος όταν και αν θέλει, είναι να ανακαλύπτει νέες τεχνικές η/και ελαττώματα και να παίρνει και να στέλνει ιδέες σε βάσεις δεδομένων για την αναβάθμιση της κάθε συσκευής-κατασκευής η ακόμα και για την δημιουργία μιας νέας.
-Και ποιος διαχειρίζεται αυτούς τους υπολογιστές;
-Όλοι! Επειδή για όλους είναι ευνόητο πως ο σκοπός της δημιουργίας ή της αναβάθμισης ενός επιτεύγματος θα αποσκοπεί πρώτα στο κοινό όφελος χωρίς φυσικά να λείπουν και οι ιδιαίτερες προτιμήσεις.
-σωστό και αυτό.
-Να συνεχίσω;
-Για συνέχισε να δούμε.
-Χμμ που είχα μείνει;
-Εκεί που έπαιρνες πληροφορίες για τα δέντρα.
-Α ναι! Λοιπόν. Κατά την διαδρομή με παίρνει η φίλη μου τηλέφωνο και μου λέει πως το βράδυ θα έχει πάρτι στις καβουρότρυπες, παραλία γυμνιστών στη Χαλκιδική. Της λέω πως σε 3 ώρες περίπου θα είμαι εκεί. Μου λέει αν μπορώ να έρθω πιο γρήγορα να πάμε να δούμε το Τεχνητή Νοημοσύνη. Αν και δεν με ενθουσιάζουν οι παλιές ταινίες, της λέω πως μπορώ να είμαι εκεί σε 30 λεπτά το λιγότερο. Μου λέει να συναντηθούμε κάπου σε μία ώρα. Νωρίτερα δεν μπορώ. Της λέω έχω κρατήσει σπίτι δίπλα στο λευκό πύργο. Μου λέει οκ, σε μία ώρα εκεί.
-Κάτσε κάτσε! Τώρα αν κατάλαβα καλά την πήρες από το κινητό σου, στο κινητό της, που έχει σύστημα εντοπισμού και σου έστειλε για την παραλία… και της έστειλες για το σπίτι που θα είσαι..
-Ναι.. αν και.. δεν είναι ακριβός δικό μου το κινητό. Είναι μία συσκευή ενσωματωμένη στα ρούχα που φοράω, η οποία αντί για κάρτα σιμ αναγνωρίζει ποιος είμαι από το DNA μου και οι επαφές μου είναι αποθηκευμένες σε βάση δεδομένων στο δίκτυο. Και ναι, άλλαξα και την ταχύτητα στο αυτοκίνητο για να πάω πιο γρήγορα. Και έβαλα μουσική, και μέχρι να φτάσω μπήκα σε μία σελίδα που σου μαθαίνει ισπανικά.
-χαχαχαχαχαχαχα! Αυτό τελικά δεν είναι απλά σκέψη, ούτε καν φαντασία! Είναι επιστημονική ουτοπία! Και γιατί να μάθεις ισπανικά; αφού σίγουρα θα υπάρχει ηλεκτρονικός διερμηνέας!
-Γιατί όχι; είμαι ελεύθερος να μάθω ότι θέλω! Ξέρω πως θα με βοηθήσει να μπορώ να επικοινωνώ καλύτερα και με άλλους ανθρώπους.
-Καλό είναι να επικοινωνείς, εντάξει, ωραία όλα αυτά που λες, αλλά πρώτον πώς γίνεται η μετάβαση από το βόθρο που βρισκόμαστε τώρα, στον παράδεισο που μου περιγράφεις και δεύτερον από τη στιγμή που θα γεννηθεί κάποιος μέχρι που θα πεθάνει θα μαθαίνει θα επικοινωνεί και θα διασκεδάζει; δεν θα βαρεθεί; δεν χρειάζεται κάποιο κίνητρο;
-Κοίτα. Ένας άνθρωπος όταν γεννιέται, παρατηρεί το κάθε τι, το επεξεργάζεται, και προσαρμόζεται γενικότερα στο περιβάλλον του!
-Σωστά
-Τι κίνητρο έχει ένα βρέφος που μπουσουλάει προς ένα παιχνίδι που πρώτη φορά βλέπει;
-ξέρω ‘γω; θέλει να εξερευνήσει.
-Ακριβός! Το παίρνει, το επεξεργάζεται, παίζει με αυτό και μετά ψάχνει κάτι άλλο!
-Αααα κατάλαβα που το πας! Ωραία! Και αν πηγαίνει προς ένα ηλεκτρικό σίδερο;
-Τότε ή που θα το πιάσει και θα καεί και θα μάθει άμεσα και εμπειρικά, ή που θα το προστατέψει ο γονιός του τρομάζοντας το, δηλαδή δημιουργώντας του φόβο.
-θες να πεις πως… εντάξει, κατάλαβα. Και η μετάβαση;
-εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Αυτό που χρειάζεται είναι υπομονή και πολύ επικοινωνία! Συγκαταβατική επικοινωνία. Χρειάζεται να ανακαλύπτουμε τον τρόπο που σκέφτεται ο συνομιλητής μας, να τον κατανοούμε και να προσπαθούμε να του μιλήσουμε με τον τρόπο που αποδέχεται. Και ιδικά για τα μικρά παιδιά να τους μαθαίνουμε να μοιράζονται πράγματα και να σέβονται την διαφορετικότητα.
Ξέρω πολύ καλά πως κάτι τέτοιο αν το ζήσω θα είμαι πολύ γέρος για να το απολαύσω. Αλλά επειδή αν συνεχίσουμε έτσι τα παιδιά μου θα ζήσουν πολύ χειρότερες μέρες, και τα εγγόνια μου είναι αμφίβολο αν θα μπορούν να επιβιώνουν. Και επειδή ξέρω πως θα μετανιώνω πικρά, που δεν έκανα κάτι να σταματήσω αυτή την κατρακύλα, γι αυτό και ότι μπορώ κάνω για αυτή τη μετάβαση που λες. Για αυτό και ξεκινώντας σου είπα “Θέλω να ζήσω ελεύθερος!”

http://chmod754.wordpress.com/

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Για το Εμείς ρε !


Κάπου είπα κι εγώ να ξαναπεράσω μια βόλτα απο εδώ.... Να μοιραστώ κάποιες σκέψεις. Σε κάποιους δεν θα αρέσουν , κάποιους μπορεί και να τους βρει σύμφωνους... Εγώ απλά θέλω να το μοιραστώ, κάτι που κάνω σπάνια απο το διαδίκτυο γιατί προτιμώ την προσωπική επαφή στη πλατεία, στο δρόμο, στις συγκρούσεις, στο ''Εμείς'' ...

Ζούμε στο μισό του πλανήτη που εκμεταλλεύεται το άλλο μισό... Με αυτό θέλω να ξεκινήσω. Είμαστε στη μεριά των δυτικών, των ''εξελιγμένων'', των ''πολιτιστικά ανώτερων'' . Κι όμως ο δικός μας πολιτισμός, που βασίζεται στα υλικά αγαθά και στην κατανάλωση βομβαρδίζει τη Λιβύη και η χώρα έχει μπει σε εμφυλιακό κλίμα. Πάλι είναι δυο πλευρές. Αυτή των ''ανθρωπιστών'' δυτικών που προσπαθούν να βοηθήσουν τη ''δημοκρατία'' και των τυρράνων που σκοτώνουν τη δημοκρατία που ονειρεύομαστε εμείς οι δυτικοί. Μα το μόνο που βλέπω είναι δυο πλευρές που προσπαθούν να υπερισχύσει η μια πάνω στην άλλη για την εξουσία. Στη μέση μονάχα βλέπω τον κόσμο απο τη μια πλευρά να χωρίζεται κι αυτοί που κάποτε μπορεί να πίνανε το καφέ τους σε κάποιο παζάρι της Τρίπολης μαζί, ν'αλληλοσκοτώνονται για τα συμφέροντα των άλλων...Πόσο τραγικό είναι αυτό ;;;

Στη Συρία οι άνθρωποι πέφτουν συνεχώς νεκροί απο τις σφαίρες συμπολιτών τους , ανθρώπων που λοβοτομήθηκαν και ποτίστηκαν με την ηδονιστική πλευρά της εξουσίας. Κι όλο αυτό για να κρατήσουν μερικές οικογένειες την εξουσία. Εδώ πάλι απουσιάζει ο κόσμος, ο κόσμος που είναι αυτός που πεθαίνει στα κελιά τους, στο δρόμο φωνάζοντας για ένα καλύτερο μέλλον, με μια σφαίρα στο κεφάλι ενώ βινετοσκοπεί τις κτηνωδίες των ''άλλων συμπολιτών'' του.

Θα μπορούσα να αναφέρω τη Τυνησία, τη Παλαιστίνη, την Αίγυπτο αλλά θεωρώ πως είναι γνωστά σε όλους και πάνω κάτω ξέρετε τί γίνεται εκεί...

Μα θα γυρίσω προς το μέρος της Ελλάδας, εδώ στις πλατείες που γεννιέται κάτι Καινούριο και προσπαθεί να σκαρφαλώσει πάνω στην αποστεωμένη ραχοκοκκαλιά του Παλιού.

Θα μιλήσω για τη δικιά μας πλατεία , τη πλατεία που ανήκει σε όλους όσους αντιστέκονται στον βάναυσο σοσιαλισμό τους, σε όσους σκέφτονται να αντισταθούν αλλά φοβούνται και κρύβονται πίσω απο τα χρέη που τους φόρτωσε το ρημάδι το μυαλό τους και η πίστη πως η καλύτερη η ζωή έρχεται με τα υλικά αγαθά, σε όσους ακόμα δεν έχουν καταλάβει τί έχει γίνει και έχουν αναισθητοποιηθεί... Ναι ακόμα και σε αυτούς ανήκει η πλατεία φίλοι μου. Δεν μπορούμε να τους αναγκάσουμε να εξεγερθούν, να πάρουν μια πέτρα , να διαδηλώσουν ειρηνικά - πείτε το όπως θέλετε- αλλά έχουμε την ηθική υποχρέωση να καταφέρουμε να τους δώσουμε την δυνατοτήτα να αναθεωρήσουν και να σκεφτούν με το δικό μας παράδειγμα, ελεύθερα, ανθρώπινα. ΕΛΕΥΘΕΡΑ επαναλαμβάνω. Όλο αυτό μπορεί να πραγματωθεί μονάχα όταν εμείς έχουμε παλέψει με τον πιο μίζερο εχθρό μας. Τον ίδιο μας τον εαυτό, τον εαυτό που έχει ακόμα μέσα του την ανάγκη για την επιβολή της εξουσίας και την ανάγκη να εξουσιαστεί και να του χαράξουν γραμμές και μονοπάτια που άλλοι σχημάτισαν γι' αυτόν.

Ποιοί Πρώτοι του Συντάγματος , ποιοί Ξεχασμένοι του Συντάγματος και ποιοί οι Τελευταίοι ;;; Μπήκαμε ξαφνικά σε σειρές και βάλαμε σειρά αναμονής για να θερίσουμε απο τα ''επαναστατικά'' μας εχέγγυα ;;; Για να φανούμε μέσα απο το πρίσμα της φιλοδοξίας μας και να αποδείξουμε πως είμασταν σωστοί ''επαναστάτες'' ;;; Πάλι για να κοιταχτούμε στον καθρέφτη μετά απο χρόνια και να γίνουμε ίδιοι με το κτήνος που τώρα πολεμάμε ; Με την γενιά του Πολυτεχνείου που ξεπούλησε αγώνες και ιδέες για ένα ξεροκόμματο εξουσίας και μερικά παραπάνω ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς ; '' Ο βασιλιάς και το πιόνι όταν τελειώσει το παιχνίδι στο ίδιο κουτί μπαίνουν'' . Οπότε αυτό το ατέλειωτο παραμύθι που μας πουλήσαν τον ίδιο δρόμο έχει και το ίδιο κουτί... Ο επαναστάτης ξεκινάει την αλλαγή μέσα απο τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν τον ρωτούν αν εκείνος το ξεκίνησε απαντάει πάντα '' Δεν έχει σημασία.''. Όταν τον ρωτούν αν είναι εκείνος που κρατάει την πλατεία ζωντανή απαντάει '' Δεν έχει σημασία. Είμαστε όλοι εδώ'' . Όταν τον ρωτούν τί σκέφτεται να κάνει εκείνος απαντάει '' Δεν ξέρω αλλά έλα να σκεφτούμε μαζί'' κι ας ξέρει τί κάνει και τί σκέφτεται κι ας είναι ξεκάθαρος ο τρόπος γι αυτόν. Κι όταν έρθει η στιγμή να γράψει η Ιστορία το φαινόμενο αυτό της πλατείας, κανείς δεν θα μπορεί να απαντήσει ποιός ήταν αυτός που το ξεκίνησε, που το συνέχισε που το τελείωσε αλλά όλοι θα έχουν να πουν κάτι γι αυτό. Και κάπου εκεί θα ξεκινήσει και πάλι η Ιστορία με άλλο πρίσμα και οι ποιητές θα έχουν άλλη φαντασία, καινούρια , ζυμωμένη μέσα στο ''Εμείς'' που όλοι , μα όλοι όμως, τόσο πολύ ποθούμε. Αυτοί που το ζουν καθημερινά και όσο μπορούν, αυτοί που θέλουν να προσπαθήσουν να το ζήσουν, αυτοί που ακόμα πνίγονται στον βρόγχο του Εγώ τους...

Γι αυτό φίλοι επαναστάτες, εξεγερμένοι, κομματιοκποιημένοι, ακομμάτιστοι, συνάνθρωποι και όποιο άλλο επίθετο ταιριάζει στην κατάσταση πριν πάρουμε μια πέτρα, ένα μάρμαρο, ένα λουλούδι, πριν στήσουμε ένα χορό ενώ μας βαράν τα χημικά και οι πλαστικές τους σφάιρες ο πόλεμος ξεκινάει με τον ίδιο μας τον εαυτό αντιμέτωπο. Εκεί είναι το πρώτο ανάχωμα που έχουν στήσει αυτοί αδέρφια. Εκεί βαστάνε αυτοί τις ελπίδες τους. Στην προσωπική μας ανάγκη για εξουσία.

Όσοι επαναστάτες λοιπόν ονειρεύονται πλακέτες με τα ονόματά τους και αφιερώματα στην τηλεόρασή με εκείνους πρωταγωνιστές έχω να πω πως θα σας ξεβράσει η ίδια η αγνότητα του κινήματος, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης. Θα βάλετε την ουρά στα σκέλια και θα κρυφτείτε σαν όλους εκείνους που ξεπούλησαν ότι έκαναν. Σε όσους κομματικοποιημένους έχουν εισχωρήσει όχι με το αγνό αίσθημα της αλλαγής αλλά με τη γραμμή του κόμματος που τους έβαλε μέσα για να ''κλέψουν'' τη δόξα τάχα απο τους άλλους , θα σας ξεβράσει η ιστορία σαν όλους αυτούς που δεν ανήκουν στο ανθρώπινο γένος μα σε κάτι άλλο , μιαρό, σάπιο και νόθο....

Συγγνώμη αν έγραψα πολλά αλλά επειδή πάντα μιλάω απο καρδιάς είχα μαζέψει πολλά.

Αυτός που ίσως να ήταν στην πλατεία, ίσως και να μην ήταν και ποτέ.

Το νου σας λοιπόν...Στο μυαλό είναι ο στόχος ε ;;

νικος lefou pierrot

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ της Ανθούλας Αθανασιάδη


Μια φορά κι ένα καιρό, μια μεγάλη παρέα παιδιών, αγόρια και κορίτσια, μαζεύτηκαν σε μια πλατεία.

Κάθισαν γύρω από το σιντριβάνι και άρχισαν να σκέφτονται.

-Πολύ βρώμικα είναι εδώ πέρα, λέει ο ένας. Μήπως να φέρω καμιά σκούπα να καθαρίσουμε;

-Εγώ θα φέρω και μπογιές να ζωγραφίσουμε! Πετάχτηκε ο άλλος.

-Τι ωραία! Είπαν δυο κορίτσια μαζί. Εμείς θα μαγειρέψουμε, γιατί μετά το καθάρισμα θα πεινάμε όλοι…

Και πιάσανε δουλειά. Μετά από λίγο, η πλατεία είχε μεταμορφωθεί.

Τα άσπρα της μάρμαρα έλαμπαν, παντού είχε κρεμασμένες ζωγραφιές και μια ωραία μυρωδιά πλανιόταν στον αέρα.

Ο κόσμος που περπατούσε στη πλατεία, άρχισε να σταματάει και να χαζεύει, και σιγά-σιγά μαζεύτηκαν κι άλλοι, κι άλλοι, που τους άρεσε αυτό που έβλεπαν και ήθελαν κι εκείνοι να μπουν στη παρέα.

-Α! Εδώ είναι πολύ καλά… ψιθύριζαν μεταξύ τους.

-Καλέ, είναι καλύτερα κι από το σπίτι μου! Φώναξε μια κυρία.

-Μαμά! Λέει ένα παιδάκι. Θέλω να μείνουμε στη πλατεία… Να φέρω τη σκηνή μου;

Και χωρίς να το πολυκαταλάβουν, η πλατεία άρχισε να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, να γεμίζει χαρούμενους ανθρώπους, σκηνές, ζωγραφιές, μουσικές και τραγούδια.

Οι άνθρωποι που είχαν μαζευτεί εκεί, άρχισαν να νιώθουν λίγο διαφορετικά από πριν. Άρχισαν να μιλάνε με τους γύρω τους, να κάνουν καινούργιους φίλους, να γελάνε πιο συχνά. Άρχισαν να νιώθουν ελεύθεροι.

Και η πλατεία, έλαμπε κάθε μέρα και περισσότερο και άρχισε να φωτίζει και τους δρόμους γύρω-γύρω και το φως πήγε και πάρα πέρα, και στο τέλος όλη η χώρα έλαμπε από πολλά φωτάκια που είχαν ανάψει σε όλες τις πλατείες της.

Το πολύ φως όμως, κάποιους τους ενοχλεί. Αυτούς που είχαν συνηθίσει να ζουν στα σκοτάδια σαν τους τυφλοπόντικες, τους τύφλωσε η ξαφνική λάμψη.

Φοβήθηκαν.

Αποφάσισαν λοιπόν, πως οι φωτεινές πλατείες, πρέπει να πάψουν να φωτίζουν. Γιατί, αυτό το ενοχλητικό φως, τραβούσε όλο και περισσότερους ανθρώπους κοντά του και στο τέλος οι τυφλοπόντικες, θα έμεναν μόνοι τους στα σκοτεινά τους λημέρια. Δεν θα είχαν πια υπηρέτες να τους υπηρετούν, ούτε αυλοκόλακες να τους κολακεύουν. Θα έχαναν σιγά-σιγά όλα τους τα προνόμια και θα ξεχνιόντουσαν μόνοι κι έρημοι στα σκοτεινά.

Ανασκουμπώθηκαν λοιπόν, και μάζεψαν στρατό. Έντυσαν τους στρατιώτες τους με άσχημες, γκρι στολές, τους έδωσαν όπλα, ασπίδες, περικεφαλαίες και μια ηλιόλουστη μέρα τους έστειλαν στη μεγάλη πλατεία.

Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί εκεί. Παιδάκια έτρεχαν, γέροι κουνούσαν σημαίες, άλλοι χόρευαν, άλλοι έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν.

Και ξαφνικά, μέσα σε όλη αυτή την χαρά, όρμησαν οι γκρι στρατιώτες, χτυπώντας από δω κι από κει όποιον έβρισκαν.

Κανείς δεν μπορούσε να δει τα πρόσωπά τους. Ήταν όμως άγριοι και τρομεροί και έσπερναν τον φόβο όπου πατούσαν.

Τα παιδιά άρχισαν να κλαίνε, οι μαμάδες να τα παίρνουν αγκαλιά και να τρέχουν να ξεφύγουν, οι γέροι να σκουντουφλάνε στα σκαλιά…

Όλοι φώναζαν τρομαγμένοι.

Και ξαφνικά, ένα παιδί, προχώρησε μόνο του και στάθηκε μπροστά στους γκρι στρατιώτες. Δεν φοβήθηκε τα όπλα τους, ούτε τα σκεπασμένα τους πρόσωπα. Σήκωσε τα χέρια του ψηλά στον ουρανό, σαν να τους έλεγε: Ελάτε λοιπόν! Εγώ είμαι ο γιός του ουρανού και παίρνω δύναμη απ΄τα αστέρια. Ελάτε αν σας βαστάει…

Οι στρατιώτες, σταμάτησαν για μια στιγμή και κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι. Μα.. ποιός είναι αυτός που δεν μας φοβάται; Δεν φοβάται τη δύναμή μας και τα τρομερά μας όπλα;

Πως στέκεται έτσι θαρραλέος και άοπλος απέναντί μας; Μήπως έχει κανένα κρυφό, μαγικό όπλο που δεν το ξέρουμε; Μήπως μπορεί, μόνο με τη ματιά του να μας εξοντώσει;

Όσο οι στρατιώτες δίσταζαν, τόσο οι υπόλοιποι άνθρωποι στη πλατεία που παρακολουθούσαν τη σκηνή από μακριά, άρχισαν να παίρνουν θάρρος.

Σιγά-σιγά, ένας ένας, άρχισαν να πλησιάζουν και να στέκονται κι αυτοί άοπλοι και θαρραλέοι δίπλα στο παιδί με τα σηκωμένα χέρια.

Δεν μιλούσαν, δεν φώναζαν. Απλά στέκονταν εκεί και κοιτούσαν αμίλητοι τους γκρι στρατιώτες. Και αυτή η σιωπή, έκανε τόση φασαρία, σαν δέκα κανόνια μαζί. Ο ήχος της σιωπής, τρύπησε τα αυτιά των στρατιωτών σαν τρυπάνι. Προσπάθησαν να κρατηθούν ο ένας απ΄τον άλλον, έβαλαν τις ασπίδες τους μπροστά τους για να σταματήσουν τον ήχο, αλλά αυτός δυνάμωνε…δυνάμωνε και τα αυτιά τους πονούσαν τόσο, που στο τέλος το έβαλαν στα πόδια.

Έτρεχαν, έτρεχαν και δεν σταμάτησαν παρα μόνο όταν έφτασαν τόσο μακριά από την πλατεία που ο ήχος της σιωπής των γενναίων, δεν ακουγόταν πια.

Τα παιδιά, γύρισαν στη πλατεία. Σιγά-σιγά, ένας ένας άρχισαν να μιλάνε, να γελάνε, να ανασαίνουν πάλι ελεύθερα.

Πήραν ξανά τις σκούπες και τα φαράσια τους και καθάρισαν πάλι την πλατεία τους που έλαμψε καλύτερα κι από πριν.

Τα τραγούδια ξανάρχισαν κι οι χοροί και οι αγκαλιές.

Όλοι ήταν πια ευτυχισμένοι, που τα φώτα της πλατείας με την βοήθεια των γενναίων παιδιών της, είχαν νικήσει τα σκοτάδια.

Πήραν μπαλόνια και την στόλισαν, ζωγραφιές και της κρέμασαν, καραβάκια και τα έβαλαν να πλέουν στο σιντριβάνι της.

Άπλωσαν χρωματιστά τραπεζομάντιλα και έστρωσαν φαγητά, και κάλεσαν και όλους τους φτωχούς να φάνε μαζί τους.

Τα παιδιά έκαναν ποδήλατα και πατίνια, ενώ οι μεγάλοι έτρωγαν και συζητούσαν γελώντας.

Και οι τυφλοπόντικες, δεν ξαναπροσπάθησαν να πλησιάσουν. Μόνο έμειναν για πάντα μόνοι τους, παρέα με τους γκρι στρατιώτες τους, κρυμμένοι στα σκοτεινά τους δωμάτια.

…και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα!