Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

ΚΙΡΑΝΑ -Η χώρα του αλλού- 2ο Μερος- Το ταξίδι

  2ο μέρος  
                                                     Το ταξίδι 




Κάθε βράδυ είχαν συνάντηση στο κρησφύγετό τους. Ήταν μια σπηλιά, που την είχε ανακαλύψει η Κίρα όταν τυχαία έκανε βόλτα με το ποδήλατό της στην περιοχή αυτή. Είχε ακολουθήσει ένα αδέσποτο σκυλί στην παραλία και αυτό την οδήγησε μέσα στη σπηλιά που ήταν αδύνατον να τη βρει κανείς με γυμνό μάτι. Είχε, γύρω, στα δέκα μέτρα βάθος και πέντε μέτρα από την είσοδο της σπηλιάς έσκαγε η θάλασσα. Εκεί συνήθιζαν τα βράδια να αναλύουν και να επεξεργάζονται τις πληροφορίες που είχαν μαζέψει την ημέρα.
          Η βραδυνή τους συνάντηση γινόταν στις οκτώ. Και ήταν πάντοτε, όλοι τους, στην ώρα τους. Χωρίς καμία καθυστέρηση. Ένα βράδυ, όμως, η Κίρα άργησε χωρίς να έχει ειδοποιήσει κανέναν πριν. Αυτό τους φάνηκε περίεργο στην αρχή αλλά δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία. Θεώρησαν ότι κάτι θα της είχε τύχει. Την περίμεναν για λίγο και αφού είδαν ότι δεν ερχόταν, ο Κοράν κήρυξε την έναρξη της συνάντησης λέγοντας ότι η Κίρα κάποιο πρόβλημα θα είχε και αργά ή γρήγορα θα εμφανιζόταν. Όμως η συνάντηση προχώρησε, δεν οδήγησε πουθενά και η Κίρα δεν είχε εμφανισθεί.            Έτσι αποφάσισαν να φύγουν. Θα έβρισκαν την Κίρα το πρωί και θα μάθαιναν νέα της. Αλλά την τελευταία στιγμή, η Κίρα, λαχανιασμένη, εμφανίσθηκε στην είσοδο της σπηλιάς. Τόσο λαχανιασμένη, που σχεδόν κόντεψε να λιποθυμήσει.
       - Ευτυχώς που σας πρόλαβα. Δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω και το ποδήλατό μου στο τέλος δεν τράβαγε. Κουράστηκα πολύ…
       Τη βοήθησαν να καθίσει στην πέτρα της, γιατί καθένας τους είχε την καρέκλα του. Βασικά την πέτρα του. Κάθε καρέκλα ήταν και μια πέτρα που είχε διαλέξει ο καθένας για τον εαυτό του, όπου με μπογιά είχε γράψει και το όνομά του. Αυτές οι καρέκλες τους είχαν τοποθετηθεί κυκλικά, ώστε να βλέπουν ο ένας τον άλλον. Την ιδέα την είχαν δανειστεί από το παραμύθι του Βασιλιά Αρθούρου και της στρογγυλής τράπεζας και είχαν φτιάξει και ένα στρογγυλό τραπέζι από ξύλο, το οποίο είχαν «κλέψει» από ένα ξυλουργείο. Για βάση του τραπεζιού είχαν χρησιμοποιήσει, τι άλλο από, διάφορες πέτρες!
          - Τι έγινε; τη ρώτησε ο Κοράν.
Όλοι είχαν ανοίξει διάπλατα τα αυτιά τους και περίμεναν την ιστορία της. Αισθανόντουσαν ότι η Κίρα κάτι σημαντικό είχε να τους πει. Εκείνη προσπαθούσε ακόμα να βρει το ρυθμό της. Έπαιρνε συνεχώς βαθιές αναπνοές και κάποια στιγμή άρχισε να τους διηγείται την ιστορία της.
         - Είχα πάρει το δρόμο του πάρκου με τις κόκκινες κούνιες και ένας γέρος, ένας πολύ όμορφος γέρος, με μούσι και πράσινα μάτια, καλοστεκούμενος, μου έκανε νόημα να σταματήσω. Καθόταν σε ένα παγκάκι και μου ζήτησε να κάτσω δίπλα του. Στην αρχή κίνησα να φύγω αλλά τότε μου φώναξε ότι αν ήθελα να βρω την Κιράνα θα έπρεπε να ακούσω την ιστορία του. Συγκλονίστηκα και για μια στιγμή τα έχασα. Αλλά αποφάσισα να μείνω, γιατί το πρόσωπό του μου έλεγε να τον ακούσω. Ήταν μεγάλη ιστορία και νομίζω αληθινή. Για αυτό άργησα και ήθελα να σας προλάβω. Να σας την πω σήμερα. Είμαι χαρούμενη γιατί είμαι σίγουρη ότι ο δρόμος για την Κιράνα άνοιξε. Αλλού ψάχναμε και αλλού ήταν. Θέλετε να ακούσετε την ιστορία;
          Η ερώτηση, φυσικά, ήταν περιττή. Και βεβαίως η ώρα δεν είχε καμία σημασία. Είναι αυτό που λέμε, σταματά ο χρόνος μερικές φορές… Η Κίρα ξεκίνησε την ιστορία του γέρου. Στο τέλος όλοι είχαν μείνει άφωνοι.
         - Απίστευτο! Η Μάλι δεν μπόρεσε να κρατήσει κρυφό τον ενθουσιασμό της.
         - Αυτό δεν θα μπορούσε να το φανταστεί κανείς, συμπλήρωσε ο Ανος.
         - Αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή τότε δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Θα πρέπει αύριο το πρωί να μπει σε εφαρμογή η φάση νούμερο δύο, δηλαδή αμολάμε τις δικαιολογίες, παίρνουμε από ένα σάκο ο καθένας και φεύγουμε. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν αμέσως με τον Κοράν, εκτός από το Λίνο. Είχε τους δισταγμούς του.
         - Δεν ξέρω, δεν είμαι έτοιμος. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να φύγω από το σπίτι για αυτό το ταξίδι.
Έδειξε φανερά στενοχωρημένος. Και λέγοντας αυτό, γνώριζε ότι εκείνη τη στιγμή μόλις είχε παραβεί τη μεγαλύτερη υπόσχεση που είχε δώσει στη ζωή του. Ο Κοράν δεν άφησε κανένα να μιλήσει. Πήρε την πρωτοβουλία να θυμίσει στο Λίνο τις υποχρεώσεις του. Αυτό το θεώρησε, για εκείνη τη στιγμή, καθήκον του ως αρχηγός.
         - Η Σινίτρα είναι πάνω από όλα. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας και αυτό τον κανόνα δέχθηκες όταν έγινες μέλος της. Τον θυμάσαι; Δεν θέλω να σε πιέσω αλλά αυτό τον κανόνα τον δεχθήκαμε όλοι εδώ. Και σε αυτό τον κανόνα πιστεύουμε όλοι. Αν σπάσει αυτός ο κανόνας, τότε αυτή η παρέα θα διαλυθεί και η Σινίτρα δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Εξάλλου τι θα γίνει διαφορετικό για σένα από ότι θα γίνει για εμάς; Ότι και να γίνει όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Θα σε βοηθήσουμε. Στη Σινίτρα ό ένας βοηθάει τον άλλον. Λοιπόν, μήπως θέλεις να το ξανασκεφτείς;
Ο Λίνος είχε χαμηλώσει το κεφάλι του και με ένα ξύλο ζωγράφιζε διάφορα σχέδια στην άμμο της σπηλιάς. Μονολογούσε…
          - Έχει και ένα χέρι, ούτε αρκούδα δεν έχει τέτοιο χέρι…
Η Μάλι τον χάιδεψε στο κεφάλι και προσπάθησε να πάρει λίγη από τη στενοχώρια του.
          - Μη ζορίζεσαι. Σημασία έχει, ότι κάνουμε, να θέλουμε να το κάνουμε. Πολλές φορές τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Ο Κοράν έχει υποχρέωση να σου πει ότι σου είπε. Αλλά και μόνοι μας θα τα καταφέρουμε. Απλά σε χρειαζόμαστε. Και πάνω από όλα σε θέλουμε. Δεν βρίσκεσαι τυχαία στη Σινίτρα. Για να είσαι εδώ σημαίνει ότι κάτι έχεις να μας δώσεις και αυτό το χρειαζόμαστε. Αλλά και πάλι αν δεν μπορείς, θα το καταλάβουμε. Αλλά νομίζω ότι όποιος πραγματικά θέλει να κάνει κάτι, μπορεί και βρίσκει τον τρόπο για να το κάνει.
Ο Λίνος άρχισε να δακρύζει.
         - Θέλω πολύ να έρθω, το ξέρετε. Αλλά ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός. Σκέφτομαι το ξύλο που θα φάω μετά και δεν μου αρέσει. Οι δικοί σας γονείς το πολύ, πολύ να σας βάλουν μια τιμωρία, αλλά ο δικός μου ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Θα με σαπίσει στο ξύλο όταν γυρίσω.
        - Είσαι σίγουρος; Αν βρούμε την Κιράνα κανείς δεν θα τολμήσει να σε αγγίξει. Θα είμαστε τα ποιο διάσημα παιδιά στον κόσμο. Ούτε και αυτός ο πατέρας που λες θα τολμήσει να σε αγγίξει. Δεν πηγαίνουμε κάποιο τυχαίο ταξίδι. Την Κιράνα ψάχνουμε. Και ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει Κιράνα. Για σκέψου το λίγο.
Αυτή η προσέγγιση του Κοράν τον έκανε για μια στιγμή να ξεχάσει τις προηγούμενες σκέψεις και ήταν έτοιμος να δώσει το χέρι, αλλά μια ερώτηση του ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό.
         - Και αν δεν την βρούμε; Τι θα γίνει αν δεν την βρούμε; Τότε θα πέσει το ξύλο της αρκούδας. Και πραγματικά ο πατέρας μου είναι σαν αρκούδα και έχει και ένα χέρι που να σας λέω...
Τα παιδιά γέλασαν. Γνώριζαν τον πατέρα του και το χέρι του. Ο Λίνος στις περιγραφές του ήταν ακριβής. Έλεγε, ακριβώς, αυτό που εννοούσε. Οι εικόνες του ήταν, σχεδόν, πραγματικές.
          - Εντάξει. Αύριο το πρωί στις οκτώ εδώ. Με τους σάκους μας. Αν ο Λίνος δεν θελήσει να έρθει το καταλαβαίνουμε και θα ξεκινήσουμε οι υπόλοιποι. Αν όμως αποφασίσει να έρθει μαζί μας, τότε στις οκτώ. Οκτώ και δέκα έχουμε φύγει, αφού πρώτα βεβαιωθούμε ότι έχουμε πάρει ότι χρειαζόμαστε.
         Η απόφαση είχε παρθεί. Ο κύβος ερίφθη. Κίνησαν για το σπίτι τους, ο καθένας με το ποδήλατό του, όπως είχαν έρθει. Συνήθιζαν να φεύγουν ένας, ένας και όχι όλοι μαζί για να μην γίνονται «κράχτης». Τη σπηλιά δεν τη γνώριζε κανείς, εκτός από τα μέλη της Σινίτρα. Ήταν το μυστικό τους αρχηγείο. Εκεί πήγαινε, μόνο, όποιος είχε χρησθεί εκλεκτός. Όλοι τους, εκτός από το Λίνο, ανυπομονούσαν για την επόμενη μέρα και το βράδυ έμοιαζε ατέλειωτο. Τακτοποίησαν το σάκο τους και όπως συνήθιζαν, από άλλες αποστολές, τον φυγάδευσαν το βράδυ πριν κοιμηθούν και αφού είχαν σιγουρευτεί ότι οι δικοί τους είχαν πέσει για ύπνο. Για να μην τους δει κανείς. Ήταν συνήθης διαδικασία και ασφαλής…
         Η μόνη δυσαρμονία στη χαρά αυτής της διαδικασίας ήταν ο Λίνος, που δεν κοιμήθηκε καθόλου γιατί στο μυαλό του στροβίλιζε το δίλημμα. Ήξερε, όμως, ότι την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Για καλό και για κακό, όμως, ετοίμασε το σάκο του και τον φυγάδευσε κι αυτός. Την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Το πρωί.
Την άλλη μέρα, στις οκτώ, όπως είχαν συμφωνήσει, οι τέσσερίς τους ήταν στη σπηλιά. Ο Κοράν έδωσε τις τελευταίες «εντολές.»
          - Ανοίγουμε τους σάκους και κοιτάζουμε τι έχουμε μέσα. Αν λείπει κάτι που δεν είναι απαραίτητα χρήσιμο ξεκινάμε για το ταξίδι. Αν όχι, κοιτάζουμε μήπως η έλλειψη μπορεί να καλυφθεί από κάποιο άλλο μέλος. Αν είναι πολύ απαραίτητο τότε σε μισή ώρα ξαναβρισκόμαστε εδώ.
           Μετά τον καθιερωμένο έλεγχο προέκυψε ότι τα πράγματα ήταν σωστά και δεν υπήρχαν ελλείψεις. Ο Λίνος όμως δεν είχε έρθει. Αυτό τους στενοχώρησε. Ζήτησαν από τον Κοράν να τον περιμένουν για λίγο. Ο Κοράν κούνησε το κεφάλι του και τους είπε.
          - Αν ήταν θα είχε έρθει. Κι εγώ στενοχωριέμαι αλλά δεν έχουμε χρόνο. Δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε και φεύγουμε.
Δεν ήταν λιγότερο στενοχωρημένος από τους άλλους, αλλά δεν ήταν τυχαία ο αρχηγός τους. Όλοι τους είχαν την ίδια αίσθηση. Άφηναν πίσω ένα κομμάτι τους. Ποτέ στο παρελθόν, από τότε που είχε ιδρυθεί η Σινίτρα, δεν είχε απουσιάσει μέλος της από αποστολή. Οι αποστολές της Σινίτρα ήταν ιερές. Και αυτή ήταν πάνω από όλες. Έτσι αισθανόντουσαν σε αυτή την παρέα. Όλοι μαζί ενωμένοι και αν κάποιος έλειπε, ένα δικό τους κομμάτι έλειπε. Ο Κοράν θεώρησε σωστό να πει κάτι ακόμα.
           - Και μόνο που αισθανόμαστε έτσι ο ένας για τον άλλον σημαίνει ότι η Σινίτρα είναι μια παρέα που μπορεί να λειτουργήσει και με ένα μόνο μέλος της σαν να λειτουργούσε με όλα μαζί. Αυτή η σκέψη μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί κάτι άλλο αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να γίνει.
Βγαίνοντας από τη σπηλιά, όμως, τους περίμενε μια έκπληξη. Ο Λίνος καθόταν σε ένα βράχο και πετούσε πέτρες στη θάλασσα. Η Μάλι έτρεξε κοντά του.
            - Πόση ώρα είσαι εδώ;
            - Δεν ξέρω, νομίζω λίγη. Δεν ήθελα να μπω στη σπηλιά.
            - θα έρθεις μαζί μας; τον ρώτησε η Κίρα.
             - Για να είμαι εδώ.
Το αποφάσισε, αλλά με βαριά καρδιά. Ο Κοράν τον σκούντησε στον ώμο.
             - Σήκω. Αν είναι να φας ξύλο μετά, τουλάχιστον κοίταξε να αξίζει τον κόπο και έλα να ευχαριστηθείς το ταξίδι. Τότε θα αξίζει το ξύλο που θα φας. Αν είναι να σκέφτεσαι το ξύλο που θα φας και χάσεις την περιπέτεια, τότε δεν θα αξίζει το ξύλο που θα φας. Αν το φας. Εμπρός πάμε.
Ο Κοράν χαμογελούσε, όπως και όλοι τους. Η παρέα ξεκινούσε πλήρης!!!
            - Θα πάρουμε ποδήλατα; ρώτησε η Κίρα.
            - Σε αυτή την αποστολή νομίζω ότι τα πόδια μας είναι ότι ποιο χρήσιμο έχουμε. Τα ποδήλατα θα μας δημιουργήσουν δυσκολίες. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν με τον Κοράν, άφησαν τα ποδήλατά τους στη σπηλιά και κίνησαν με τα πόδια. Ο Κοράν έκανε μια ερώτηση στην Κίρα.
             - Τι σου είπε ο γέρος για τη χώρα του Σεμπίν;
             - Κάθε βράδυ, στις εννιά, στη δυτική πλευρά της πόλης, εκεί όπου ο βράχος σκεπάζει τη θάλασσα σαν μπαλκόνι, εμφανίζεται το άρμα του Μοκίρ. Αυτό το άρμα δεν το έχει δει κανείς μέχρι σήμερα, όμως. Αλλά όποιος μπορέσει να το δει, με τα δώδεκα λευκά άλογα και το καλέσει, τότε το άρμα έρχεται και τον παίρνει και τον ταξιδεύει στη χώρα του Σεμπίν. Αυτό μου είπε.
              - Τότε ξεκινάμε για τη δυτική πλευρά της πόλης, για το βράχο. Θα πρέπει στις εννιά η ώρα, ακριβώς, να είμαστε εκεί. Και τι είπε ο γέρος ότι πρέπει να κάνουμε για να δούμε το άρμα του Μοκίρ;
              - Δεν θυμάμαι ακριβώς Κοράν. Νομίζω πως είπε ότι, το άρμα του Μοκίρ μπορεί να το δει μόνο όποιος κατορθώσει να απαντήσει σε μια ερώτηση που θα κάνει στον εαυτό του εκείνη την ώρα. Ο Μοκίρ θα ακούσει την απάντησή του και αν αυτή είναι σωστή, τότε θα κάνει την εμφάνισή του.
Ο Κοράν προβληματίσθηκε. Έπειτα τη ρώτησε.
            - Και ποια είναι η ερώτηση Κίρα που πρέπει να απαντηθεί; Θα πρέπει να την ξέρουμε από τώρα για να τη σκεφτούμε σε όλη τη διαδρομή. Τη θυμάσαι με σιγουριά; Γιατί λάθος ερώτηση σημαίνει και λάθος απάντηση.
            - Ναι, αυτή τη θυμάμαι. Είμαι σίγουρη, δηλαδή. Είναι περίεργη ερώτηση. Δεν ξέρω αν θα μπορέσει κανείς μας να βρει την απάντηση. Εγώ τη σκέφτομαι από χθες το βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω κάποια απάντηση.
            - Πες την, θα τη σκεφτούμε και ο καθένας θα δώσει τη δική του απάντηση. Στο τέλος θα διαλέξουμε ποια θα δώσουμε.
Σε αυτή τη δήλωση του Κοράν συμφώνησαν όλοι. Η Κίρα τους είπε την ερώτηση που της είχε δώσει ο γέρος.
            - Τι είναι ποιο βαρύ από όλο το σίδερο της γης και κόβεται χωρίς κανένα απολύτως εργαλείο; Αυτή ήταν η ερώτηση που μου είπε ο γέρος και μου είπε ότι έχουμε μόνο μια ευκαιρία, δεύτερη δεν υπάρχει.
    Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους και πραγματικά κατάλαβαν ότι αυτή η ερώτηση ήταν πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Μια πολύ δύσκολη ερώτηση στην αρχή του ταξιδιού τους και αυτή θα έπρεπε να την απαντήσουν αν ήθελαν να φτάσουν στη χώρα του Σεμπίν με το άρμα του Μοκίρ. Και για αυτό είχαν μόνο δώδεκα ώρες μέχρι να φτάσουν στο βράχο. Δώδεκα ώρες ταξιδιού, που η απάντηση σε ένα γρίφο θα ‘βασάνιζε’ το μυαλό τους. Μια απάντηση που θα τους άνοιγε το δρόμο για τη μαγική Κιράνα. Αλλά και αυτή η σκέψη θα τους συνόδευε τις πρώτες αυτές ώρες. Αν τα κατάφερναν, τότε η Σινίτρα έμπαινε σε ένα ιστορικό χωρόχρονο. Στο χωρόχρονο της Κιράνα.
          - Η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι πραγματικά πολύ δύσκολη. Αλλά μην πιέζετε τον εαυτό σας, απλά προσπαθήστε να βρείτε μερικές απαντήσεις. Όσο χαζές και αν νομίζετε ότι είναι, να τις πείτε. Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται μέσα μας και πιστεύω ότι, τελικά, θα κατορθώσουμε να τη βρούμε. Αλλά και πάλι αν δεν γίνει, δεν έγινε και τίποτε. Δεν έχουμε να χάσουμε απολύτως τίποτε, μπορεί όμως να κερδίσουμε κάτι. Αυτό να σκέφτεστε και ότι απαντήσεις δώσετε να τις θυμάστε για να τις έχουμε πρόχειρες και γρήγορες για να διαλέξουμε. Προς το παρόν έχουμε δώδεκα ώρες για να φτάσουμε στο βράχο.
           Αυτή ήταν η κατεύθυνση του αρχηγού τους. Όχι και άσχημη για ένα παιδί δώδεκα ετών. Όχι και άσχημη.
           Το ταξίδι τους για το βράχο περνούσε μέσα από την πόλη και μερικά χιλιόμετρα από τα δυτικά της προάστια. Εκείνη τη μέρα , παρά το γεγονός ότι σκεφτόντουσαν διαρκώς την ερώτηση του γέρου, παρατηρούσαν τα γεγονότα γύρω τους με ένα διαφορετικό μάτι. Κάποια στιγμή μια νεαρή μητέρα μάλωνε το μικρό της κοριτσάκι γιατί της είχε ξεφύγει και κόντεψε να περάσει το δρόμο, όπου πιθανόν να την πατούσε ένα αυτοκίνητο. Ο τρόπος που η μητέρα μάλωσε το κοριτσάκι της ήταν άσχημος. Αυτό τους τράβηξε την προσοχή.
           - Το είδατε αυτό; ρώτησε ο Λίνος.
           - Το είδαμε, απάντησαν όλοι μαζί.
           - Και τι έχετε να πείτε; Τι φταίει το κοριτσάκι; Δεν ξέρει ότι είναι δρόμος. Αν το ήξερε δεν θα προσπαθούσε να τον περάσει. Ηλίθιες μητέρες. Έτσι ξεκινάει πάντα.
           - Μην σκέφτεσαι συνέχεια τον πατέρα σου και το ξύλο που θα φας. Τέλειωσε αυτό. Τώρα πηγαίνουμε στο βράχο και έχουμε να απαντήσουμε σε μια πολύ σοβαρή ερώτηση. Αν σκέφτεσαι τον πατέρα σου δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτε. Και σε χρειαζόμαστε. Ο καθένας χρειάζεται τη σκέψη του άλλου.
             Όλοι συμφώνησαν με τον Άνο και ο Λίνος προσπάθησε να ξεφύγει από την εικόνα του ξύλου που θα έτρωγε όταν θα γύριζε, αλλά τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την ημέρα δεν τον άφησαν σε ησυχία. Συνέχεια του το θύμιζαν…
            Παρακάτω ένας πατέρας έδερνε το γιο του γιατί είχε πέσει με το ποδήλατό του πάνω σε μια γριά και την είχε τραυματίσει. Δεν την είχε δει και ο μικρός προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι δεν την είχε δει.
           - Είσαι στραβός; Ολόκληρος άνθρωπος ήταν μπροστά σου. Που είναι το μυαλό σου; Το έχεις χάσει τελευταία.., και δως του ξύλο ο πατέρας στο γιο.
           Ο Λίνος τρόμαξε με αυτή την εικόνα και για μια στιγμή σκέφθηκε να το βάλει στα πόδια και να γυρίσει πίσω. Τελικά στο τέλος όλοι άρχισαν να γελάνε με αυτή την κατάσταση και να διακωμωδούν την «κατάρα» του φίλου τους. Άρχισαν και τα πειράγματα. Πως θα γινόταν διαφορετικά; Δεν άκουγε σοβαρά, δεν άκουγε φιλικά, δεν άκουγε με τον οποιονδήποτε τρόπο. Ε! Καιρός ήταν λοιπόν να δοκιμάσουν και κάτι διαφορετικό και πράγματά τα πειράγματά τους είχαν καλύτερο αποτέλεσμα.
          - Μέχρι να φτάσουμε στο βράχο ο Λίνος θα το έχει φάει ήδη το ξύλο, χωρίς ο πατέρας του να τον έχει ακουμπήσει καν…
          Με αυτή τη σκέψη του Κοράν, όλοι γέλασαν με την ψυχή τους, ακόμα και ο Λίνος. Και πράγματι στη διαδρομή δεν ήταν και λίγες οι περιπτώσεις όπου οι γονείς μάλωναν τα παιδιά τους για τις ζαβολιές τους. Φτάνοντας στην άκρη της δυτικής πλευράς της πόλης και παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο προς το βράχο είχε πέσει ήδη νωρίς το απόγευμα. Τα παιδιά δεν είχαν ρολόι μαζί τους και σκέφθηκαν να ρωτήσουν την ώρα. Ήταν τέσσερις το απόγευμα.
           - Έχουμε πέντε ώρες ακόμα, είπε ο Κοράν.
           - Νομίζω ότι φτάνουν… Η Κίρα έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε. «Μέχρι το βράχο είναι ακόμα δυο ώρες. Μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο και να πούμε μερικά πράγματα. Τι έχει σκεφτεί ο καθένας.»
           - Έτσι λέω και εγώ. Νομίζω ότι ξέρω που είναι ο βράχος. Υπάρχει ένας χωματόδρομος που περνάει μέσα από ένα μικρό ύψωμα και οδηγεί εκεί. Εξάλλου αισθάνομαι πολύ κουρασμένη.
         Η Μάλι, χωρίς να περιμένει την αντίδραση των άλλων, έβγαλε το σακίδιο από τον ώμο της και έκατσε στην άκρη του δρόμου κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να τρίβει τα πόδια της.
          - Δεν είσαι πολύ μικρή ακόμα για να το κάνεις αυτό;
          - Ξέρω, ξέρω Κίρα και εγώ σε αγαπάω μην ανησυχείς. Άλλωστε δεν νομίζω ότι θα πεθάνω. Κάτι άλλο πρέπει να υπάρχει εκτός από το θάνατο. Διαφορετικά δεν θα έψαχναν όλοι για την αθανασία. Απλά και για εκεί δεν γνωρίζουν το δρόμο, όπως δεν τον γνωρίζουν για την Κιράνα.                                 
Όλοι χαμογέλασαν με αυτή τη σκέψη της Μάλι. Είχε καλό μυαλό και πολλές φορές τους είχε φανεί χρήσιμο. Όταν κάθισαν ο Κοράν είπε πρώτος τη σκέψη του.
- Ποιο βαρύ από το σίδερο και να κόβεται χωρίς κανένα εργαλείο δεν υπάρχει. Ότι είναι ποιο βαρύ από το σίδερο δεν μπορεί να κοπεί χωρίς εργαλείο. Η γνώμη μου λοιπόν στην απάντηση αυτή είναι ότι, αυτό που ζήτησε ο γέρος να απαντήσουμε δεν υπάρχει. Είναι τίποτα, δεν υπάρχει. Νομίζω ότι η απάντηση είναι το τίποτα.
- Δεν συμφωνώ… Ο Άνος βιάστηκε να πάρει το λόγο και χωρίς να αφήσει κανέναν να τον διακόψει συνέχισε… «Υπάρχει κάτι που είναι ποιο βαρύ από σίδερο και για να το κόψεις δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο. Το σκέφτομαι όση ώρα περπατάμε και νομίζω ότι έχω βρει την απάντηση.» Έκανε μια παύση. Όλοι περίμεναν με αγωνία τη συνέχεια. «Η πέτρα. Η πέτρα είναι ποιο βαριά από σίδερο και δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο για να τη σπάσεις. Μπορείς να τη σπάσεις με μια ποιο βαριά πέτρα ή μπορείς να την πετάξεις και θα σπάσει μόνη της. Νομίζω ότι η απάντηση είναι η πέτρα. Υπάρχουν πολλές πέτρες και σίγουρα θα υπάρχουν και πέτρες που είναι ποιο βαριές από όσο σίδερο υπάρχει. Και αν αυτές τις πέτρες τις πετάξεις πάνω από ένα βουνό θα σπάσουν και έτσι δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις κανένα απολύτως εργαλείο. Νομίζω ότι η απάντηση στην ερώτησή μας είναι η πέτρα.»
Βρήκαν τη σκέψη αυτή λογική. Ίσως να είχαν την απάντησή τους και μάλιστα τέσσερις ώρες πριν την κρίσιμη στιγμή. Η Μάλι και η Κίρα βιάσθηκαν να συμφωνήσουν με τον Ανο. Το ίδιο και ο Λίνος αλλά ο Κοράν είχε τις αμφιβολίες του. Ήταν προβληματισμένος.
- Την κρατάμε την απάντηση αυτή αλλά θα προσπαθήσουμε και για καλύτερη. Άλλωστε μέχρι αυτή τη στιγμή μόνο αυτή την απάντηση έχουμε. Αν δεν υπάρξει καλύτερη, τότε αυτή την απάντηση θα δώσουμε και θα τη δώσει για όλους μας ο Ανος. Αλλά συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε γιατί κάτι μέσα μου, μου λέει ότι δεν είναι αυτή η απάντηση που χρειαζόμαστε. Κάτι τέτοιο αισθάνομαι...
Τα πρόσωπα των παιδιών συνοφρυώθηκαν γιατί το ένστικτο του Κοράν δεν έπεφτε έξω, συνήθως. Νόμιζαν ότι είχαν βρει την απάντηση, ονειρεύτηκαν τους εαυτούς τους να ταξιδεύουν για τη μαγική χώρα του Σεμπίν, αλλά αυτή η στιγμή κράτησε πολύ λίγο. Η θέση του αρχηγού τους, τους κλόνισε. Νόμισαν ότι ήταν έτοιμοι να πετάξουν πάνω από τα σύννεφα καβάλα σε ένα κατάλευκο άρμα που θα το έσερναν δώδεκα λευκά άλογα. Νόμισαν ότι θα βρισκόντουσαν από τη μια στιγμή στην άλλη στη χώρα του Σεμπίν που κατά το γέρο ήταν μια όμορφη παράξενη χώρα που θα τους οδηγούσε στην Κιράνα. Νόμισαν ότι είχαν φτάσει στο τέλος αυτού του γρίφου και ξαφνικά ο αγαπημένος τους αρχηγός τους έδωσε την πραγματική εικόνα. Απλά, νόμισαν. Δεν ήταν σίγουροι, νόμισαν. Και θα έπρεπε να το θυμούνται αυτό γιατί μια λάθος απάντηση στην αρχή θα τους οδηγούσε ξανά πίσω. Εκεί από όπου ξεκίνησαν. Και όλα αυτά τα χιλιόμετρα και ο κόπος των τελευταίων ημερών θα πήγαινε τελείως χαμένος. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον, έψαξαν για άλλες απαντήσεις, αλλά άλλες απαντήσεις δεν υπήρχαν. Τουλάχιστον εκείνη η στιγμή. Το καλό, όμως, ήταν ότι η στιγμή της απάντησης δεν είχε έρθει ακόμα. Με αυτή την έννοια ο χρόνος ήταν ακόμα με το μέρος τους!
Ο Λίνος μονολόγησε κάτι και κατσούφιασε.
- Τι είπες; τον ρώτησε η Κίρα.
- Σκέφτομαι το χέρι του. Μια αρκούδα έχει ελαφρύτερο χέρι. Είναι βαρύ σαν σίδερο και αυτό δεν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις.
- Αυτό και αν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις, φώναξε γελώντας η Μάλι και συνέχισε. «Λέτε η απάντηση να είναι το χέρι του πατέρα του Λίνου;». Αυτό το αστείο έδωσε καινούργια πνοή στην παρέα. Τη χρειαζόντουσαν.
Ο Κοράν ήταν σκεφτικός. Ποιο σκεφτικός από τις προηγούμενες φορές. Ίσως κάτι είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στο μυαλό του. Ίσως κάτι περίεργο αλλά τόσο αληθινό που κανείς δεν θα μπορούσε να το δει πέρα από την παιδική φαντασία. Θα το στεφόταν για τις επόμενες δύο ώρες που χρειαζόταν για να φτάσει στο βράχο. Ίσως, ποιος ήξερε, ίσως ο γέρος να γνώριζε πολύ καλά τι έλεγε. Ίσως, αλλά αυτή του τη σκέψη, θα τους την έλεγε μόνο την τελευταία στιγμή. Και εφόσον δεν υπήρχε κάτι άλλο ποιο λογικό!!! Μετά από δυο ώρες περπάτημα έφτασαν στο χωματόδρομο για τον οποίο τους είχαν μιλήσει τα κορίτσια. Ήταν ένας μικρός δρομάκος που περνούσε μέσα από ένα ύψωμα ακριβώς δίπλα στη θάλασσα. Στην αρχή του δρόμου ένας άλλος γέρος καθόταν και χάζευε τη θάλασσα. Τα παιδιά τον πλησίασαν.

(συνεχίζεται)

(σημ. ανέκδοτο παραμύθι για μικρούς  και μεγάλους ονειρευτές γραμμένο απο τον Κρήσμα)



Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

...ΞΥΠΝΗΣΕ...

Ξύπνησε.
Όχι όπως ξυπνούσε συνήθως με άγχος ή διάθεση για χουζούρι.
Ξύπνησε.
Ολοκληρωτικά κι άμεσα.
Ένα διάχυτο φως γύρω του κι απο κάτω, βράχος.
Ήταν γυμνός.
Ανακάθισε και για μια στιγμή νόμισε πως ονειρευόταν.
Για μια στιγμή όμως.
Δεν κρύωνε. Δεν ένοιωθε την ψύχρα που συνήθως συνοδεύει την ομίχλη που φαινόταν να περιτριγυρίζει τον βράχο.
Ο βράχος.
Στιλπνός, σκούρος, σχεδόν μαύρος. Έμοιαζε με μάρμαρο αλλά δεν ήταν παγωμένος και δεν είχε νερά στην επιφάνειά του.
Κοίταξε γύρω του. Ομίχλη και φως.
Πήγε σκυφτός στην άκρη του βράχου και κοίταξε κάτω. Φαινόταν να χάνεται μέσα στην ομίχλη μερικά μέτρα πιό κάτω. Κανένα πάτημα. Πήγε στην άλλη μεριά.
Το ίδιο.
Η απορία εναλλασόταν με τον φόβο. Γύρισε όλο το πλάτωμα του βράχου και είδε πως καμμία του μεριά δεν φαινόταν να έχει κάποιο πάτημα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να κατέβει.
Που?
Κάθισε.
Έλεγξε την αναπνοή του. "Ηρέμησε" είπε από μέσα του. Μισοσηκώθηκε και εντελώς σκόπιμα έφτυσε μια ροχάλα κοντά στην άκρη. Την κοίταξε για λίγο και ξεκίνησε την ίδια διαδικασία έρευνας για πάτημα στις πλευρές του βράχου.
Σιγά σιγά.
Μεθοδικά.
Έφτασε δίπλα στη ροχάλα, την κοίταξε, σχεδόν οργισμένος που καθόταν εκεί και τον περίμενε απαράλαχτη με πριν. Κανένα αποτέλεσμα. Καμία οδός διαφυγής, κανένα πάτημα, κανένα σημείο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να πιαστεί και να κατέβει πιό χαμηλά.
Που?
Που ήταν?
"ΕΕΕ!!!" φώναξε. Τίποτα. Καμία απάντηση. Ούτε καν μια ηχώ. Η φωνή του απλά χανόταν στον χώρο που έμοιαζε υπερφυσικά ατελείωτος. Σαν να ήταν μονωμένος ή πολύ ψηλότερα απ'οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να αντανακλάσει τον ήχο που έβγαλε. Ξαναπροσπάθησε αλλά χωρίς να αλλάξει κάτι.
Που ήταν?
Που στα σκατά ήταν?
Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε έντονα γύρω προσπαθώντας να διακρίνει κάτι. Οτιδήποτε. Τα μάτια του φαινόταν πως δημιουργούσαν σχέδια πάνω στον σχεδόν λευκό φόντο της ομίχλης. Τα αγνόησε. Ήταν σαν να βρίσκονταν στη μέση μιας σφαίρας φτιαγμένης εξ ολοκλήρου από φωτεινή ομίχλη. Με μοναδική εξαίρεση τον βράχο.
Κοίταξε πάλι κάτω.
Κι εκεί φως.
Ήταν σαν ο βράχος να αιωρούνταν μέσα σε σύννεφο ή να στένευε όσο κατέβαινε. Θα μπορούσε να ήταν και μια κολόνα. Απέρριψε τη σκέψη σαν παράλογη. Πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχε κάτι τέτοιο ή κάτι παρόμοιο και το ήξερε πολύ καλά. Κι όμως κοιτώντας προς τα κάτω είχε την εντύπωση πως ο βράχος διατηρούσε το πάχος του. Μετά κατάλαβε πως τα μεγέθη χωρίς σημείο αναφοράς σε ξεγελούν.
Ο βράχος.
Ένα πλάτωμα γύρω στα δέκα μέτρα πάνω κάτω, σχεδόν κυκλικό. Κανένα σημάδι, κανένα κοίλωμα, καμία ρωγμή. Η επιφάνειά του ήταν περίπου επίπεδη σαν φαγωμένη από βροχή ή άνεμο και άμμο. Σαν τα πιτάκια από πλαστελίνη που φτιάχνουν τα παιδιά. Πήγε πάλι στην άκρη και χτύπησε με το χέρι του τη γωνία προσπαθώντας να σπάσει ένα κομμάτι. Δοκίμασε με το πόδι του αλλά και πάλι τίποτα. Κοίταξε γύρω για ένα πιό λεπτό κομμάτι γωνίας.
Τίποτα.
Ξανακάθισε κάτω και το παράλογο του όλου πράγματος φούσκωσε και με όλο του το βάρος έπεσε πάνω του. Ολόγυμνος πάνω σε έναν επίπεδο βράχο μέσα στα σύννεφα. Είχε τρελαθεί? Φαντασιωνοταν? Είχε παραισθήσεις? Πόση ώρα είχε περάσει από τότε που ξύπνησε? Που ήταν? Γιατί ήταν εδω?
Ποιός?
Ποιός ήταν?
Κατέρρευσε κι έκλεισε τα μάτια. Κουλουριάστηκε σε εμβρυακή στάση με τα χέρια του να καλύπτουν το πρόσωπό του κι έβαλε τα κλάματα, αδιάφορος για τους λυγμούς του ενώ παράλληλα ήξερε (πως?) ότι είχε πάρα πολύ καιρό να κλάψει έτσι. Αφέθηκε ολοκληρωτικά στην απελπισία του ενώ ένα ερώτημα γυρνούσε ξανά και ξανά στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Γιατί?
Γιατί ήταν εδω?
Ξύπνησε πάλι. Αυτή τη φορά θυμόταν το πρίν. Θυμόταν που ήταν. Θυμόταν τις προσπάθειές του να βρει κάτι που θα τον βοηθούσε να ... Να, τι? Να φύγει απο τον βράχο? Σχεδόν γέλασε με την ανοησία του. Σηκώθηκε πιασμένος και πλησίασε το κέντρο του βράχου. Γύρω του, τα σύννεφα και το φως δεν φαινόταν να έχουν αλλάξει.
Πάτησε στο κέντρο.
Μια σκέψη πέρασε απ'το μυαλό του. Στάθηκε ίσια, άπλωσε τα χέρια και έκλεισε τα μάτια. Για μια στιγμή νόμισε πως άκουσε μια νότα.Για μια στιγμή όμως.
Ένοιωσε ένα ανεπαίσθητο ρεύμα αέρα.
Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να ανοίξει τα μάτια του. Πήρε μια βαθειά ανάσα και την έβγαλε αργά, πολύ αργά...
"Πόσο χειρότερο μπορεί να γίνει?"
Μια αίσθηση σαν μικρότατες ηλεκτρικές εκκενώσεις άρχισε να ανεβαίνει από τις πατούσες του προς τα πάνω.
Έριξε το κεφάλι του πίσω.
Προσπάθησε να ξαναπαίξει στο κεφάλι του την νότα που νόμισε πως άκουσε. Σαν από πολύ μακριά η νότα ακούστηκε.
Δεν έκανε λάθος.
Την άκουγε καθαρά τώρα.
Η αίσθηση των μικρών εκκενώσεων είχε προχωρήσει στους μηρούς του, στην κοιλιά, στην πλάτη, στο στήθος ...
Μια δεύτερη νότα ήρθε να κάνει παρέα στην πρώτη.
"Ματζόρε", σκέφτηκε.
Με τα μάτια ακόμα κλειστά ένοιωθε όλο του το δέρμα να ακτινοβολεί.
Αργά, σιγά, κατάλαβε.
Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε, σχεδόν αδιάφορα, κάτω τον βράχο να απομακρύνεται ...
Χαμογέλασε.


Νικολας

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

" Η Εύα και το φίδι "








Το φίδι πλησίασε την Εύα, αργόσυρτα και γλυκά σφυρίζοντας.
Την κοίταξε με τα γυαλιστερά του μάτια, βλέμμα λάγνο, γεμάτο πόθο, καθήλωσαν την αθωότητα της.
Η γλώσσα του διχαλωτή, μπέρδευε το μυαλό της. Ο διχασμός του δύο, γυάλινα μάτια ,άδεια, σαν καθρέφτες. Την έβλεπε ανάποδα, μέσα από τον καθρέφτη των ματιών του κι εκείνη μαγνητιζόταν. Την καθήλωνε αυτό το βλέμμα , δεν μπορούσε να κάνει ούτε μπρος ούτε πίσω,  έμενε εκεί να κοιτάζει . Ψάχνοντας να βρεί κάτι γνώριμο το κοίταζε όλο και πιο βαθιά στα μάτια.
Όλα τα πλάσματα είναι ίδια της είχαν πει, παιδιά της ίδιας δημιουργίας, του ίδιου θεού, με ανάσα ζουν όλα, με την ίδια πνοή.
Το φίδι παρέμενε εκεί σταθερά,  απέναντί της.
" Σε γνωρίζω, της είπε, βλέπω κάτι που εσύ δεν βλέπεις, αναγνωρίζω σε σένα μια σπάνια ομορφιά . Αναρωτιέμαι πόσο όμορφη θα είσαι  αν γυρίσεις ανάποδα, πόσο θελκτική και όμορφη θα φαινόταν η πηγή σου κι εγώ διψάω πολύ , σέρνομαι στα πόδια σου, υποτάσσομαι στην ομορφιά σου, σε ικετεύω να μου δώσεις έστω και μια σταγόνα σου. Σ’ ανακηρύττω βασίλισσα μου, η ομορφιά και το μεγαλείο σου με θάμπωσε και με μάγεψε . "
Όσα εκείνη ονειρευόταν να ακούσει απο κάποιον τώρα ήταν αλήθεια . Κάποιος έβλεπε μέσα της τους πιο κρυφούς της πόθους , άκουγε τις σκέψεις της και της έλεγε ότι πάντα ήθελε να ακούσει.
Κάθε σκέψη του, κάθε φράση του, χτυπούσε το κέντρο της, άρχισε να νιώθει αστάθεια, 
υπνωτισμός. Ζαλίστηκε, τα λόγια του την μπέρδευαν , έμοιαζαν αληθινά και παρ’ όλο που κάτι μέσα έλεγε ότι δεν είναι έτσι, ήταν αδύνατον να μετακινηθεί. 
"Δεν έχεις άλλο δρόμο της είπε, εδώ είναι το βασίλειό μου , δεν θα σ’αφήσω να φύγεις, μόνο μαζί μου θα είσαι ευτυχισμένη. Μετά από μένα δεν υπάρχει τίποτα. Εγώ είμαι όλα για σένα , κανείς δεν θα μπορέσει να σε πάρει απο μένα , μου ανήκεις . Δοκίμασες το δηλητήριό μου και μ’αυτό μπήκες στον κόσμο μου. Το δηλητήριο του πόθου , της λαγνείας , της ηδονής . Δεν έχεις άλλο δρόμο." Αντηχούσαν τα λόγια του στ’ αυτιά της. Ο διχασμός του φιδιού, τα γυάλινα μάτια, η διχαλωτή γλώσσα.
Υπνωτισμός . 
Άγνωστος κόσμος, μαύρος, κατάμαυρος, κατράμι. Άγνωστα όλα μα συνάμα δελεαστικά. Το δηλητήριο απειλητικό, η μυρωδιά του θανάτου, η επιστροφή , κλωθογύριζαν στο μυαλό της. Σύγχυση, μπέρδεμα, αναταραχή, κενό στο στομάχι . Το κέντρο της συνέχιζε να πάλλεται.
Κενό, χάος, άδειασμα. 
Υπνωτισμός. 
Η πόρτα είχε παραβιαστεί, ο διαρρήκτης εισχώρησε, κατακτώντας μια θέση μέσα της. Εκείνος οδηγούσε, την καθοδηγούσε.
"Θα κάνεις ότι λέω εγώ, τον άκουγε μέσα στο βαθύ της ύπνο να λέει. Εγώ είμαι η δύναμή σου. Εγώ είμαι ο κυρίαρχός σου, σε κυβερνώ τώρα και συ δεν μπορείς ν’αντισταθείς. Γεύομαι τους καρπούς σου, πίνω απ' την πηγή σου, παίρνω ζωή, ποτέ δεν θα σ’αφήσω να φύγεις. Είσαι δική μου, μόνο δική μου."
Όχι, ήθελε να φωνάξει, όχι, όχι. Κι όμως φωνή δεν βγήκε κι ενώ σκεφτόταν το όχι, έπραττε στο ναί.
Υπνωτισμός, γυάλινα γαλάζια μάτια, διχαλωτή γλώσσα. Αντικατροπισμός του εαυτού της. Λόγια χωρίς ουσία, χωρίς νόημα , μισές αλήθειες , αντεστραμμένες αλήθειες. Ψευδής έρωτας ,σκέψεις μπερδεμένες, ανάκατες, βαριά η ανάσα. 
Ο παράδεισος είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Δεν θυμόταν πια. Άλλα σκεφτόταν, άλλα ένιωθε, άλλα έκανε. 
Αδυναμία, ατονία, βαριά τα πόδια, καμιά αντίσταση.
Ψευδής έρωτας , ψευδαισθήσεις , αντανακλάσεις ενός αληθινού κόσμου μέσα απο γυάλινο πρίσμα. 
Αντεστραμμένη πραγματικότητα , διαστρεβλωμένη .Ο παράδεισος έσβησε. 
Υπνωτισμός.


Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

οι κατσαριδες

...Ήταν απίστευτο το πόσο με πόνεσε αυτό. Και μιλώντας στην Δύναμη που από τόσο μικρός ένοιωθα μέσα μου και που η συμβίωση μαζί της, ήταν αυτό που με εμπόδισε να κάνω το μοιραίο βήμα προς την τρέλα, καθώς μεγάλωσα σε ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο οικογενειακό περιβάλλον, της είπα: Κύριε δεν είμαι χαζός, αλλά φέρθηκα τόσο ανόητα. Σου ζητάω λοιπόν να με βοηθήσεις να βλέπω τους ανθρώπους όπως ακριβώς είναι και όχι όπως θα τους ήθελα εγώ να είναι. Και για άλλη μια φορά γνώριζα ότι η πραγματοποίηση της ευχής μου προμήνυε νέους πόνους, αλλά ήμουν αποφασισμένος να προχωρήσω. Εξάλλου από μικρό παιδί είχα μάθει ότι ο πόνος είναι αυτός που οδηγεί τον άνθρωπο στην ωριμότητα. Συν ότι δεν ήθελα ποτέ να ξαναφανώ τόσο μεγάλος μαλάκας....
συνεχιζεται

http://dolfman.blogspot.com/

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΟΥΦΕΣ

Η μαμά στο Μπόμπο:
- Τι θες να γίνεις παιδί μου όταν μεγαλώσεις;
- Εγώ, μαμά;
- Ναι, παιδί μου.
- Εγώ, μαμά, θέλω να βγάλω πολλές τούφες! Τούφες εδώ… εκεί… κι εκεί…., απάντησε ο Μπόμπος δείχνοντας διάφορα σημεία του σώματός του.
Η μαμά ανήσυχη τον κοιτά με απορία:
- Τι είναι αυτά που λες, παιδί μου; Τούφες; Γιατί;
- Ναι ρε μαμά. Τούφες! Δε βλέπεις την αδερφή μου που έχει μόνο μία τούφα ανάμεσα στα πόδια της, πόσα χρήματα βγάζει;

Η «τούφα» είναι το μήνυμα, η ουσία, ο στόχος, η «Ιθάκη» του κάθε ανθρώπου σήμερα. Αυτή κυβερνάει τον κόσμο, αυτή κινεί τα νήματα, αυτή είναι το Σύστημα. Ένα σύστημα αδηφάγο, αχόρταγο και αιμοβόρο. Ακολουθείς τη ροή; Δεν κινδυνεύεις. Πας κόντρα; Κάνε την προσευχή σου – αν πιστεύεις (γιατί και η πίστη είναι μέρος του συστήματος!).
Χάνεις επαφή με τον Άνθρωπο και δένεσαι περισσότερο με τις «τούφες» σου. Το σύστημα ανοίγει το στόμα του και σαν μια πελώρια Χάρυβδη σε καταπίνει και μετά φτύνοντας τα κόκαλα ρεύεται μακρόσυρτα. Κι εσύ πηγαίνεις μπροστά – υποτίθεται – σαν πρόβατο επί σφαγή υπνωτισμένος από τα διάφορα αλλά αδιάφορα ερεθίσματα του τέρατος. Είσαι θύμα, χωρίς να το ξέρεις, και φέρεσαι σα θύτης θέλοντας να φαίνεσαι το θύμα.
Διαμαρτύρεσαι σιωπηλά για τον πενιχρό μισθό σου αλλά δε φωνάζεις για να μη χάσεις τη δουλειά σου και απομακρυνθείς από το σύστημα. Κατηγορείς το διπλανό σου, το φίλο σου, τον ξάδερφό σου ότι χρησιμοποίησε «δόλια» μέσα για να διοριστεί κι εσύ φιλάς καθημερινά κατουρημένες ποδιές για να κρατηθείς στη θεσούλα σου, στη βόλεψή σου. Κριτικάρεις τη νεοδιοριζόμενη γραμματέα με τη μίνι φούστα αλλά κάνεις sex μαζί της για να την έχεις από κοντά και να τη χρησιμοποιήσεις στην πρώτη ευκαιρία για την άνοδό σου. Βρίζεις και θυμώνεις με τον πολιτικό, που εσύ ψήφισες, όταν εξαγγέλλει τα νέα μέτρα φορολογίας καθισμένος αναπαυτικά στο μοντέρνο καναπέ σου απολαμβάνοντας τη ζεστασιά του νεόχτιστου σπιτιού σου παρέα με μια παγωμένη μπύρα και αγκαλιά με την καλλονή στην οποία μεταμορφώθηκε η γυναίκα σου από εσωτερική της ανασφάλεια μη χάσει το κελεπούρι. Παντρεύεσαι και κάνεις παιδιά για την κοινωνική σου εικόνα και μετά τα οδηγείς σε μια ατέλειωτη μοναξιά γιατί «δεν έχεις χρόνο» εξαιτίας της κουραστικής σου δουλειάς. Ξεσπάς τα νεύρα σου πάνω τους αφού εσύ έχεις δημιουργήσει τις «ανάγκες» σου από την καταναλωτική σου μανία. Και το χειρότερο; Τα ξυλοφορτώνεις γιατί δεν έμαθαν την Ιστορία καλά ή δεν έφεραν καλούς βαθμούς και δεν θα μπουν έτσι στο πολυπόθητο Πανεπιστήμιο που θα τους οδηγήσει σε μια θέση στο σίγουρο Δημόσιο. «Για το καλό σου γίνονται όλα, για να είσαι εσύ εξασφαλισμένος αύριο» - το αιώνιο και τετριμμένο πια σλόγκαν σου, παρμένο από το cd που πουλάνε στο παζάρι.
Και μετά απ’ όλα αυτά λες: «Άτιμο το σύστημα! Άδικο το σύστημα!», χτενίζοντας τις τούφες σου και αναθεματίζοντας τη στιγμή που γεννήθηκες.
Σήκω, φώναξε, βρίσε, ξέσπασε το θυμό σου, βρες και πάλι τον Άνθρωπο μέσα σου. Σταμάτα να βαυκαλίζεσαι και να μοιρολογείς για τα «χαμένα» σου χρόνια και αντιστάσου. Ξύρισε τις τούφες σου, διεκδίκησε τα δικαιώματά σου, καταπολέμησε την εσωτερική σου διαφθορά, πολέμησε το σύστημα και λυτρώσου!
Μη φοβηθείς για τον τίτλο του anti-system που θα σου δώσουν – δεν είσαι ο μόνος αν κοιτάξεις καλά γύρω σου – γιατί είναι ο πιο τιμητικός τίτλος που θα έχεις κατακτήσει!! Και μαζί θα έχεις κερδίσει και την ίδια σου την ψυχή από το βέβαιο θάνατό της…


Κατερίνα

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Η σπουδαιότητα της ασημαντότητας

Η σπουδαιότητα της ασημαντότητας

Ηλιόλουστη μέρα σήμερα ,παίρνω άδεια απο την σημαία και αποφασίζω να κάνω έναν περίπατο στο δάσος ,υπάρχουν ακόμα σ αυτήν την περιοχή.Παίρνω το «κάρο»με τα 120 χορτάτα άλογα και σε 10 λεπτά είμαι εκεί ,ξεζεύω τα ζώα, και παίρνω το μονοπάτι με τα πόδια. Αφού περπατώ μισή ωρίτσα στ’ αυτιά μου φθάνουν οι έντονοι βρυχηθμοί της τεχνολογίας,.βγαίνω σ’ ένα ξέφωτο που κάποτε ήταν δάσος και βλέπω τούς υλοτόμους με τα’ αλυσσοπρίονα να ξυλεύουν κάποια πεσμένα δέντρα.,μόνο ένα τεράστιο δέντρο στέκεται όρθιο στην μέση του πουθενά.

« Γιατί δεν κόπηκε αυτό το δέντρο?»,ρωτάω τον πρώτο που συναντάω μπροστά μου .
«Ααα,το δέντρο αυτό είναι εντελώς άχρηστο, αφού το κάθε κλαδί έχει πολλούς κόμπους και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα ,αλλά ούτε και για κάψιμο δεν είναι , αφού ο καπνός του είναι επικίνδυνος για τα μάτια ¨» μου απαντάει.

Πήρα τον δρόμο του γυρισμού σκεπτόμενος.
…Αν δηλαδή είμαστε ίσοι και όμορφοι θα γίνουμε έπιπλα στο σπίτι κάποιου?
…Αν είμαστε ανταγωνιστικοί και έξυπνοι κάποιοι θα μας χρησιμοποιήσουν?
…Η ζωή είναι χρησιμότητα ή γλέντι, τραγούδι και χορός?
…Αν παραμένεις άγνωστος και τελευταίος ,ποιός θα σ ενοχλήσει?

… και στο κάτω-κάτω

« το μόνο δέντρο που θα προσφέρει δωρεάν την σκιά του στον περιπατητή είναι αυτό που δεν κόπηκε»



Αντωνης

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

...ξερω κατι τυπους...

Ξέρω κάτι τύπους που κάνουν πολλά άπρεπα πράγματα κατά τους νόμους των ανθρώπων
Μα η ψυχή τους είναι αθώα παιδική
Δεν έχει τίποτα κακό να δείξει
Δεν πείραξαν ποτέ για το κέρδος
Ούτε υπόταξαν κανέναν
Σκλάβο, δουλικό να κάνουν
Υπερεγωϊστικά νομίζοντας ότι έτσι είναι σωστό να γίνει.

Ξέρω κάτι τύπους
Που πασχίζουν να σου μιλήσουν χωρίς φωνές
Που διώχνουν την αμφιβολία της ύπαρξης
Που χορεύουν στα έγκατα της ψυχής
Σαν φωτεινοί άγγελοι διασκεδάζουν και γλεντούν στο μεγαλείο της

Ξέρω κάτι τύπους
Που αν τώρα βρίσκονται έτσι εδώ
Σε συντρίμμια άτεχνα κομματιασμένοι
Με την ανάσα τους ν΄ακούγεται βαριά
Κι έναν ήχο άγριο – απόκοσμο –
Απ΄την κόλαση φερμένο μέσα τους να τριγυρίζει
Είναι που σε βλέπουν γοητευμένο φίλε μου
Μέσα από ήχουν γέλιων και απαλών ψεμάτων
Μέσα από φαινομενικά χρυσές ευκαιρίες – ανόητες –
Να πλέκεις σφιχτά τη φυλακή σου
Χάνοντας την ευκαιρία να πετάξεις ψηλά
Να γίνεσαι δηλητηριώδες φίδι μοχθηρό που σέρνεται στο χρόνο
Άγριος δεσμοφύλακας της ψυχής σου
Που αγρυπνά καιροφυλακτώντας υπνωτίζει τις αισθήσεις
Που στάζοντας δηλητήριο νεκρώνεις τις δημιουργικές σκέψεις

Ξέρω κάτι τύπους
Που καμία φορά ρωτάνε αν ξέρεις
Το χιούμορ της απελπισίας
Κι απάντηση δεν παίρνουν

Ξέρω κάτι τύπους
Που διαπερνούν το ψεύτικο διαμάντι
που πηδάνε πάνω απ΄τις παγίδες
Που μνήμης αλήθειες
Μέσα από αστρικά ταξίδια φέρνουν

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΟΥ ΔΙΔΑΞΕ Η ΜΑΜΑ ΜΟΥ

Ο θεός είναι μια δύναμη που την αισθάνεσαι μέσα σου, ή την αισθάνεσαι, ή όχι.
Από τη στιγμή που ερχόμαστε σ’αυτόν τον κόσμο, η δύναμη είναι αμετάκλητα
συνδεδεμένη μαζί μας και ως εκ τούτου εμείς είμαστε πλήρως υπεύθυνοι για το τι θα κάνουμε με την ζωή μας.

Δεν υπάρχει λοιπόν Μοίρα. Σίγουρα όμως υπάρχει Τύχη.Παίζει μάλιστα τοσο σοβαρό ρόλο μερικές φορές ,που οι Αρχαίοι Ελληνες την είχαν ανάγει σε θεά .
Βλέπετε, δεν μπορούν όλες οι γυναίκες να πετάξουν κεραμίδα και να πετύχουν τον Πύρρο βασιλιά, στα 50 μέτρα, στο δόξα πατρί.Αυτό είναι τύχη.

Η άγνοια, ο φόβος, η αλαζονεία και η έλλειψη αυτογνωσίας, οδηγούν τον άνθρωπο στον εγωκεντρισμό.΄Ετσι ξεπήδησε ο ένας θεός που δημιούργησε το σύμπαν για να το κάνει δώρο στο τελειότερο δημιούργημα του, εμάς δηλαδή.
Τώρα ποιανού ,Πάνσοφου θεού μπορεί το τελειότερο δημιούργημα να είναι ο Ψωμιαδης, θα σας γελάσω..

Αυτό βέβαια αποδεικνύει ότι ακόμα κι ο θεός δεν είναι τέλειος.Παρ’όλα αυτά ο κύριος ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος είναι κατ’εικόνα και ομοίωση του. Κι επειδή ποτέ δεν έγραψε ότι οι φώκιες είναι κατ’εικόνα και ομοίωση του, οι άνθρωποι σαν ανώτερα όντα της δημιουργίας , συμπέραναν ορθώς ότι έχουν λόγο ζωής και θανάτου πάνω σε κάθε πλάσμα της φύσης άλλα και σ’αυτήν την ίδια τη φύση,αφού δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει τη μεγαλειότητα του.

Γι αυτό το λόγο και οι ωκεανοί γίνανε τόσο βαθείς. Που αλλού θα μπορούσαμε να πετάμε τα πυρηνικά και άλλα απόβλητα μας, χωρίς να ενοχλούνται οι μύτες μας?
΄Οσο για τα δάση , αν δεν γινόντουσαν τόσο πυκνά, πώς θα μπορούσαμε να κρύβουμε τόσο τέλεια , τις σερβιέτες και τις παλιές μπανιέρες μας?
Μερικοί βέβαια είναι απίστευτα ανυπόμονοι και προκειμένου να τ’ανακαλύψουν ταχύτερα , τα καίνε..ε!! κανείς δεν είναι τέλειος, είπαμε.

Ο θεός για να διευκολύνει τον άνθρωπο στο δύσκολο έργο , του χάρισε το μεγαλύτερο δώρο από δημιουργίας κόσμου, ΤΟ ΧΡΗΜΑ. Βέβαια το χρήμα είναι τόσο ΟΥΑΟΥ.., εφεύρεση που οι άνθρωποι για πρώτη φορά έφτασαν στο σημείο ν’αναρωτηθούν μήπως είναι ο χρυσός, κατ’εικόνα και ομοίωση του θεού και όχι αυτοί οι ίδιοι.
Τώρα βέβαια κάποιοι ισχυρίζονται ότι αυτή η ιδέα ήταν έργο του ΄Αρχοντα σκότους που σκοπό είχε, να σκορπίσει στους ανθρώπους την αμφιβολία. Το σίγουρο πάντως είναι ότι με την πάροδο του χρόνου, οι άνθρωποι άρχισαν να προσκυνάνε το χρήμα σαν έκφανση του θεού τους, αφού ο ίδιος επέμενε να δραστηριοποιείται μέσα από την αόρατη φύση του, που σε τίποτα δεν διευκόλυνε την ήδη νοσηρή κατάσταση.
Αρχής γενομένης, δεν μας προκαλεί καμμιά έκπληξη λοιπόν, γιατί ο άνθρωπος αφήνει τον συνάνθρωπό του να πεθαίνει, όταν δεν εχει να του προσφέρει το χρηματικό αντίτιμο των φαρμάκων. ΄Η και γιατί εξ’αρχής δημιουργεί φανταστικές αρρώστειες που πρέπει να γιατρευτούν από άλλα φανταστικά πανάκριβα φάρμακα.
Αλλά έτσι κι αλλιώς ο χρυσός είναι η ύψιστη αντανάκλαση του θείου. Ο χρυσός βλέπετε είναι άφθαρτος , ο άνθρωπος όχι.,στην μάχη λοιπόν του ανθρώπου να φτάσει κοντύτερα στο θεό του, θυσίασε το συνάνθρωπο του και οδεύοντας προς τη λάμψη που τον μαγνήτιζε, θυσίασε και όλα τα υπόλοιπα, χάνοντας οριστικά την επαφή του με τον πραγματικό θεό που όπως είπα και στην αρχη ,είναι μέσα μας και ή την έχεις η δεν την εχεις.


Aris

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

.......ΖΩΗ ?

Δύο γονίδια ενώνονται, και γεννιέσαι,τυχαίο γεγονός, χωρίς να αναρωτηθούν, χωρίς να σε ρωτήσουν.
Εννια μήνες ζεις σε υγρο κελι προστασιας και ξαφνικα παραδιδεσαι στο κοσμο,στις αγκαλιες και πνιγεσαι στο κλαμα , ισως γιατι σου λειπει η γυαλα σου.

Ξαφνικα, αποκτας υποσταση,ενα ονομα και εναν αριθμο και αρχιζουν να ‘χουν δικαιωμα πανω σου, γονεις, θειοι, υπολοιποι συγγενεις,κρατος και εξουσια, σε βαφτιζουν, κουβαλας μια ακομα αλυσιδα , της πιστης , εχεις εκτος
απο κρατικους και θρησκευτικους κανονες να ασπαστεις.

Μεσα στα οχι και τα μη μεγαλωνεις, σ’ ενα σχολειο σε κλειδωνουν,
τη φαντασια σου πληγωνουν, την εκφραση περιοριζουν και τα ονειρα σου , τα σβηνουν.
Και εκει που εισαι ευπλαστος, γεματος ορμονικες εκρηξεις, σε βομβαρδιζουν
με διαχωρισμους και προκαταληψεις καλος - κακος , ομορφος - ασχημος,
μαυρος-ασπρος , κιτρινος… ομαδοποιεισαι και ευκολα ελεγχεσαι.

Για μια αλλη φορα σε παραδιδουν. Αυτη τη φορα στο κοσμο τους.
Συμβιβαζεσαι με οσα σου δινουν, συμβιβαζεσαι μ’ ενα συντροφο, συμβιβαζεσαι με τη δουλεια σου, συμβιβαζεσαι με τον εαυτο σου και τοτε μοιραια , με τη σειρα σου, γεννας ελευθερους φυλακισμενους, αλλους εργατες και αλλους συμβιβασμενους..

Καποτε ξυπνας και ζεις στο ψεμμα , καταλαβαινεις οτι ζεις στην ανυπαρξια της ιδιας σου της υπαρξης.
Οτι εσυ και οι γυρω σου, ειστε πλανητες, που παραλληλα κινειστε και τυχαια μια στιγμη βρεθηκατε.

Μα ειναι αληθεια ,καποτε γεννιεσαι και καποτε πεθαινεις.




Νικολας.

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

......ψυχη.......

Από μικρή η ψυχή μου δεμένη, ουρλιάζει και η καρδιά μου πάντα χτυπά δυνατά, για ανθρώπους χωρίς ήλιο και φεγγάρι στον ουρανό τους ,αδικημένους , πονεμένους , πληγωμένους ,δυστυχισμένους ,πιασμένους ,διψασμένους , γονατισμένους , αδύναμους .Ηθελα να τους προστατέψω, όσο μπορούσα ,όπως μπορούσα ,έστω με μια ευχή ,αυτό είχα παιδί , την ευχή .

Αργότερα έφηβη πλέον , κοιτάζοντας γύρω μου τον κόσμο ,αγρίεψα, επανάσταση ήθελα και ποθούσα , οι άνθρωποι έλεγα θα ξυπνήσουν , δεν γίνεται διαφορετικά , θα απαιτήσουν , έβλεπα την εξέλιξη θετική. Ναι έλεγα.... δεν χρειάζεται να πεινάσει ούτε ένας ,μα τι κάνουν αυτοί εκεί πάνω?

"Διαπραγματεύσεις" εικονικές ,όλα τα θυσιάζουν , τα βρωμίζουν , στο νομό του χρήματος , του κέρδους ,της εξουσίας των λίγων. Κοίταζα γύρω μου, εκεί κάτω μακριά ,ανθρώπους πιασμένους , παιδιά ξαπλωμένα με το βλέμμα βουτηγμένο στην απάθεια πλέον και κοιλιές φουσκωμένες ,μην έχοντας πλέον δύναμη να κλάψουν με λυγμό , παρά ένα βουβό κλάμα έβλεπες ,να ανοίγουν κάπως το στόμα , παιδιά που "αργοπεθαίνανε" Βουβό κλάμα και στεγνά δάκρυα.,έχεις δει? Πόνο έχεις δει? Έχεις νιώσει με κάθε κύτταρο του σώματος σου? έχει φτάσει μέχρι τον πυρήνα. το κέντρο σου?

Δεν υπήρξε γωνιά εδώ στη μάνα γή που δεν είδα ,οι εικόνες αμέτρητες και οι ευχές πλέον δεν με βοηθούσαν , επανάσταση ήθελα και ποθούσα.

Επανάσταση , να ξεσηκωθεί όλος ο κόσμος, το κεφάλαιο, το κάθε σύστημα. έλεγα να εξοντωθεί , ακόμα δεν ήξερα , το χρήμα να μοιραστεί ,καλύτερα να καταργηθεί .
Ολος ο κόσμος να ζει χωρίς να σκύβει το κεφάλι χωρίς τεμενάδες χωρίς πείνα και δίψα , χωρίς ψίχουλα..Ονειροπαρμένη, λίγο ρομαντική.

Υποστήριζα επαναστάτες της εποχής μου,με όλο μου το είναι , ήτανε φως "ταρακούνημα"στο λήθαργο που ζούσε, η δική μου κοινωνία , η προηγμενη τεχνολογικα Γερμανία . Δεν γίνετε διαφορετικά έλεγα ,όταν σκοτώνανε και ανθρώπους οι οποίοι δεν φταίγανε , απλούς ,πρέπει έλεγα, αυτά έχει η επανάσταση, δικαιολογούσα.
Ήτανε φόβος για τους αυτούς που είχανε την εξουσία και την μοιράζανε ? την αλλάζανε μεταξύ τους ? Πόσο κοστίζει ο κόσμος σήμερα. ? Και που θα πάρουμε περισσότερα χρήματα? Σε ποιο κομμάτι τις γής?

Μάλιστα , μέσα στα γυαλισμένα , στα αποστειρωμένα γραφεία τους έβλεπα ,κυρίους χορτάτους , καλοντυμένους να διαφωνούν , να συμφωνούν , να υποστηρίζουν τα "συμφέροντα" τους , μαθημένους φτιαγμένους να κερδίζουν χρήμα ,γη ,πετρέλαια, διαμάντια ,οτιδήποτε να κερδίζουν , να μεγαλώνουν τις εταιρίες εις βάρος του κάθε ανθρώπου στον κόσμο αυτό ,εις βάρος τις μάνας γης ,που ξεδιάντροπα λεηλατούν.

Να οργανώνουν πολέμους ,φτώχεια ,μιζέρια.,πείνα.,δίνοντας τα χερία ο ένας στον άλλον. Πόσα κουρέλια τους φορέσανε στη ψυχή για να σβήσουν την ανθρωπιά,τον σεβασμό , την αγάπη από το είναι τους. Στόχος το κέρδος και κάθε χρόνο παραπάνω αχόρταγοι , μεγαλουργούν και όταν κερδίσουν και φύγουν ,αδιάφοροι αφήνουν καμμένη γη πίσω.

Δεν ήξερα τι να κάνω,ναι υπήρχαν οργανωμένοι μα εγώ δεν ήθελα, να με βάλουν σε ένα συρτάρι και να λέω το άδικο σωστό, έψαχνα να δω εξέγερση, ξεσηκωμό, να πάω και εγώ.

Αλλα μέσα στην κοινωνία μου, στις πολιτείες, στους δρόμους από κρύο και σκληρό μπετον, τα κάστρα τέλεια χτισμένα , δεν τα διαπερνά πλέον φως , δεν τα χαϊδεύει ο αέρας ,τα πόδια ματώσανε ψάχνοντας.Η ψυχή μου ούρλιαζε και ουρλιάζει ακόμα σήμερα ,δεν αντέχει άλλο αυτές τις εικόνες.
Ψάχνοντας σε αυτούς τους δρόμους , ένα κατάλαβα και ένιωσα εδώ μέσα βαθεια, καμμιά επανάσταση εξωτερική δεν βοήθησε ,δεν βοηθάει και κανένας πόλεμος.

Για να αλλάξει το έξω , η κοινωνία., ο κόσμος , πρώτα αλλάζεις εσύ , εγώ , αυτός, αυτοί , βρίσκεις το μέσα.,το πνευμα , την ουσία ,την ψυχή σου ,την "κουρελιάζεις"... και όλα είναι απλά.

Σκύβεις, γονατίζεις στο ύψος του πεινασμένου, του διψασμένου, του πονεμένου και εκεί χαμηλά.σκυμμένος , γονατισμένος, δένεται η ψυχή σου μαζί τους, νιώθεις, κατανοείς , δειψάς, πεινάς , πονάς και τότε μονο τότε αντιλαμβάνεσαι , ότι τελικά δεν υπάρχουν αυτοί, εκείνοι , οι άλλοι , οι τέτοιοι.

Εμείς υπάρχει , μόνο ΕΜΕΙΣ ,είμαστε όλοι ένα , δεν χωρίζεις , ενώνεσαι και αρχίζεις να ξεχειλίζεις αγάπη και σεβασμό για όλους και όλα ,γιατί όλοι είμαστε εμείς ,ένα.

Εμείς που ζούμε στα ψηλά παλάτια και μαστιγώνουμε ,εμείς που ζούμε σε χαμηλά καλύβια και υποφέρουμε.

Είναι τόσο απλό ,μα είναι αυτοί οι φόβοι που μας καθηλώνουν.
Ποιόν να κλέψω λοιπόν? Ποιόν να μαστιγώσω ,να σκοτώσω? Τον εαυτό μου?



Ειρήνη

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

..η αληθεια μας ...

Ξυπνάω κοιτάω τρομαγμένος το ρολόι. 8 παρά τέταρτο. Φιου, έχω χρόνο, ψιθυρίζω στον εαυτό μου. Σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι, ντύνομαι, πάω στο μπάνιο, κοιτάω να κάνω τη χωρίστρα καλά, με πολύ ζελέ, σήμερα είναι σημαντική μέρα.
Κάθομαι λίγο στον καναπέ κλείνω τα βλέφαρα και συλλογίζομαι Βλέπω τον εαυτό μου σαν σε όνειρο.

Σηκώνομαι, παίρνω το χαρτοφύλακα και βγαίνω απ’ το σπίτι. Αντικρίζω το γείτονα να βγαίνει κι αυτός. Καλημέρα, μουρμουρίζω, ενώ από μέσα μου, δε θέλω να τον βλέπω. Άσχημη μέρα, μου λέει, πολύ βροχή. Ναι, απαντάω μονολεκτικά, σηκώνω το γιακά της ζακέτας και βγαίνω έξω στη βροχή βλαστημώντας. Μπαίνω στο αυτοκίνητο, βάζω μπρος και φεύγω για πανεπιστήμιο.

Στο δρόμο βιάζομαι, να φτάσω γρήγορα. Παραλίγο να πατήσω μια γιαγιά που αργούσε να διασχίσει το δρόμο. Γριά παραλίγο να σε πλήρωνα για χρυσή, βρίζω από μέσα μου. Βάζω δυνατά μουσική να χαλαρώσω.

Κοιτάζω το διπλανό αυτοκίνητο. Ο οδηγός του με κοιτάει κι αυτός. Τον κοιτάζω άγρια, νιώθω την αδρεναλίνη που ανεβαίνει. Ανάβει πράσινο το φανάρι και ξεχύνομαι σα σίφουνας. Πρώτη, δευτέρα, τρίτη, όλες στον κόφτη, τον έφαγα τον καραγκιόζη, θριαμβολογώ.

Περνάω από μια στάση λεωφορείου. Βλέπω νεαρούς μαζεμένους. Κουραμπιέδες φάτε τη βροχή στα μούτρα, μονολογώ. Δε δουλεύετε να πάρετε αμάξι όπως εγώ. Όλη μέρα φραπέ και τσιγάρο μου είσαστε.

Στο φανάρι με πλησιάζει ένας ζητιάνος. Του δίνω 1 ευρώ να ξεκουμπιστεί, ενώ μέσα μου κλαίω το χαμένο ευρώ μου. Με τα πολλά φτάνω στο πανεπιστήμιο. Αφήνω το αμάξι στη θέση του ανάπηρου, για να είμαι κοντά στο κτίριο και να μην βραχώ. Δε μπαίνει αστυνομία στο πανεπιστήμιο λέω, σιγά μη φάω κλήση.

Περπατάω, περνάω δίπλα από μια χαριτωμένη κοπέλα. Την κοιτάω στα μάτια, περιμένοντας ανταπόκριση. Αυτή προχωράει χωρίς να μου ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Ψωνάρα, λέω από μέσα μου, άντε στο διάολο.

Μπαίνω στο γραφείο του καθηγητή. Καλημέρα κύριε, τι κάνετε, λέω υποτακτικά, λες κι ο καθηγητής είναι ο θεός. Από μέσα μου αηδιάζω με τη δουλική συμπεριφορά μου. Υπομονή, με καθησυχάζω, τον έχεις ανάγκη ακόμα. Μετά θα τον γράψεις εκεί που του αξίζει. Καλημέρα, απαντάει ο καθηγητής, είσαι έτοιμος; Μάλιστα κύριε, απαντάω σαν τον καλό στρατιώτη.

Μπαίνω μέσα στην αίθουσα του συνεδρίου. Ανεβαίνω στο βήμα, κοιτάω από κάτω, ένα σωρό ανήσυχα ζευγάρια μάτια να με παρατηρούν. Ανοίγω το χαρτοφύλακά μου και βγάζω έξω ένα πακέτο σημειώσεις. Πλησιάζω το μικρόφωνο. Ανοίγω το στόμα μου και σα ρομπότ αρχίζω να απαγγέλω την ομιλία μου: Κυρίες και κύριοι καλημέρα σας. Σήμερα θα σας μιλήσω για την πυρηνική σύντηξη ταχείας ανάφλεξης με χρήση λέιζερ...

Ξαφνικά ανοίγω τα μάτια. Ήμουν ακόμα στον καναπέ. Κοιτάζω το ρολόι. 8 και μισή. Τι όνειρο κι αυτό! Χαμογελάω. Δεν πειράζει, θα αργήσω λίγο, μονολογώ.

Σηκώνομαι παίρνω το χαρτοφύλακα και βγαίνω απ’ το σπίτι. Αντικρίζω το γείτονα να βγαίνει κι αυτός. Καλημέρα γείτονα, φωνάζω χαρούμενα. Άσχημη μέρα, μου λέει, πολύ βροχή. Δεν πειράζει γείτονα, απαντάω, θα την ομορφύνουμε εμείς. Του κλείνω χαμογελαστά το μάτι και φεύγω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο, με κοιτάω στον καθρέφτη και γελάω. Πολύ κυριλέ είσαι φίλε, μου λέω και με τα χέρια μου ανακατεύω το μαλλί μου. Ξεκινάω για πανεπιστήμιο.

Στο δρόμο μια γιαγιά προσπαθεί να περάσει το δρόμο, αλλά αργεί τόσο πολύ που βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της. Κατεβαίνω απ’ το αυτοκίνητο, πλησιάζω τη γιαγιά και την παίρνω απ’ το χέρι. Καλημέρα γιαγιάκα μου, κάτσε να σε βοηθήσω να περνάς απέναντι. Να ‘σαι καλά παιδί μου, την ευχή μου να έχεις! Κι εσύ γιαγιά να ‘σαι καλά και να προσέχεις τον εαυτό σου

Στα φανάρια κοιτάζω το διπλανό αυτοκίνητο. Ο οδηγός του με κοιτάει κι αυτός. Του χαμογελάω. Αυτός με κοιτάει απορημένος. Ανάβει πράσινο και ξεκινάω χαλαρά, σιγοτραγουδώντας. Περνάω από μια στάση λεωφορείου. Βλέπω νεαρούς μαζεμένους.

Σταματάω δίπλα στη στάση και κατεβάζω το παράθυρο. Παιδιά πάω πανεπιστήμιο, θέλει να έρθει κανείς μαζί μου; Με κοιτάνε απορημένοι. Δε τρώω ανθρώπους, ρε σεις, τουλάχιστον όχι ακόμα, χαμογελώ. Μπαίνουν μέσα δυο τυπάδες και μια κοπέλα.
Συστηνόμαστε και τραγουδάμε όλοι μαζί.

Στο επόμενο φανάρι με πλησιάζει ένας ζητιάνος. Τον κοιτάω και χαμογελώντας του λέω. Αδερφέ μου, μη με παρεξηγήσεις, αλλά δε νιώθω άνετα να σου δώσω χρήματα. Δε μ αρέσει να μου ζητάνε έλεος. Αν θες έλα μέσα στο αυτοκίνητο, πάμε πανεπιστήμιο, τραγουδάμε και χαιρόμαστε τη ζωή. Ο ζητιάνος δε δέχτηκε, δεν πειράζει, συνεχίζουμε.

Φτάνουμε στο πανεπιστήμιο. Αποχαιρετώ τα παιδιά και παρκάρω, όχι πάντως στη θέση του ανάπηρου. Περπατάω μέσα στη βροχή χαρούμενος. Βλέπω μια χαριτωμένη κοπέλα να πλησιάζει. Κόβω στα γρήγορα ένα λουλούδι και καθώς περνάει δίπλα μου, της το αφήνω στα χέρια χαμογελώντας. Καλή σου μέρα όμορφη κοπελιά, λέω ενώ απομακρύνομαι χαμογελώντας.

Μπαίνω στο γραφείο του καθηγητή. Καλημέρα καθηγητά, φωνάζω. Καλημέρα, απαντάει ο καθηγητής, είσαι έτοιμος; Πανέτοιμος, απαντάω με αυτοπεποίθηση. Μην παραξενευτείτε πάντως με την ομιλία μου. Θα πω ωραία πράγματα, πιστεύω. Ο καθηγητής με κοιτάει απορημένος.

Μπαίνω μέσα στην αίθουσα του συνεδρίου. Ανεβαίνω χαρωπά στο βήμα. Ξεχειλίζω από αυτοπεποίθηση κι ευτυχία. Πιάνω τον χαρτοφύλακα μου και τον σηκώνω ψηλά. Πλησιάζω το μικρόφωνο. Κυρίες και κύριοι, σήμερα ήταν να κάνω μια διάλεξη για την πυρηνική σύντηξη ταχείας ανάφλεξης με χρήση λέιζερ. Αυτές εδώ οι σημειώσεις, περιέχουν όλα τα απαραίτητα δεδομένα. Μπορείτε να της πάρετε στο τέλος της διάλεξης και να της μελετήσετε σπίτι σας. Γιατί σήμερα θέλω να αναπτύξω ένα άλλο θέμα. Θέλω να μιλήσουμε για τους φορμαλισμούς, τους κανόνες, τα πρέπει, τα θέλω, τον άνθρωπο, τη χαρά της ζωής και την αλήθεια.

Τη δική μου αλήθεια, τη δική σας, την αλήθεια μας.


Ορεστης

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Τι κι αν σε λενε Κολομβο...

Καποτε τα ταξιδια τελειωνουν.Ακομα και τ’αβγα σου, όταν φιλοδοξεις να γραψεις ιστορια, εάν δεν τα κατσεις ορθια η δεν τα σπασεις, τελειωνουν κι αυτά.Ουτε στην ιστορια μενεις ουτε ομελετα απολαμβανεις.
Φανταζομαι ότι εγινα κατανοητος μεσω ενός γαστριμαργικου σχολιου και του αβγου του Κολομβου που σταθηκε ορθιο.
Σημερα καλειται να καθισει ορθια η οικονομια και δεν το μπορει.
Οποιος τη σπασει, γιατι οι προηγουμενοι την ξεσκισαν, θα κανει προφανως τη διαφορα.
Εάν θα μεινει ως πολιτικος μαγειρας η πολιτικος Κολομβος, που ανακαλυψε αργα την Αμερικη , δεν μπορω να σας διαβεβαιωσω.
Εκεινο που μπορω να πω με σιγουρια είναι ότι οι Ελληνες πατριωτες δεν αντεχουν αλλα ταξιδια και ετοιμαζονται να στασιασουν.Καπως ετσι κατερρευσαν και τα ονειρα των μεγαλων θαλασσοπορων, ελειψει εσοδων από το παλατι η λογω απροθυμου να ακολουθησει προσωπικου.
Μπορει να εταζαν λαγους με πετραχηλια οι καπεταναιοι, όταν όμως αργουσαν να δουν προορισμο και στερια δυσανασχετουσαν.Λιγο η νοσταλγια, λιγο το σκορβουτο, που τους θεριζε, τα στυλωναν, βαζοντας τελος αρκετες φορες στα φιλοδοξα ονειρα των εξερευνητων.
Τωρα στο γιατι εμπλεξα τους θαλασσοπορους, τον Γιωργο ,τα αβγα, τη φιλοδοξια και την ελληνικη οικονομια δεν μπορω να απαντησω με σιγουρια.
Στοιχηματιζω δε ότι ουτε εκεινοι είναι σιγουροι για την εκβαση αυτης της περιπετειας.
Εάν δηλαδη το ταξιδι που κανουμε τουτη την ωρα εχει προορισμο.
Τελευταια αφηνω τη συναινεση. Χωρις την παρουσια της δεν υπαρχει ταξιδι.
Υπαρχει μονον « ο Τιτανικος» και η εφιαλτικη φωνη του καπετανιου την ωρα της κρισης..
- Κυριοι, τα κακα νεα είναι ότι βυθιζομαστε,
τα καλα, ότι θα παμε για 11 οσκαρ..

Αλλα δεν προλαβε να τους το πει.



Πηγη
Μακης Τριανταφυλλοπουλος
…σημερα στη βετο...

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

H ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΛΗΘΕΙΑ

Στη ζωή μου έμαθα οτι την αλήθεια πρέπει να τη λές σιγά-σιγά, διαφορετικά πειράζει τόσο, που τη δέχονται για ψέμμα.

Την δική μου αλήθεια δεν την είπα σε κανέναν. Προσπάθησα πολλές φορές ,να πω αυτά που ένιωθα, μα όταν έβλεπα στα μάτια τους οτι με θεωρούσαν ψεύτη, θύμωνα, πικραινόμουν , ήμουν βέβαια τότε μικρό παιδί και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί με κατηγορούσαν για ψεύτη αφού εγώ ποτέ δεν είχα πεί ψέμματα.

Αργότερα άρχισα να λέω ψέμματα γλυκά, οτι ήθελαν ν’ακούσουν, τα πίστευαν, με μυθοποιούσαν, έλεγα οτι ήθελαν ν’ακούσουν.

Μεγάλωσα, τελείωσα το γυμνάσιο,έγινα άντρας πια στο λύκειο, το ένοιωθα.
Σαν να έφαγα χαστούκι και το κεφάλι μου ν’αλλάξε θέση, έβλεπα αλλιώς τα πράγματα.
Τα ψέμματα, μου έγιναν συνήθεια, οχι ψέμματα , παραμύθια γέμιζα τις αλήθειες μου. Τις έντυνα όμορφα με λαμπερά και όμορφα ψεμματάκια..
Ηταν πάντα καλοδεχούμενα.
θυμάμαι έντονα ενα βράδυ που δεν κοιμήθηκα καθόλου απο το κλάμα, το βράδυ είχα τσακωθεί άσχημα με τον πατέρα μου, δεν ντρέπομαι πια να το πώ, οτι μου είχε ρίξει εκείνο το βράδυ τις σφαλιάρες της ζωής μου, οχι για κάτι σοβαρό, το γιατί δεν το θυμάμαι ακριβώς, παρά μόνο οτι είχα ξεχάσει ενα κουβά έξω και μπήκε μέσα και με χτύπησε ..περισσότερα δεν έχω συγκρατήσει.

Το επόμενο πρωί που πήγα σχολείο ο πόνος μου ηταν μεγάλος, και τα σημάδια επίσης. Επρεπε να μιλήσω, στους φίλους μου τουλάχιστον, μα κανείς δεν θα πίστευε κατι τοσο απλό, αναγκάστηκα να ντύσω την αλήθεια μου.
Είπα λοιπόν οτι ο πατέρας μου με χτύπησε γιατί έκανα μια μεγάλη αταξία.
Η αταξία ήταν οτι κρέμασα την γάτα στο δέντρο εξω απ’ το σπίτι.

Τα χρόνια πέρασαν και χάθηκα μεσα σε δρόμους άσχημους της ζωής. Ακολούθησα τη νύχτα , ομως τα ψέμματα μου μ’έκαναν μύθο, μ’έκαναν επικίνδυνο άνθρωπο και δεν μπορούσα να παραδεχτώ τα ψέμματα μου γιατί τα είχα πιστέψει και ο ίδιος .


TSOYXTRA

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ ?

Bαρεθηκα ολη μερα ν'ακουω για λεφτα..κριση..χρημα..παρανοια..
Δεν θελω χρημα..θελω να ζω χωρις αυτο...ποτε δεν υπηρχε χρημα..παντα ψευτικο ηταν..μια φουσκα που τωρα σκαει..μας εχουν σπασει τα νευρα.. που ειναι το χρημα? εδω το χρημα εκει το χρημα ..πουθενα το χρημα..ποιος πηρε το χρημα? ποιος εκλεψε? ολοι κλεβουν..οπως μπορει ο καθενας..ποιον να πρωτοκαθισεις στο σκαμνι?
"το σχειζοειδες συνδρομο της κλεπτομανιας " ...που να βγαλεις ακρη

Ακου τωρα..τι ακουω θεε μου?χρειαζομαστε ενα οραμα λεει ο αλλος..λες και το χρημα εχει οραμα?ρε που ζουν οι ανθρωποι?ο νομος του χρηματος ειναι ποιος θα επικρατησει..το δικιο του ισχυροτερου..ο νομος της ζουγκλας..
Για ποια δικαιοσυνη μιλανε? για ποια αξιοκρατια? η ζουγκλα εχει τετοια ιδανικα? λοιπον παρτε το αποφαση..ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΤΕΛΟΣ..
Βρειτε τροπους να επιβιωσουμε χωρις αυτο..οτι εχετε μαζεψει πολυ ηταν..ωρα να τα μοιραστειτε και με αλλους..οτι εχει ο καθενας να δινει..
Τι ειπα τωρα εε?
-εισαι στα καλα σου? εκει ρε θα το τοχω αδειο το σπιτι..αλλα τσαμπα δεν στο δινω να μεινεις..κι ας μην το χρειαζομαι...εγω εχω..εσυ τι εχεις? ειμαι υπερανω..εχω αξια..και υπεραξια..τουβλα και μπετον..
- μια χαρα χτισμενος εισαι..χαχα αν σε πουλησω ποσα πιανεις?

Ετσι εκει θα ριμαξουν ολα..μεχρι να μαθεις να μοιραζεσαι ανθρωπε..μεχρι να μαθεις..να δινεις αυτο που εχεις για να σου δωθει κατι αλλο..αυτο που χρειαζεσαι πραγματικα..κι οχι να συσσωρευεις πλουτο..εις βαρος των αλλων..
Ακομα δεν μεγαλωσες? ακομα δεν καταλαβες οτι ωριμοτητα ειναι να ζεις με ανασφαλεια? ακομα ψαχνεις να βρεις τη σιγουρη επενδυση? ακομα μια θεσουλα στο δημοσιο να βολευτεις..γιατι σου ειχαν πει οτι εφ'ορου ζωης θασαι τακτοποιημενος?

Τιποτα δεν ειναι σιγουρο σ'αυτον τον κοσμο..ουτε ο αερας που αναπνεεις..κι ας νομιζεις οτι ειναι τσαμπα..πληρωνεις και γι αυτον..πληρωνεις με την ψυχη σου..γιατι κι αυτον στον κλεβουν..την ψυχη σου εχουν στοχο..αυτην θελουν να σου παρουν..ακομα δεν το καταλαβες?

Αποφασισε...η θα μαθεις να ζεις με την ψυχη σου..η αλλιως πεθανε...κι ασε το χωρο ελευθερο ν'αναπνευσει κανενας αλλος..
και μην νομιζεις, τα λεω δυνατα για να τ'ακουω κι εγω..να δωσω μια κλωτσια και να πανε ολοι απο κει που ηρθαν..ολοι και ολα..να καθαρισει ο τοπος μια και καλη..
Ακου λεει οι γερμανοι θελουν την κερκυρα..αμμ εχει πουληθει αυτη δεν το μαθατε? οποιος προλαβε τον κυριον ειδε..κι αργησατε..ολα πουλημενα ειναι..μια και δυο και τρεις..η υποθηκη της υποθηκης ω υποθηκη..και ψαξτε εσεις να βρειτε ποιος τα πηρε..για ψαξου καλα..την ψυχη σου την εχεις? η στην πηραν κι αυτη? εμεινε τιποτα? η μονο ιχνη?γιατι με ιχνη δεν προχωρας φιλε μου..θα γινουν τοσα που θα τρεμουν τα αδυναμα ποδαρακια σου,ορεξη ναχεις να βλεπεις..
Που πας στον πολεμο ρε χωρις ασπιδα..λαχανο θα σε φανε...
Λοιπον ακου..ετοιμασου..πλυσου ...γδυσου..φανερωσε την ψυχη σου και μην φοβασαι τιποτα..αυτη γνωριζει πως να σε προστατεψει..ακολουθησε την επιτελους γιατι μου εσπασες τα νευρα..κι η υπομονη μου εξαντληθηκε..γιατι αμα δεν προχωρησεις εσυ δεν μπορω να προχωρησω ουτε εγω , εχεις σταθει μπροστα μου και μου κλεινεις το δρομο..
αιντε προχωρα επιτελους..να παμε παρακατω...και φτανει να φοβασαι..ολο φοβασαι ,φοβασαι ,αφου ειπαμε φοβος δεν υπαρχει..ε αφου φτασαμε ως εδω..θα παμε και παρακατω..θα την βρουμε την ακρη..
Θα το βρουμε και το υπολοιπο...κινησου..προσανατολισου..συντονισου..δεν εισαι μονος σου εδω ...μπορει ναμαστε οι λιγοτεροι αλλα αρκετοι και ειναι ωρα να την κανουμε απο δω..η εξοδος κινδυνου κατα που πεφτει ? μη μου πεις οτι δεν προεβλεψε ο θεουλης στη δημιουργια μια εξοδο κινδυνου?
οκ..ξερω,ωρα να βρω καμμια ραχουλα...

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Το ξυπνημα απ'τον ταφο της αγνοιας και της ληθης.

Δεν διστάζουν οι βάνδαλοι, με θράσος , χωρίς ιερό και όσιο, αρρωστημένα (με fotomontaz) να παραποιούν, ώστε να προκαλέσουν μεγαλύτερο πόνο, στην ήδη πληγωμένη εθνική συνείδηση του Έλληνα, να ξύσουν κι άλλο την πληγή.
Η ψυχή του έλληνα ξεριζωμένη και η καρδιά ξενιτεμένη μετά από την «αρπαγή» των αγαλμάτων, το ξερίζωμα τον αγαλμάτων.
Ο Έλληνας εκφραζόταν μέσα από αυτά ,αποτελούσαν και αποτελούν εθνική του ταυτότητα,ταυτιζόταν με αυτά και απ’ τον καιρό εκείνο η σκέψη του είναι στα ξένα. Τόσα χρόνια, υπομένει το «έγκλημα» της λεηλασίας, από τότε προσδοκά νοσταλγεί, τον επαναπατρισμό τον μαρμάρων.
Περιμένει υπομονετικα, την στιγμή της επανένωσης , τη στιγμη που θα ξαναγίνουν δικά μας , αυτά ,που ήταν πάντα δικά μας .

Τι έκαναν οι Γερμανοί :
(με το υβριστικό εξώφυλλο του περιοδικού..) " εικονικά" μας επιστρέφουν τα αγάλματα, προς στιγμήν δηλαδή, παραδέχθηκαν την αδιαμφισβήτητη ελληνικότητα τον αγαλμάτων , δείχνουν το καλό, ευρωπαϊκό, τίμιο πρόσωπο, ντύνοντας την Αφροδίτη στα γαλανόλευκα .
Ομως πίσω απ’ την φαινομενικά ακριβοδίκαιη συμπεριφορά ,υπάρχουν συναισθήματα ζήλιας και φθόνου που μετατρέπονται σε χυδαίες ανθελληνικές επιθεσεις, για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό αλλά και για τους νεοέλληνες.
Κατανοητή η επιθυμία άλλων λαών να μοιάσουν η να ζηλεύουν έστω, το μεγαλείο της αρχαιας Ελλάδας και γιατί όχι και της νέας.
Είναι αδικαιολόγητη η συμπεριφορά και καθ’όλα ύπουλη ,η συγκεκριμένη, που "στοχοποιει" την Ελλάδα ,που κερδοσκοπεί σε βάρος της Ελλάδας .
Εχουν την ευρωπαϊκή "ευγενια και φιλότιμο " που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή οικογένεια "να συμπαρασταθούν", να παραδεχθούν ότι έκλεψαν τα ελληνικά αγάλματα και "εικονικά" πάντα να μας δείχνουν εμάς ως τους απόλυτους ιδιοκτήτες κτηματίες και κτίστες δημιουργούς τον αγαλμάτων των έργων τέχνης,αφήνοντας να εννοηθεί ότι μας τα παραδίδουν ,μας τα επιστρέφουν, παραδεχομενοι τη δική τους κλεψια.

Οι έλληνες κάναμε τον άνθρωπο ευγενή, πολιτισμένο, αναδείξαμε την ηθική , τις τέχνες, τα γράμματα , τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά και το σπουδαιότερο , την δημοκρατία . Αυτοί τι έκαναν ? εκαναν τον άνθρωπο σαπούνι και τελεια μηχανη.

Οι βάρβαροι , προξενούν όχι μόνο πλήγμα στην εθνική συνείδηση του έλληνα αλλά και στις αρχές της δημοκρατίας και του πολιτισμού , ετσι ώστε να έχουμε την διεστραμμένη, διαστρεβλωμένη εικόνα της Αφροδίτης της Μήλου [ σύμβολο πολιτισμού]με την άσεμνη χειρονομία αποτυπωμένη στο μυαλό μας
Ο κόσμος του πνεύματος πρέπει να αντιδράσει.

Σχεδόν πάντα ,οι άνθρωποι βλέπουν μόνο τον υλικό πλούτο , με την οικονομική ύφεση(κρίση) θα περιμέναμε να συμβούν τα χειρότερα .
Η παράλογη εμμονή με το συμφέρον ,την εξουσία ,εκτονώνεται με μίσος και ύβρεις πάνω στα μεγαλουργήματα .
Είναι η νοοτροπία της εξουσίας, που κυριαρχεί στα πάντα και τους δίνει( υποθετικά )αβίαστα , το ελεύθερο, να μην υπολογίζουν, να μην σέβονται, ούτε καν τα ιδανικά του πολιτισμού και είναι πραγματικά λυπηρό .
Το μεγαλύτερο κρίμα είναι , να είναι το χρήμα πάνω από τον άνθρωπο, να δημιουργει απληστία, να χαλιναγωγεί κρίσεις, επιλογές και αποφάσεις,διότι όλες βαίνουν προς μια και μοναδική κατεύθυνση « το κέρδος»
Είναι το χρήμα ,που διαταράσσει κι ανατρέπει , κοινωνικές δομές, ιεραρχίες , πολιτεύματα ,κυβερνήσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, ο πολιτισμός, θα αποτελεί το εξιλαστήριο θύμα , μια εκτόνωση, ένας σάκος του μποξ, μια αντίζηλη αντίπαλη μορφή δύναμης και εξουσίας , της κουλτούρας, της παράδοσης (της ιστορίας του πολιτισμού) , αρκετά δυνατή ,ώστε να δεχθεί τα χτυπήματα της οικονομικής ύφεσης. Αναμενόμενες και σίγουρα γενικές οι επιπτώσεις και οι αναταράξεις σε όλους τους φορείς και τομείς της ανθρωπότητας ,όμως εδώ , έχουμε να κάνουμε με δυο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις και προσεγγίσεις ζωής.
Ο πολιτισμός ούτε επιτίθεται, ούτε καταστρέφει, ούτε εκδικείται, ούτε χτυπάει κανέναν.Είναι πρόοδος , μια μορφή δύναμης, φιλική προς τον άνθρωπο, το περιβάλλον και τον κόσμο.
Αντίθετα ,το χρήμα καταστρέφει τον πολιτισμό ως μορφή δύναμης είναι ψυχρό, δεν έχει ηθική, έχει μοναδικό σκοπό να αυξάνεται συνεχώς ,προσδίδει τιμή στα πάντα ώστε να του ανήκουν, επιβάλλεται να διαχειρίζεται και να κυριαρχεί απόλυτα στον υλικό κόσμο αλλά και στον πνευματικό κόσμο, ακόμα και ιδεολογικά .
Μπορείς να βάλεις τιμή στην σκέψη ? στο ακαθόριστο? ....είναι παράλογο..

Στην περίπτωση της Αφροδίτης της Μήλου ,βλέπουμε εικόνες παρακινδυνευμένες ,επικίνδυνες ,για την ακεραιότητα της ίδιας της δημοκρατίας και του πολιτισμού. Ακραία επικίνδυνα παιχνίδια με τις αξίες και τα σύμβολα , που διαταράσσουν ισορροπίες, δημοκρατίας και ειρήνης .
Τα καταστρέφουν με την παραποίηση τους(άσεμνη χειρονομία)στρεβλώνοντας τις αρχικές έννοιες του πολιτισμού και της δημοκρατίας που αρχικά τα αγάλματα αντιπροσώπευαν, μετατρέποντας τα σε σύμβολα αθλιότητας, αηδίας κι αίσχους , χωρις ενοχες και τυψεις.
Αυτα που οι ξενοι εγωιστικά κρατάνε μόνο ως λάφυρα, για τον εαυτό τους ,ως πηγή εσόδων για τα μουσεία τους. Γιαυτους,δεν σημαινουν τίποτα.(ιστορια,ήθη, ιδανικά παράδοσεις του τόπου ) τους εναι αγνωστα, διότι είναι ΒΑΡΒΑΡΟΙ, είναι «ζώα.»
Παραγουν και καταναλωνουν , καταστρεφουν και εξουσιαζουν τα παντα, στο βωμο του συμφεροντος, κιαυτο το θεωρουν εξελιξη.

Από θέση ισχύος αρνούνται να τα επιστρέψουν εκεί που ανήκουν, εκεί που αρχικά γεννήθηκαν .Γνωριζοντας οτι δεν τους ανήκουν και είναι μιας άλλης χώρας ,με μονη την αίσθηση της ιδιοκτησίας , κατέχουν τα μνημεία άλλων λαών.
Αποκτούν δυναμη, εξουσια. και με την κίνηση τους αυτή ,δείχνουν, οτι προσπαθούν να κλέψουν λίγο από την αίγλη, την φήμη και το μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας.

Το άγαλμα, αποτελεί κορυφαίο ανθρώπινο καλλιτεχνικό επίτευμα ,ένας ανθρώπινος θρίαμβος( της τέχνης και των γραμμάτων) οφθαλμοφανέστατα, δεν μπορούν να το μεταποιήσουν προς το καλύτερο,.δεν μπορούν να αγγίξουν το κλασσικό, το απαράλλαχτο,το σύμβολο το σεβαστό και ιερό,όπως το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου.Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, παρα μονο καταστρέφοντας το, έστω με φωτομοντάζ θα είναι μια πράξη να τους θυμούνται στην ιστορία.
Αφού ,άλλη αναγνώριση, καταξίωση και άνοδος δεν υπάρχει για ένα έργο τέχνης ,επιλεγουν τον δρόμο της καθόδου, της βεβήλωσης, της απαξίωσης,του κακόγουστου της προσβολής,της κατηφόρας και μονο έτσι μπορείς πια να αντιμετώπισεις ένα (εθνικό)παγκόσμιο σύμβολο διαχρονικης αξιας. Η τιμώντας το, Η με αντιπάθεια και μισος(ανθελληνισμός) θα χρησιμοποίησεις τα συμβολα αυτά, για να πλήξεις λαούς για το συμφέρον σου .
Οι αδύναμοι, ανήμποροι λαοί , που αδυνατουν να δημιουργήσουν κάτι αντάξιο η ακόμα καλύτερο, κραττουν τα μνημεια και συμβολα αλλων μονο από φθονο και απληστια ..

ΟΜΩΣ.

Αν ποτε γυρίσουν στο φυσικό τους χορο και τόπο, στην γεννετήρα τους αποκτούν και έχουν ακόμα μεγαλύτερη αξια.
Μπροστά στο γλυπτό, στο πρότυπο, στο κλασσικό και τη σταθερή αξία , παγκόσμιο σύμβολο διαχρονικής, οικουμενικής αξίας , κορυφαίο καλλιτεχνικό επίτευγμα που ακτινοβολεί, δίνει τα φώτα του πολιτισμού, στα πέρατα του κόσμου .
Ακόμα και τα ζώα ημερεύουν,κοιτούν, θρωσκουν αμίλητα, με κατάνυξη, με δέος, με σεβασμό, με αίσθημα καθήκοντος ,ανταποκρίνονται στο κάλεσμα και στο χρέος της φώτισης,της λογικής και του πνεύματος.
Τα ζώα, αποκτούν ψυχή, όνομα και λέγονται άνθρωποι .
Απέναντι στην λογική, την ομορφιά, την αρμονία και την τελειότητα που δένουν σε μια νομοτελειακή συμπαντική συνωμοσία, απ’ όπου ξεπροβάλλει το φως και η αλήθεια ,βλέπουν το φως να ξεπηδάει και μέσα τους ξυπνούν , οι άνθρωποι των σπηλαίων, όμοια με ζώα εκστασιάζονται, ακολουθούν τον ρυθμό του σμιλεμένου κορμιού, αντιλαμβάνονται τη μορφή μέσα στο χάος, μαθαίνουν να ξεχωρίζουν σχήματα και ιδέες , μέσα από τον τάφο της αβύσσου, της άγνοιας.
Συλλαμβάνουν, συχνότητα αρμονίας, συχνότητα λογικής που βλέπουν στην χρυση αναλογία της ανάγλυφης μορφής, οι κραδασμοί ευνοούν την νόηση να συγχρονιστεί , να συντονιστεί , στη σκέψη του «γίγνεσθαι» .
Αρχίζουν και ψελλίζουν έννοιες, ιδέες, βγάζουν νοήματα και όλα χάρη στη θεία λογική ερμηνεία, της χρυσης αναλογίας, της λογικής αρμονίας που εκπορεύεται απ’ το γλυπτό .
Χάρη στο άγαλμα της Αφροδίτης που ζωντανεύει και ξυπνάει απ’ τη λήθη και τον ύπνο , όποιον το κοιτάζει και το ζώο γίνεται άνθρωπος και ο σοφός άνθρωπος βλέπει,γνωρίζει, μαθαίνει, κατανοεί, διότι λαμβάνει και γίνεται δέκτης της χρυσης αναλογίας ,της χρυσης τομής , της αρμονίας, της λογικής .

Μέσα στην άβυσσο της άγνοιας του ,οντας άγριο παράλογο κτήνος, στο χάος του κόσμου, της σκέψης, λαμβάνει ως θεία ελεημοσύνη ..ως θεία ευλογία τη "λογική τομή "..γίνεται τομή στο χάος του κόσμου (που πρωτύτερα μόνο αυτό υπήρχε στη σκέψη) ως θείο, θεόσταλτο, θεόπνευστο, προσφέρεται δωρεάν το λογικό συμπέρασμα στον ανθρωπο
Απ’ την στιγμή εκείνη, στην ουσία ο ανθρωπος,κρατά τα ηνία του κόσμου και κινεί τα νήματα, κατά βούληση του.
Ο σοφός άνθρωπος μπαίνει στη συχνότητα της θείας λογικής ερμηνείας και καταλαβαίνει τον θείο σκοπό, εναρμονίζεται με το νου του σύμπαντος κι απ’ τα βάθη τα έγκατα της αβύσσου, της άγνοιας ,τώρα βλέπει τον κόσμο σε πρώτο πρόσωπο. Είναι η μορφή και όψη του κόσμου που επιρρεάζει κατά λογική βούληση τα πάντα ,επιβάλλεται στα πάντα ,είναι η σκέψη του κόσμου.

Οι Έλληνες , μεταλαμπάδευσαν την θεία γνώση, του λόγου το φως , τον νου του κόσμου, τον πολιτισμό .Εμφύσησαν τον «θείο λόγο» στα πέρατα του κόσμου.
Απάλλαξαν από την πνευματική αναπηρία και εκλογίκευσαν τον κόσμο όλο, ανέδειξαν την ηθική, τις επιστήμες την δημοκρατία το πολιτισμό δίδαξαν τις «τέχνες και τα γράμματα» τα μαθηματικά την φιλοσοφία, αναβάθμισαν τον νου, εξανθρώπισαν ,ως άλλοι" θεοί",το εν ζωή «ζώον» σε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο, προκάλεσαν πνευματική αφύπνιση.
Αυτό που έδωσαν,
…είναι αυτό που δεν αγοράζεται , είναι ανεκτίμητης αξίας.
…είναι «γνώση»
…είναι «λογική»
..είναι αυτό που μας διαχωρίζει απ’το τίποτα,την άγνοια, το χάος, τα ζώα .
είναι ο πολιτισμός και είναι παγκόσμια κληρονομιά, που ολοι οφειλουν να σεβονται.
Γιατι είναι κληρονομια ολων των ανθρωπων κι ολης της ανθρωποτητας και δεν μπορει να βεβηλωνεται από κανεναν « ανθρωπο»


Σε τετοια περιστατικά ας μην δείξουμε αγνοια η αδιαφορία..
ας πολεμήσουμε για αυτά, ας μιλησουμε δυνατα και καθαρα γιατι το οπλο του πολιτισμου είναι ο λογος.

Ας διδαχτούμε και ας δείξουμε πολιτισμό αυτό που κάναμε πάντα ..

και ο χρόνος θα δείξει αν πράγματι αξίζουμε .

….και το άγαλμα γίνετε μέρος της φύσης ,στο φυσικό τόπο, στο στοιχείο του ,βγάζει ρίζες και ζωντανεύει εκεί που χτυπά και αφρίζει το κύμα.
( στην Ελλαδα, τον κυματοθραυστη της Ευρωπης)

By
Pardalo probato