Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

..η αληθεια μας ...

Ξυπνάω κοιτάω τρομαγμένος το ρολόι. 8 παρά τέταρτο. Φιου, έχω χρόνο, ψιθυρίζω στον εαυτό μου. Σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι, ντύνομαι, πάω στο μπάνιο, κοιτάω να κάνω τη χωρίστρα καλά, με πολύ ζελέ, σήμερα είναι σημαντική μέρα.
Κάθομαι λίγο στον καναπέ κλείνω τα βλέφαρα και συλλογίζομαι Βλέπω τον εαυτό μου σαν σε όνειρο.

Σηκώνομαι, παίρνω το χαρτοφύλακα και βγαίνω απ’ το σπίτι. Αντικρίζω το γείτονα να βγαίνει κι αυτός. Καλημέρα, μουρμουρίζω, ενώ από μέσα μου, δε θέλω να τον βλέπω. Άσχημη μέρα, μου λέει, πολύ βροχή. Ναι, απαντάω μονολεκτικά, σηκώνω το γιακά της ζακέτας και βγαίνω έξω στη βροχή βλαστημώντας. Μπαίνω στο αυτοκίνητο, βάζω μπρος και φεύγω για πανεπιστήμιο.

Στο δρόμο βιάζομαι, να φτάσω γρήγορα. Παραλίγο να πατήσω μια γιαγιά που αργούσε να διασχίσει το δρόμο. Γριά παραλίγο να σε πλήρωνα για χρυσή, βρίζω από μέσα μου. Βάζω δυνατά μουσική να χαλαρώσω.

Κοιτάζω το διπλανό αυτοκίνητο. Ο οδηγός του με κοιτάει κι αυτός. Τον κοιτάζω άγρια, νιώθω την αδρεναλίνη που ανεβαίνει. Ανάβει πράσινο το φανάρι και ξεχύνομαι σα σίφουνας. Πρώτη, δευτέρα, τρίτη, όλες στον κόφτη, τον έφαγα τον καραγκιόζη, θριαμβολογώ.

Περνάω από μια στάση λεωφορείου. Βλέπω νεαρούς μαζεμένους. Κουραμπιέδες φάτε τη βροχή στα μούτρα, μονολογώ. Δε δουλεύετε να πάρετε αμάξι όπως εγώ. Όλη μέρα φραπέ και τσιγάρο μου είσαστε.

Στο φανάρι με πλησιάζει ένας ζητιάνος. Του δίνω 1 ευρώ να ξεκουμπιστεί, ενώ μέσα μου κλαίω το χαμένο ευρώ μου. Με τα πολλά φτάνω στο πανεπιστήμιο. Αφήνω το αμάξι στη θέση του ανάπηρου, για να είμαι κοντά στο κτίριο και να μην βραχώ. Δε μπαίνει αστυνομία στο πανεπιστήμιο λέω, σιγά μη φάω κλήση.

Περπατάω, περνάω δίπλα από μια χαριτωμένη κοπέλα. Την κοιτάω στα μάτια, περιμένοντας ανταπόκριση. Αυτή προχωράει χωρίς να μου ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Ψωνάρα, λέω από μέσα μου, άντε στο διάολο.

Μπαίνω στο γραφείο του καθηγητή. Καλημέρα κύριε, τι κάνετε, λέω υποτακτικά, λες κι ο καθηγητής είναι ο θεός. Από μέσα μου αηδιάζω με τη δουλική συμπεριφορά μου. Υπομονή, με καθησυχάζω, τον έχεις ανάγκη ακόμα. Μετά θα τον γράψεις εκεί που του αξίζει. Καλημέρα, απαντάει ο καθηγητής, είσαι έτοιμος; Μάλιστα κύριε, απαντάω σαν τον καλό στρατιώτη.

Μπαίνω μέσα στην αίθουσα του συνεδρίου. Ανεβαίνω στο βήμα, κοιτάω από κάτω, ένα σωρό ανήσυχα ζευγάρια μάτια να με παρατηρούν. Ανοίγω το χαρτοφύλακά μου και βγάζω έξω ένα πακέτο σημειώσεις. Πλησιάζω το μικρόφωνο. Ανοίγω το στόμα μου και σα ρομπότ αρχίζω να απαγγέλω την ομιλία μου: Κυρίες και κύριοι καλημέρα σας. Σήμερα θα σας μιλήσω για την πυρηνική σύντηξη ταχείας ανάφλεξης με χρήση λέιζερ...

Ξαφνικά ανοίγω τα μάτια. Ήμουν ακόμα στον καναπέ. Κοιτάζω το ρολόι. 8 και μισή. Τι όνειρο κι αυτό! Χαμογελάω. Δεν πειράζει, θα αργήσω λίγο, μονολογώ.

Σηκώνομαι παίρνω το χαρτοφύλακα και βγαίνω απ’ το σπίτι. Αντικρίζω το γείτονα να βγαίνει κι αυτός. Καλημέρα γείτονα, φωνάζω χαρούμενα. Άσχημη μέρα, μου λέει, πολύ βροχή. Δεν πειράζει γείτονα, απαντάω, θα την ομορφύνουμε εμείς. Του κλείνω χαμογελαστά το μάτι και φεύγω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο, με κοιτάω στον καθρέφτη και γελάω. Πολύ κυριλέ είσαι φίλε, μου λέω και με τα χέρια μου ανακατεύω το μαλλί μου. Ξεκινάω για πανεπιστήμιο.

Στο δρόμο μια γιαγιά προσπαθεί να περάσει το δρόμο, αλλά αργεί τόσο πολύ που βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της. Κατεβαίνω απ’ το αυτοκίνητο, πλησιάζω τη γιαγιά και την παίρνω απ’ το χέρι. Καλημέρα γιαγιάκα μου, κάτσε να σε βοηθήσω να περνάς απέναντι. Να ‘σαι καλά παιδί μου, την ευχή μου να έχεις! Κι εσύ γιαγιά να ‘σαι καλά και να προσέχεις τον εαυτό σου

Στα φανάρια κοιτάζω το διπλανό αυτοκίνητο. Ο οδηγός του με κοιτάει κι αυτός. Του χαμογελάω. Αυτός με κοιτάει απορημένος. Ανάβει πράσινο και ξεκινάω χαλαρά, σιγοτραγουδώντας. Περνάω από μια στάση λεωφορείου. Βλέπω νεαρούς μαζεμένους.

Σταματάω δίπλα στη στάση και κατεβάζω το παράθυρο. Παιδιά πάω πανεπιστήμιο, θέλει να έρθει κανείς μαζί μου; Με κοιτάνε απορημένοι. Δε τρώω ανθρώπους, ρε σεις, τουλάχιστον όχι ακόμα, χαμογελώ. Μπαίνουν μέσα δυο τυπάδες και μια κοπέλα.
Συστηνόμαστε και τραγουδάμε όλοι μαζί.

Στο επόμενο φανάρι με πλησιάζει ένας ζητιάνος. Τον κοιτάω και χαμογελώντας του λέω. Αδερφέ μου, μη με παρεξηγήσεις, αλλά δε νιώθω άνετα να σου δώσω χρήματα. Δε μ αρέσει να μου ζητάνε έλεος. Αν θες έλα μέσα στο αυτοκίνητο, πάμε πανεπιστήμιο, τραγουδάμε και χαιρόμαστε τη ζωή. Ο ζητιάνος δε δέχτηκε, δεν πειράζει, συνεχίζουμε.

Φτάνουμε στο πανεπιστήμιο. Αποχαιρετώ τα παιδιά και παρκάρω, όχι πάντως στη θέση του ανάπηρου. Περπατάω μέσα στη βροχή χαρούμενος. Βλέπω μια χαριτωμένη κοπέλα να πλησιάζει. Κόβω στα γρήγορα ένα λουλούδι και καθώς περνάει δίπλα μου, της το αφήνω στα χέρια χαμογελώντας. Καλή σου μέρα όμορφη κοπελιά, λέω ενώ απομακρύνομαι χαμογελώντας.

Μπαίνω στο γραφείο του καθηγητή. Καλημέρα καθηγητά, φωνάζω. Καλημέρα, απαντάει ο καθηγητής, είσαι έτοιμος; Πανέτοιμος, απαντάω με αυτοπεποίθηση. Μην παραξενευτείτε πάντως με την ομιλία μου. Θα πω ωραία πράγματα, πιστεύω. Ο καθηγητής με κοιτάει απορημένος.

Μπαίνω μέσα στην αίθουσα του συνεδρίου. Ανεβαίνω χαρωπά στο βήμα. Ξεχειλίζω από αυτοπεποίθηση κι ευτυχία. Πιάνω τον χαρτοφύλακα μου και τον σηκώνω ψηλά. Πλησιάζω το μικρόφωνο. Κυρίες και κύριοι, σήμερα ήταν να κάνω μια διάλεξη για την πυρηνική σύντηξη ταχείας ανάφλεξης με χρήση λέιζερ. Αυτές εδώ οι σημειώσεις, περιέχουν όλα τα απαραίτητα δεδομένα. Μπορείτε να της πάρετε στο τέλος της διάλεξης και να της μελετήσετε σπίτι σας. Γιατί σήμερα θέλω να αναπτύξω ένα άλλο θέμα. Θέλω να μιλήσουμε για τους φορμαλισμούς, τους κανόνες, τα πρέπει, τα θέλω, τον άνθρωπο, τη χαρά της ζωής και την αλήθεια.

Τη δική μου αλήθεια, τη δική σας, την αλήθεια μας.


Ορεστης

1 σχόλιο:

  1. απλα πραγματα
    οπως ενα ξαστερο χαμογελο
    περιεχουν μια αληθεια
    που ομως λιγοι μπορουν να την πιστεψουν
    ισως γιατι ειναι τοσο απλη..

    τελικα
    δεν ειναι η αληθεια δυσκολοι
    η ανθρωποι ειναι..

    καληνυχτα φιλεναδα
    και μπραβο στον θεματογραφο!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή