Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

ΚΙΡΑΝΑ- Η χώρα του αλλού- 2ο μέρος - Το ταξίδι

2ο μέρος  
                                                     Το ταξίδι 




Κάθε βράδυ είχαν συνάντηση στο κρησφύγετό τους. Ήταν μια σπηλιά, που την είχε ανακαλύψει η Κίρα όταν τυχαία έκανε βόλτα με το ποδήλατό της στην περιοχή αυτή. Είχε ακολουθήσει ένα αδέσποτο σκυλί στην παραλία και αυτό την οδήγησε μέσα στη σπηλιά που ήταν αδύνατον να τη βρει κανείς με γυμνό μάτι. Είχε γύρω στα δέκα μέτρα βάθος και πέντε μέτρα από την είσοδο της σπηλιάς έσκαγε η θάλασσα. Εκεί συνήθιζαν τα βράδια να αναλύουν και να επεξεργάζονται τις πληροφορίες που είχαν μαζέψει την ημέρα.
          Η βραδινή τους συνάντηση γινόταν στις οκτώ κι ήταν πάντοτε όλοι τους στην ώρα τους, χωρίς καμία καθυστέρηση. Ένα βράδυ όμως, η Κίρα άργησε χωρίς να έχει ειδοποιήσει κανέναν πριν, αυτό τους φάνηκε περίεργο στην αρχή αλλά δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία, θεώρησαν ότι κάτι θα της είχε τύχει, την περίμεναν για λίγο κι αφού είδαν ότι δεν ερχόταν, ο Κοράν κήρυξε την έναρξη της συνάντησης λέγοντας ότι , η Κίρα κάποιο πρόβλημα θα είχε και αργά ή γρήγορα θα εμφανιζόταν. Όμως η συνάντηση προχώρησε, δεν οδήγησε πουθενά και η Κίρα δεν είχε εμφανισθεί. Έτσι αποφάσισαν να φύγουν, θα έβρισκαν την Κίρα το πρωί και θα μάθαιναν νέα της, αλλά την τελευταία στιγμή η Κίρα λαχανιασμένη, εμφανίσθηκε στην είσοδο της σπηλιάς , τόσο λαχανιασμένη που σχεδόν κόντεψε να λιποθυμήσει.  
  - Ευτυχώς που σας πρόλαβα. Δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω και το ποδήλατό μου στο τέλος δεν τράβαγε, κουράστηκα πολύ…
 Τη βοήθησαν να καθίσει στην πέτρα της, γιατί καθένας τους είχε την καρέκλα του, βασικά την πέτρα του. Κάθε καρέκλα ήταν και μια πέτρα που είχε διαλέξει ο καθένας για τον εαυτό του, όπου με μπογιά είχε γράψει και το όνομά του. Αυτές οι καρέκλες τους είχαν τοποθετηθεί κυκλικά, ώστε να βλέπουν ο ένας τον άλλον. Την ιδέα την είχαν δανειστεί από το παραμύθι του Βασιλιά Αρθούρου και της στρογγυλής τράπεζας και είχαν φτιάξει και ένα στρογγυλό τραπέζι από ξύλο, το οποίο είχαν «κλέψει» από ένα ξυλουργείο, για βάση του τραπεζιού είχαν χρησιμοποιήσει, τι άλλο από, διάφορες πέτρες! 
-Τι έγινε;  τη ρώτησε ο Κοράν. Όλοι είχαν ανοίξει διάπλατα τα αυτιά τους και περίμεναν την ιστορία της, αισθάντονταν ότι η Κίρα κάτι σημαντικό είχε να τους πει. Εκείνη προσπαθούσε ακόμα να βρει το ρυθμό της. Έπαιρνε συνεχώς βαθιές αναπνοές και κάποια στιγμή άρχισε να τους διηγείται την ιστορία της.
         - Είχα πάρει το δρόμο του πάρκου με τις κόκκινες κούνιες και ένας γέρος, ένας πολύ όμορφος γέρος, με μούσι και πράσινα μάτια καλοστεκούμενος μου έκανε νόημα να σταματήσω. Καθόταν σε ένα παγκάκι και μου ζήτησε να κάτσω δίπλα του. Στην αρχή κίνησα να φύγω αλλά τότε μου φώναξε ότι αν ήθελα να βρω την Κιράνα θα έπρεπε να ακούσω την ιστορία του. Συγκλονίστηκα και για μια στιγμή τα έχασα. Αλλά αποφάσισα να μείνω, γιατί το πρόσωπό του μου έλεγε να τον ακούσω. Ήταν μεγάλη ιστορία και νομίζω αληθινή. Για αυτό άργησα και ήθελα να σας προλάβω. Να σας την πω σήμερα. Είμαι χαρούμενη γιατί είμαι σίγουρη ότι ο δρόμος για την Κιράνα άνοιξε. Αλλού ψάχναμε και αλλού ήταν. Θέλετε να ακούσετε την ιστορία;
          Η ερώτηση, φυσικά, ήταν περιττή. Και βεβαίως η ώρα δεν είχε καμία σημασία. Είναι αυτό που λέμε, σταματά ο χρόνος μερικές φορές… Η Κίρα ξεκίνησε την ιστορία του γέρου. Στο τέλος όλοι είχαν μείνει άφωνοι.
         - Απίστευτο! Η Μάλι δεν μπόρεσε να κρατήσει κρυφό τον ενθουσιασμό της.
         - Αυτό δεν θα μπορούσε να το φανταστεί κανείς, συμπλήρωσε ο Ανος.
         - Αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή τότε δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Θα πρέπει αύριο το πρωί να μπει σε εφαρμογή η φάση νούμερο δύο, δηλαδή αμολάμε τις δικαιολογίες, παίρνουμε από ένα σάκο ο καθένας και φεύγουμε. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν αμέσως με τον Κοράν, εκτός από το Λίνο. Είχε τους δισταγμούς του.
         - Δεν ξέρω, δεν είμαι έτοιμος. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να φύγω από το σπίτι για αυτό το ταξίδι.
Έδειξε φανερά στενοχωρημένος. Και λέγοντας αυτό, γνώριζε ότι εκείνη τη στιγμή μόλις είχε παραβεί τη μεγαλύτερη υπόσχεση που είχε δώσει στη ζωή του. Ο Κοράν δεν άφησε κανένα να μιλήσει. Πήρε την πρωτοβουλία να θυμίσει στο Λίνο τις υποχρεώσεις του. Αυτό το θεώρησε, για εκείνη τη στιγμή, καθήκον του ως αρχηγός.
         - Η Σινίτρα είναι πάνω από όλα. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας και αυτό τον κανόνα δέχθηκες όταν έγινες μέλος της. Τον θυμάσαι; Δεν θέλω να σε πιέσω αλλά αυτό τον κανόνα τον δεχθήκαμε όλοι εδώ. Και σε αυτό τον κανόνα πιστεύουμε όλοι. Αν σπάσει αυτός ο κανόνας, τότε αυτή η παρέα θα διαλυθεί και η Σινίτρα δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Εξάλλου τι θα γίνει διαφορετικό για σένα από ότι θα γίνει για εμάς; Ότι και να γίνει όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Θα σε βοηθήσουμε. Στη Σινίτρα ό ένας βοηθάει τον άλλον. Λοιπόν, μήπως θέλεις να το ξανασκεφτείς;
Ο Λίνος είχε χαμηλώσει το κεφάλι του και με ένα ξύλο ζωγράφιζε διάφορα σχέδια στην άμμο της σπηλιάς. Μονολογούσε…
          - Έχει και ένα χέρι, ούτε αρκούδα δεν έχει τέτοιο χέρι…
Η Μάλι τον χάιδεψε στο κεφάλι και προσπάθησε να πάρει λίγη από τη στενοχώρια του.
         - Μη ζορίζεσαι. Σημασία έχει, ότι κάνουμε, να θέλουμε να το κάνουμε. Πολλές φορές τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Ο Κοράν έχει υποχρέωση να σου πει ότι σου είπε. Αλλά και μόνοι μας θα τα καταφέρουμε. Απλά σε χρειαζόμαστε. Και πάνω από όλα σε θέλουμε. Δεν βρίσκεσαι τυχαία στη Σινίτρα. Για να είσαι εδώ σημαίνει ότι κάτι έχεις να μας δώσεις και αυτό το χρειαζόμαστε. Αλλά και πάλι αν δεν μπορείς, θα το καταλάβουμε. Αλλά νομίζω ότι όποιος πραγματικά θέλει να κάνει κάτι, μπορεί και βρίσκει τον τρόπο για να το κάνει.
Ο Λίνος άρχισε να δακρύζει.
         - Θέλω πολύ να έρθω, το ξέρετε. Αλλά ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός. Σκέφτομαι το ξύλο που θα φάω μετά και δεν μου αρέσει. Οι δικοί σας γονείς το πολύ, πολύ να σας βάλουν μια τιμωρία, αλλά ο δικός μου ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Θα με σαπίσει στο ξύλο όταν γυρίσω.
        - Είσαι σίγουρος; Αν βρούμε την Κιράνα κανείς δεν θα τολμήσει να σε αγγίξει. Θα είμαστε τα πιο διάσημα παιδιά στον κόσμο. Ούτε και αυτός ο πατέρας που λες θα τολμήσει να σε αγγίξει. Δεν πηγαίνουμε κάποιο τυχαίο ταξίδι. Την Κιράνα ψάχνουμε. Και ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει Κιράνα. Για σκέψου το λίγο.
Αυτή η προσέγγιση του Κοράν τον έκανε για μια στιγμή να ξεχάσει τις προηγούμενες σκέψεις και ήταν έτοιμος να δώσει το χέρι, αλλά μια ερώτηση του ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό.
         - Κι αν δεν την βρούμε; Τι θα γίνει αν δεν την βρούμε; Τότε θα πέσει το ξύλο της αρκούδας. Και πραγματικά ο πατέρας μου είναι σαν αρκούδα και έχει και ένα χέρι που να σας λέω...
Τα παιδιά γέλασαν. Γνώριζαν τον πατέρα του και το χέρι του. Ο Λίνος στις περιγραφές του ήταν ακριβής. Έλεγε, ακριβώς, αυτό που εννοούσε. Οι εικόνες του ήταν, σχεδόν, πραγματικές.
          - Εντάξει. Αύριο το πρωί στις οκτώ εδώ. Με τους σάκους μας. Αν ο Λίνος δεν θελήσει να έρθει το καταλαβαίνουμε και θα ξεκινήσουμε οι υπόλοιποι. Αν όμως αποφασίσει να έρθει μαζί μας, τότε στις οκτώ. Οκτώ και δέκα έχουμε φύγει, αφού πρώτα βεβαιωθούμε ότι έχουμε πάρει ότι χρειαζόμαστε.
         Η απόφαση είχε παρθεί. Ο κύβος ερίφθη. Κίνησαν για το σπίτι τους, ο καθένας με το ποδήλατό του, όπως είχαν έρθει. Συνήθιζαν να φεύγουν ένας, ένας και όχι όλοι μαζί για να μην γίνονται «κράχτης». Τη σπηλιά δεν τη γνώριζε κανείς, εκτός από τα μέλη της Σινίτρα. Ήταν το μυστικό τους αρχηγείο. Εκεί πήγαινε, μόνο, όποιος είχε χρησθεί εκλεκτός. Όλοι τους, εκτός από το Λίνο, ανυπομονούσαν για την επόμενη μέρα και το βράδυ έμοιαζε ατέλειωτο. Τακτοποίησαν το σάκο τους και όπως συνήθιζαν, από άλλες αποστολές, τον φυγάδευσαν το βράδυ πριν κοιμηθούν και αφού είχαν σιγουρευτεί ότι οι δικοί τους είχαν πέσει για ύπνο. Για να μην τους δει κανείς. Ήταν συνήθης διαδικασία και ασφαλής…
         Η μόνη δυσαρμονία στη χαρά αυτής της διαδικασίας ήταν ο Λίνος, που δεν κοιμήθηκε καθόλου γιατί στο μυαλό του στροβίλιζε το δίλημμα. Ήξερε όμως, ότι την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Για καλό και για κακό όμως ετοίμασε το σάκο του και τον φυγάδευσε κι αυτός. Την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Το πρωί.
Την άλλη μέρα, στις οκτώ, όπως είχαν συμφωνήσει, οι τέσσερίς τους ήταν στη σπηλιά. Ο Κοράν έδωσε τις τελευταίες «εντολές.»
          - Ανοίγουμε τους σάκους και κοιτάζουμε τι έχουμε μέσα. Αν λείπει κάτι που δεν είναι απαραίτητα χρήσιμο ξεκινάμε για το ταξίδι. Αν όχι, κοιτάζουμε μήπως η έλλειψη μπορεί να καλυφθεί από κάποιο άλλο μέλος. Αν είναι πολύ απαραίτητο τότε σε μισή ώρα ξαναβρισκόμαστε εδώ.
           Μετά τον καθιερωμένο έλεγχο προέκυψε ότι τα πράγματα ήταν σωστά και δεν υπήρχαν ελλείψεις. Ο Λίνος όμως δεν είχε έρθει. Αυτό τους στενοχώρησε. Ζήτησαν από τον Κοράν να τον περιμένουν για λίγο. Ο Κοράν κούνησε το κεφάλι του και τους είπε.
          - Αν ήταν θα είχε έρθει. Κι εγώ στενοχωριέμαι αλλά δεν έχουμε χρόνο. Δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε και φεύγουμε.
Δεν ήταν λιγότερο στενοχωρημένος από τους άλλους, αλλά δεν ήταν τυχαία ο αρχηγός τους. Όλοι τους είχαν την ίδια αίσθηση. Άφηναν πίσω ένα κομμάτι τους. Ποτέ στο παρελθόν, από τότε που είχε ιδρυθεί η Σινίτρα, δεν είχε απουσιάσει μέλος της από αποστολή. Οι αποστολές της Σινίτρα ήταν ιερές. Και αυτή ήταν πάνω από όλες. Έτσι αισθανόντουσαν σε αυτή την παρέα. Όλοι μαζί ενωμένοι και αν κάποιος έλειπε, ένα δικό τους κομμάτι έλειπε. Ο Κοράν θεώρησε σωστό να πει κάτι ακόμα.
           - Και μόνο που αισθανόμαστε έτσι ο ένας για τον άλλον σημαίνει ότι η Σινίτρα είναι μια παρέα που μπορεί να λειτουργήσει και με ένα μόνο μέλος της σαν να λειτουργούσε με όλα μαζί. Αυτή η σκέψη μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί κάτι άλλο αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να γίνει.
Βγαίνοντας από τη σπηλιά, όμως, τους περίμενε μια έκπληξη. Ο Λίνος καθόταν σε ένα βράχο και πετούσε πέτρες στη θάλασσα. Η Μάλι έτρεξε κοντά του.
            - Πόση ώρα είσαι εδώ;
            - Δεν ξέρω, νομίζω λίγη. Δεν ήθελα να μπω στη σπηλιά.
            - θα έρθεις μαζί μας; τον ρώτησε η Κίρα.
             - Για να είμαι εδώ.
Το αποφάσισε, αλλά με βαριά καρδιά. Ο Κοράν τον σκούντησε στον ώμο.
         - Σήκω, αν είναι να φας ξύλο μετά τουλάχιστον κοίταξε να αξίζει τον κόπο και έλα να ευχαριστηθείς το ταξίδι, τότε θα αξίζει το ξύλο που θα φας, αν είναι να σκέφτεσαι το ξύλο που θα φας και χάσεις την περιπέτεια, τότε δεν θα αξίζει το ξύλο που θα φας,  αν το φας. Εμπρός πάμε.
Ο Κοράν χαμογελούσε, όπως και όλοι τους. Η παρέα ξεκινούσε πλήρης.
           - Θα πάρουμε ποδήλατα; ρώτησε η Κίρα.
          - Σε αυτή την αποστολή νομίζω ότι τα πόδια μας είναι ότι πιο χρήσιμο έχουμε. Τα ποδήλατα θα μας δημιουργήσουν δυσκολίες. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν με τον Κοράν, άφησαν τα ποδήλατά τους στη σπηλιά και κίνησαν με τα πόδια. Ο Κοράν έκανε μια ερώτηση στην Κίρα.
          - Τι σου είπε ο γέρος για τη χώρα του Σεμπίν;
         - Κάθε βράδυ, στις εννιά, στη δυτική πλευρά της πόλης, εκεί όπου ο βράχος σκεπάζει τη θάλασσα σαν μπαλκόνι, εμφανίζεται το άρμα του Μοκίρ. Αυτό το άρμα δεν το έχει δει κανείς μέχρι σήμερα,  αλλά όποιος μπορέσει να το δει, με τα δώδεκα λευκά άλογα και το καλέσει, τότε το άρμα έρχεται και τον παίρνει και τον ταξιδεύει στη χώρα του Σεμπίν. Αυτό μου είπε.
         - Τότε ξεκινάμε για τη δυτική πλευρά της πόλης, για το βράχο. Θα πρέπει στις εννιά η ώρα, ακριβώς, να είμαστε εκεί. Και τι είπε ο γέρος ότι πρέπει να κάνουμε για να δούμε το άρμα του Μοκίρ;
       - Δεν θυμάμαι ακριβώς Κοράν. Νομίζω πως είπε ότι, το άρμα του Μοκίρ μπορεί να το δει μόνο όποιος κατορθώσει να απαντήσει σε μια ερώτηση που θα κάνει στον εαυτό του εκείνη την ώρα. Ο Μοκίρ θα ακούσει την απάντησή του και αν αυτή είναι σωστή, τότε θα κάνει την εμφάνισή του.
Ο Κοράν προβληματίσθηκε. Έπειτα τη ρώτησε.
           - Και ποια είναι η ερώτηση Κίρα που πρέπει να απαντηθεί; Θα πρέπει να την ξέρουμε από τώρα για να τη σκεφτούμε σε όλη τη διαδρομή. Τη θυμάσαι με σιγουριά; Γιατί λάθος ερώτηση σημαίνει και λάθος απάντηση.
           - Ναι, αυτή τη θυμάμαι, είμαι σίγουρη, δηλαδή. Είναι περίεργη ερώτηση. Δεν ξέρω αν θα μπορέσει κανείς μας να βρει την απάντηση. Εγώ τη σκέφτομαι από χθες το βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω κάποια απάντηση.
          - Πες την, θα τη σκεφτούμε και ο καθένας θα δώσει τη δική του απάντηση. Στο τέλος θα διαλέξουμε ποια θα δώσουμε.
Σε αυτή τη δήλωση του Κοράν συμφώνησαν όλοι. Η Κίρα τους είπε την ερώτηση που της είχε δώσει ο γέρος.
          - Τι είναι ποιο βαρύ από όλο το σίδερο της γης και κόβεται χωρίς κανένα απολύτως εργαλείο; Αυτή ήταν η ερώτηση που μου είπε ο γέρος και μου είπε ότι έχουμε μόνο μια ευκαιρία, δεύτερη δεν υπάρχει.
    Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους και πραγματικά κατάλαβαν ότι αυτή η ερώτηση ήταν πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Μια πολύ δύσκολη ερώτηση στην αρχή του ταξιδιού τους και αυτή θα έπρεπε να την απαντήσουν αν ήθελαν να φτάσουν στη χώρα του Σεμπίν με το άρμα του Μοκίρ. Και για αυτό είχαν μόνο δώδεκα ώρες μέχρι να φτάσουν στο βράχο. Δώδεκα ώρες ταξιδιού, που η απάντηση σε ένα γρίφο θα ‘βασάνιζε’ το μυαλό τους. Μια απάντηση που θα τους άνοιγε το δρόμο για τη μαγική Κιράνα. Αλλά κι αυτή η σκέψη θα τους συνόδευε τις πρώτες αυτές ώρες. Αν τα κατάφερναν, τότε η Σινίτρα έμπαινε σε ένα ιστορικό χωρόχρονο. Στο χωρόχρονο της Κιράνα.
          - Η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι πραγματικά πολύ δύσκολη. Αλλά μην πιέζετε τον εαυτό σας, απλά προσπαθήστε να βρείτε μερικές απαντήσεις. Όσο χαζές και αν νομίζετε ότι είναι, να τις πείτε. Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται μέσα μας και πιστεύω ότι τελικά θα κατορθώσουμε να τη βρούμε. Αλλά και πάλι αν δεν γίνει, δεν έγινε και τίποτε. Δεν έχουμε να χάσουμε απολύτως τίποτε, μπορεί όμως να κερδίσουμε κάτι. Αυτό να σκέφτεστε και ότι απαντήσεις δώσετε να τις θυμάστε για να τις έχουμε πρόχειρες και γρήγορες για να διαλέξουμε. Προς το παρόν έχουμε δώδεκα ώρες για να φτάσουμε στο βράχο.
           Αυτή ήταν η κατεύθυνση του αρχηγού τους. Όχι και άσχημη για ένα παιδί δώδεκα ετών. Όχι και άσχημη.
           Το ταξίδι τους για το βράχο περνούσε μέσα από την πόλη και μερικά χιλιόμετρα από τα δυτικά της προάστια. Εκείνη τη μέρα , παρά το γεγονός ότι σκεφτόντουσαν διαρκώς την ερώτηση του γέρου, παρατηρούσαν τα γεγονότα γύρω τους με ένα διαφορετικό μάτι. Κάποια στιγμή μια νεαρή μητέρα μάλωνε το μικρό της κοριτσάκι γιατί της είχε ξεφύγει και κόντεψε να περάσει το δρόμο, όπου πιθανόν να την πατούσε ένα αυτοκίνητο. Ο τρόπος που η μητέρα μάλωσε το κοριτσάκι της ήταν άσχημος. Αυτό τους τράβηξε την προσοχή.
           - Το είδατε αυτό; ρώτησε ο Λίνος.
           - Το είδαμε, απάντησαν όλοι μαζί.
        - Και τι έχετε να πείτε; Τι φταίει το κοριτσάκι; Δεν ξέρει ότι είναι δρόμος. Αν το ήξερε δεν θα προσπαθούσε να τον περάσει. Ηλίθιες μητέρες. Έτσι ξεκινάει πάντα.
           - Μην σκέφτεσαι συνέχεια τον πατέρα σου και το ξύλο που θα φας. Τέλειωσε αυτό. Τώρα πηγαίνουμε στο βράχο και έχουμε να απαντήσουμε σε μια πολύ σοβαρή ερώτηση. Αν σκέφτεσαι τον πατέρα σου δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτε. Και σε χρειαζόμαστε. Ο καθένας χρειάζεται τη σκέψη του άλλου.
             Όλοι συμφώνησαν με τον Άνο και ο Λίνος προσπάθησε να ξεφύγει από την εικόνα του ξύλου που θα έτρωγε όταν θα γύριζε, αλλά τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την ημέρα δεν τον άφησαν σε ησυχία. Συνέχεια του το θύμιζαν…
            Παρακάτω ένας πατέρας έδερνε το γιο του γιατί είχε πέσει με το ποδήλατό του πάνω σε μια γριά και την είχε τραυματίσει. Δεν την είχε δει και ο μικρός προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι δεν την είχε δει.
           - Είσαι στραβός; Ολόκληρος άνθρωπος ήταν μπροστά σου. Που είναι το μυαλό σου; Το έχεις χάσει τελευταία.., και δωσ΄ του ξύλο ο πατέρας στο γιο.
           Ο Λίνος τρόμαξε με αυτή την εικόνα και για μια στιγμή σκέφθηκε να το βάλει στα πόδια και να γυρίσει πίσω. Τελικά στο τέλος όλοι άρχισαν να γελάνε με αυτή την κατάσταση και να διακωμωδούν την «κατάρα» του φίλου τους. Άρχισαν και τα πειράγματα. Πως θα γινόταν διαφορετικά; Δεν άκουγε σοβαρά, δεν άκουγε φιλικά, δεν άκουγε με τον οποιονδήποτε τρόπο. Ε! Καιρός ήταν λοιπόν να δοκιμάσουν και κάτι διαφορετικό και πράγματι τα πειράγματά τους είχαν καλύτερο αποτέλεσμα.
          - Μέχρι να φτάσουμε στο βράχο ο Λίνος θα το έχει φάει ήδη το ξύλο, χωρίς ο πατέρας του να τον έχει ακουμπήσει καν…
          Με αυτή τη σκέψη του Κοράν, όλοι γέλασαν με την ψυχή τους, ακόμα και ο Λίνος. Και πράγματι στη διαδρομή δεν ήταν και λίγες οι περιπτώσεις όπου οι γονείς μάλωναν τα παιδιά τους για τις ζαβολιές τους. Φτάνοντας στην άκρη της δυτικής πλευράς της πόλης και παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο προς το βράχο είχε πέσει ήδη νωρίς το απόγευμα. Τα παιδιά δεν είχαν ρολόι μαζί τους και σκέφθηκαν να ρωτήσουν την ώρα. Ήταν τέσσερις το απόγευμα.
           - Έχουμε πέντε ώρες ακόμα, είπε ο Κοράν.
           - Νομίζω ότι φτάνουν… Η Κίρα έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε. Μέχρι το βράχο είναι ακόμα δυο ώρες. Μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο και να πούμε μερικά πράγματα. Τι έχει σκεφτεί ο καθένας.
           - Έτσι λέω και εγώ. Νομίζω ότι ξέρω που είναι ο βράχος. Υπάρχει ένας χωματόδρομος που περνάει μέσα από ένα μικρό ύψωμα και οδηγεί εκεί. Εξάλλου αισθάνομαι πολύ κουρασμένη. Η Μάλι, χωρίς να περιμένει την αντίδραση των άλλων, έβγαλε το σακίδιο από τον ώμο της και έκατσε στην άκρη του δρόμου κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να τρίβει τα πόδια της.
          - Δεν είσαι πολύ μικρή ακόμα για να το κάνεις αυτό;
          - Ξέρω, ξέρω Κίρα και εγώ σε αγαπάω μην ανησυχείς. Άλλωστε δεν νομίζω ότι θα πεθάνω, κάτι άλλο πρέπει να υπάρχει εκτός από το θάνατο, διαφορετικά δεν θα έψαχναν όλοι για την αθανασία, απλά και για εκεί δεν γνωρίζουν το δρόμο, όπως δεν τον γνωρίζουν για την Κιράνα.                                 
Όλοι χαμογέλασαν με αυτή τη σκέψη της Μάλι. Είχε καλό μυαλό και πολλές φορές τους είχε φανεί χρήσιμο. Όταν κάθισαν ο Κοράν είπε πρώτος τη σκέψη του.
       - Πιο βαρύ από το σίδερο και να κόβεται χωρίς κανένα εργαλείο δεν υπάρχει. Ότι είναι πιο βαρύ από το σίδερο δεν μπορεί να κοπεί χωρίς εργαλείο. Η γνώμη μου λοιπόν στην απάντηση αυτή είναι ότι, αυτό που ζήτησε ο γέρος να απαντήσουμε δεν υπάρχει. Είναι τίποτα, δεν υπάρχει. Νομίζω ότι η απάντηση είναι το τίποτα.
    - Δεν συμφωνώ… Ο Άνος βιάστηκε να πάρει το λόγο και χωρίς να αφήσει κανέναν να τον διακόψει συνέχισε, υπάρχει κάτι που είναι πιο βαρύ από σίδερο και για να το κόψεις δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο. Το σκέφτομαι όση ώρα περπατάμε και νομίζω ότι έχω βρει την απάντηση. Έκανε μια παύση. Όλοι περίμεναν με αγωνία τη συνέχεια. Η πέτρα,  η πέτρα είναι πιο βαριά από σίδερο και δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο για να τη σπάσεις, μπορείς να τη σπάσεις με μια πιο βαριά πέτρα ή μπορείς να την πετάξεις και θα σπάσει μόνη της. Νομίζω ότι η απάντηση είναι η πέτρα, υπάρχουν πολλές πέτρες και σίγουρα θα υπάρχουν και πέτρες που είναι πιο βαριές από όσο σίδερο υπάρχει κι αν αυτές τις πέτρες τις πετάξεις πάνω από ένα βουνό θα σπάσουν κι έτσι δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις κανένα απολύτως εργαλείο. Νομίζω ότι η απάντηση στην ερώτησή μας είναι η πέτρα.
Βρήκαν τη σκέψη αυτή λογική. Ίσως να είχαν την απάντησή τους και μάλιστα τέσσερις ώρες πριν την κρίσιμη στιγμή. Η Μάλι και η Κίρα βιάσθηκαν να συμφωνήσουν με τον Ανο. Το ίδιο και ο Λίνος αλλά ο Κοράν είχε τις αμφιβολίες του. Ήταν προβληματισμένος.
         - Την κρατάμε την απάντηση αυτή, αλλά θα προσπαθήσουμε και για καλύτερη. Άλλωστε μέχρι αυτή τη στιγμή μόνο αυτή την απάντηση έχουμε. Αν δεν υπάρξει καλύτερη, τότε αυτή την απάντηση θα δώσουμε και θα τη δώσει για όλους μας ο Ανος. Αλλά συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε γιατί κάτι μέσα μου λέει ότι δεν είναι αυτή η απάντηση που χρειαζόμαστε. Κάτι τέτοιο αισθάνομαι...
Τα πρόσωπα των παιδιών συνοφρυώθηκαν γιατί το ένστικτο του Κοράν δεν έπεφτε έξω, συνήθως. Νόμιζαν ότι είχαν βρει την απάντηση, ονειρεύτηκαν τους εαυτούς τους να ταξιδεύουν για τη μαγική χώρα του Σεμπίν, αλλά αυτή η στιγμή κράτησε πολύ λίγο. Η θέση του αρχηγού τους, τους κλόνισε. Νόμισαν ότι ήταν έτοιμοι να πετάξουν πάνω από τα σύννεφα καβάλα σε ένα κατάλευκο άρμα που θα το έσερναν δώδεκα λευκά άλογα. Νόμισαν ότι θα βρισκόντουσαν από τη μια στιγμή στην άλλη στη χώρα του Σεμπίν, που κατά το γέρο ήταν μια όμορφη παράξενη χώρα, που θα τους οδηγούσε στην Κιράνα. Νόμισαν ότι είχαν φτάσει στο τέλος αυτού του γρίφου και ξαφνικά ο αγαπημένος τους αρχηγός τους έδωσε την πραγματική εικόνα. Απλά, νόμισαν. Δεν ήταν σίγουροι, νόμισαν. Και θα έπρεπε να το θυμούνται αυτό γιατί μια λάθος απάντηση στην αρχή θα τους οδηγούσε ξανά πίσω, εκεί από όπου ξεκίνησαν. Κι όλα αυτά τα χιλιόμετρα κι ο κόπος των τελευταίων ημερών θα πήγαινε τελείως χαμένος. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον, έψαξαν για άλλες απαντήσεις, αλλά άλλες απαντήσεις δεν υπήρχαν, τουλάχιστον εκείνη η στιγμή. Το καλό όμως ήταν ότι η στιγμή της απάντησης δεν είχε έρθει ακόμα. Με αυτή την έννοια ο χρόνος ήταν ακόμα με το μέρος τους!
          Ο Λίνος μονολόγησε κάτι και κατσούφιασε.
         - Τι είπες; τον ρώτησε η Κίρα.
      - Σκέφτομαι το χέρι του. Μια αρκούδα έχει ελαφρύτερο χέρι. Είναι βαρύ σαν σίδερο και αυτό δεν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις.
     - Αυτό κι αν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις, φώναξε γελώντας η Μάλι και συνέχισε. Λέτε η απάντηση να είναι το χέρι του πατέρα του Λίνου;. Αυτό το αστείο έδωσε καινούργια πνοή στην παρέα. Τη χρειαζόντουσαν.
       Ο Κοράν ήταν σκεφτικός. Πιο σκεφτικός από τις προηγούμενες φορές. Ίσως κάτι είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στο μυαλό του. Ίσως κάτι περίεργο αλλά τόσο αληθινό που κανείς δεν θα μπορούσε να το δει πέρα από την παιδική φαντασία. Θα το σκεφτόταν για τις επόμενες δύο ώρες που χρειαζόταν για να φτάσει στο βράχο. Ίσως, ποιος ήξερε, ίσως ο γέρος να γνώριζε πολύ καλά τι έλεγε. Ίσως, αλλά αυτή του τη σκέψη, θα τους την έλεγε μόνο την τελευταία στιγμή κι εφόσον δεν υπήρχε κάτι άλλο πιο λογικό. Μετά από δυο ώρες περπάτημα έφτασαν στο χωματόδρομο για τον οποίο τους είχαν μιλήσει τα κορίτσια. Ήταν ένας μικρός δρομάκος που περνούσε μέσα από ένα ύψωμα ακριβώς δίπλα στη θάλασσα. Στην αρχή του δρόμου ένας άλλος γέρος καθόταν και χάζευε τη θάλασσα. Τα παιδιά τον πλησίασαν.

(συνεχίζεται)




ΚΙΡΑΝΑ- Η χώρα του αλλού - 1ο μέρος - Σινίτρα

1ο μέρος
                                               Σινίτρα 

         Έλεγαν ότι η Κιράνα ήταν πολύ όμορφο καράβι. Τόσο όμορφο, που όμοιό του δεν υπήρχε σε ολόκληρο τον κόσμο. Στους κύκλους του σχολείου το καράβι αυτό είχε γίνει μύθος. Έλεγαν, μάλιστα, ότι εκεί ικανοποιούνται όλες σου οι επιθυμίες. Όλα σου τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα. Όλοι ήθελαν να ζήσουν ένα ονειρεμένο ταξίδι με αυτό.
          Μόνο που κανείς δεν γνώριζε το δρόμο για την Κιράνα. Και βέβαια, κανείς δεν είχε πει ποτέ πως είχε δει το καράβι αυτό. Και ίσως, αυτός να ήταν και ο λόγος που ο μύθος της μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Η παραμυθένια ομορφιά αυτού του καραβιού είχε διαδοθεί τόσο πολύ που και οι πιο δύσπιστοι δάσκαλοι άρχισαν να πιστεύουν στην ύπαρξή του. Εξάλλου τι το κακό μπορεί να έχει ένας μύθος; Κιράνα, τι όμορφο όνομα!
          Κανείς δεν μπορεί να βρει την Κιράνα αν δεν πιστεύει σε αυτή. Έτσι αντιμετώπιζε η παρέα του Κοράν την πρόκληση για αυτό το ταξίδι. Γιατί πραγματικά η παρέα του Κοράν ήταν η μοναδική που είχε αποφασίσει να κάνει το άγνωστο ταξίδι για την Κιράνα. Είχαν αποφασίσει να βρουν το καράβι, να ταξιδέψουν με αυτό και να το δείξουν στον κόσμο, για να πειστούν όλοι για την ύπαρξή του. Για να δείξουν σε όλους ότι υπάρχει η Κιράνα και είναι όμορφη. Έτσι όπως τη φαντάστηκαν από την ημέρα που άκουσαν πρώτη φορά για αυτή. Γιατί η παρέα του Κοράν πίστευε στην ύπαρξή της, όχι στο μύθο της κι αυτή ήταν μια ουσιαστική διαφορά τους από τους υπόλοιπους.
          Είχαν αποφασίσει ότι την Κιράνα θα την κρατούσαν για πάντα δική τους αλλά όποιος ήθελε θα μπορούσε να τη χαίρεται, γιατί η Κιράνα ήταν για όλους. Έτσι θα κέρδιζαν και όλη τη δόξα που τους ταίριαζε, μια και η παρέα του Κοράν ήταν η πιο διάσημη παρέα στο σχολείο. Η καλύτερη παιδική «συμμορία», με τη μεγαλύτερη φαντασία. Η ομορφότερη παιδική παρέα. Άλλωστε η αλήθεια είναι ότι ο δρόμος για κάθε νέο «κόσμο» από μια «παιδική συμμορία» ξεκίνησε…
         Δεν ήταν εύκολο να μπει ο καθένας στην παρέα αυτή. Είχε αρχές, δύσκολες αρχές. Όποιος ήθελε να γίνει μέλος της θα έπρεπε να περάσει με επιτυχία όλες τις δοκιμασίες. Και αν τελικά τα κατάφερνε θα είχε την εγγύηση της ‘ισόβιας’ εμπιστοσύνης των υπόλοιπων μελών της. Κάθε δοκιμασία είχε και το λόγο της δεν ήταν τυχαία. Οι δοκιμασίες ήταν τέσσερις, τις είχαν επιλέξει τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας, μία προς μία, όχι τυχαία. Η διαδικασία κρατούσε μια βδομάδα. Σε επτά ημέρες κάθε υποψήφιος Σινίτρ, θα έπρεπε να φέρει σε πέρας τέσσερις δοκιμασίες. Την ομάδα τους, την είχαν ονομάσει Σινίτρα.
          Στην πρώτη δοκιμασία θα έπρεπε να αποδειχτεί η πίστη προς την ομάδα και τις αρχές της. Ήταν η δοκιμασία της πίστης. Στη δεύτερη και την τρίτη θα έπρεπε να αποδειχτεί η μυστικότητα και η αλληλεγγύη. Και στην τελευταία θα έπρεπε ο υποψήφιος να δείξει μέχρι που μπορούσε να ‘θυσιαστεί’ προκειμένου να υποστηρίξει την ομάδα του και τα μέλη της. Αν τα κατάφερνε έπαιρνε το χρίσμα, Σινίτρ και γινόταν ισόβιο μέλος της. Δηλαδή, από την παρέα αυτή δεν έφευγε κανείς ποτέ, αυτό το γνώριζαν από την πρώτη στιγμή.
          Ο πρώτος και βασικός κανόνας που κανόνιζε τις σχέσεις μέσα σε αυτή την παιδική συνύπαρξη, ήταν ότι ο καθένας ενεργούσε για τον άλλον όπως θα ήθελε και ο άλλος να ενεργήσει για τον ίδιο. Ο καθένας έκανε για τον άλλον ότι θα ήθελε και ο άλλος να κάνει για αυτόν. Ήταν ένας δύσκολος δρόμος συνύπαρξης, αλλά ουσιαστικός. Διαφορετικά δεν είχαν παρέα, δεν είχαν «συμμορία», δεν είχαν δεσμούς. Και η παρέα του Κοράν είχε πραγματικούς παιδικούς δεσμούς. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν τόσο δεμένοι μεταξύ τους, που κανένας δεν έκανε χωρίς τον άλλον, αυτή η αγάπη τους γινόταν πράξη, δεν έμενε στην παιδική τους φαντασία, δεν έμενε στα λόγια. Άλλωστε, η μόνη χρησιμότητα της παιδικής τους φαντασίας ήταν να την ζουν. Διαφορετικά δεν είχε πλάκα.

          Το όνομα Σινίτρα, είχε δοθεί από όλα τα μέλη της με κοινή απόφαση και ύστερα από πολύ «ψάξιμο». Ψάξιμο στη φαντασία τους, που αλλού, γιατί τα παιδιά διακρίνονται για το πιο όμορφο πράγμα που έχουν και αυτό είναι η φαντασία τους και η βούλησή τους , αυτή τη φαντασία να θέλουν να την κάνουν πραγματικότητα.
          Το όνομα Σινίτρα ήταν ιδέα του Λίνου. Εκείνη την περίοδο που έπρεπε να αποφασίσουν για το όνομα, αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Δεν μπορούσαν να καταλήξουν εύκολα σε κάτι γιατί ήθελαν κάποια σημάδια που θα τους οδηγούσαν σε αναμφισβήτητα, ορθή επιλογή. Τα σημάδια που είχαν ζητήσει αργά ή γρήγορα ήρθαν.
           Μια μέρα ο Λίνος τους είχε πει ότι όλο το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κοιμηθεί καλά, γιατί σκεφτόταν το όνομα που θα έπρεπε να έχει η «συμμορία» τους. Βρισκόταν ανάμεσα στη σκέψη και την ανάγκη του για ύπνο. Αλλά έστω και έτσι, το πρωί θυμήθηκε ότι είχε δει ένα όνειρο όπου μια πανέμορφη γυναίκα, τόσο όμορφη όσο δεν είχε γνωρίσει ποτέ στον ξύπνιο του, του είπε ότι αν ήθελαν αυτή η παρέα να μείνει διάσημη θα έπρεπε να της δώσουν το όνομα Σινίτρα. Η γυναίκα αυτή λεγόταν Σινίτρα.
           Βέβαια η παρέα δεν κατέληξε και τόσο εύκολα σε αυτό το όνομα γιατί ένα άλλο μέλος της, η Μάλι, τους είχε θέσει το όνομα Κύθρα, γιατί και εκείνη είχε δει ένα όνειρο εκείνο τον καιρό, στο οποίο ο θεός τη συμβούλεψε ότι μόνο το όνομα Κύθρα θα τους οδηγούσε στη μεγαλύτερη χαρά που θα μπορούσαν να συναντήσουν στη γη όσο ήταν παιδιά.
           Βέβαια ανάμεσα στη χαρά και τη δόξα τα παιδιά προτίμησαν τη δόξα που σε μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων η δόξα για την παιδική ηλικία είναι ταυτόχρονα και ο δρόμος της χαράς. Για την ακρίβεια, τη μεγαλύτερη χαρά τα παιδιά την παίρνουν, όταν κάνουν παιχνίδι το δρόμο για τη δόξα. Έτσι με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια και ποιος είπε ότι τα παιδιά δεν έχουν την ικανότητα να σκέφτονται το συμφέρον τους;
           Η Σινίτρα λοιπόν προέκυψε από μια επιλογή ανάμεσα στη χαρά και τη δόξα. Και προτίμησαν τη δόξα, γιατί τη χαρά ούτως ή άλλως την παίρνουν μέσα από την πραγμάτωση της παιδικής τους φαντασίας. Και κάθε παιχνίδι τους είναι ο δρόμος για τη δόξα. Έχει τη δική του χαρά! Η έκφραση της παιδικής δόξας, λέγεται χαρά…
           Αυτή η επιλογή όμως βγήκε σωστή , γιατί γρήγορα η Σινίτρα έγινε η πιο διάσημη παρέα της πόλης. Και ποιός άλλος εκτός από τη Σινίτρα θα είχε τη δύναμη, τη δυνατότητα, αλλά και την όρεξη να αντιμετωπίσει την πρόκληση του δρόμου για την Κιράνα; Ποια άλλη παιδική συντροφιά θα μπορούσε να κάνει αυτό το ταξίδι, εκτός από τη Σινίτρα;
          Τα άλλα δύο μέλη της παρέας ήταν ο Ανος και η Κίρα. Αυτά τα πέντε παιδιά αποτελούσαν τη Σινίτρα και αυτά τα πέντε παιδιά αποφάσισαν να ξεκινήσουν για την Κιράνα.
          Από την ημέρα που πήραν την απόφασή τους, δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να μαζεύουν πληροφορίες. Πληροφορίες που θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν σε μια αρχή. Προσπαθούσαν να βρουν κάτι που θα τους άνοιγε το δρόμο. Αλλά αυτό ήταν δύσκολο. Όλοι μιλούσαν για την Κιράνα, αλλά κανείς δεν γνώριζε το δρόμο. Ο δρόμος για εκεί έμοιαζε να είναι φάντασμα και όσο καταλάβαιναν ότι ήταν άγνωστη η αρχή του τόσο ο μύθος μεγάλωνε. Αλλά  αυτή ήταν κι η μεγαλύτερη πρόκληση. Διαφορετικά δεν γίνεται, δεν έχει «πλάκα».
          Αποφάσισαν να μαζέψουν ότι στοιχείο μπορούσαν κι επειδή κάθε «αποστολή» απαιτεί και την ανάλογη πίστη, γιατί χωρίς πίστη δεν μπορεί να υπάρξει ταξίδι και χαρά, ένα βράδυ στο κρησφύγετό τους έκαναν πράξη την πίστη τους σε αυτή την αποστολή. Ορκίστηκαν ότι, η ανεύρεση της Κιράνα ήταν ο πιο σημαντικός στόχος και θα έπρεπε να τον υλοποιήσουν. Ο Κοράν είπε τον όρκο και ζήτησε από όλα τα μέλη της Σινίτρα να ορκιστούν. 
         «Η Σινίτρα θεωρεί ότι η ανεύρεση της Κιράνα είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που τα μέλη της μπορούν να προσφέρουν στην παιδική ηλικία. Για αυτό θα κάνουμε ότι μπορούμε για να τη βρούμε κι αυτό το μυστικό δεν θα το κρατήσουμε για εμάς, αλλά το δρόμο θα τον δείξουμε σε κάθε παιδί, σε όλη τη γη…»
         Εκείνη ήταν και η εβδομάδα που δεν έμενε καθόλου χρόνος για διάβασμα. Δεν υπήρχε χρόνος για σχολείο. Τι αξία είχαν τα μαθήματα μπροστά σε αυτή την προσφορά στην παιδική ανθρωπότητα; Αυτή η προσφορά ήταν πάνω από κάθε σχολική γνώση. Εκείνη την περίοδο οι βαθμοί τους έφτασαν στο ‘μηδέν’. Αλλά καμιά φορά από το μηδέν ξεκινά κανείς για να φτάσει σε ένα ‘άλλο’ δέκα!

(συνεχίζεται)





        

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

ΟΧΙ,ΔΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ

ΟΧΙ,ΔΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ
Oχι,δε γεννηθηκα κομμουνιστης.
Γεννηθηκα μεσα στον καπιταλισμο,μικροαστος που στραβωθηκε απο τις διαφημισεις,απο τη γαλαζοπρασινη προπαγανδα,απο τη δημοσιογραφια των πουλημενων σταρ της τηλεορασης,
εμποτισμενος απο το ζησε κ ασε τους αλλους να πεθανουν,
δηλητηριασμενος απο τη Θεα Καταναλωση,αλλαζοντας καθε χρονο κινητο,μαραζωμενος που δε μπορουσα να εχω καθε φορα τη νεα μεγαλυτερη σε ιντσες τηλεοραση που διαφημιζουν τα καναλια,
σε πτωματα πανω δε πατησα γιατι δε προλαβα,
ισως αν προλαβαινα να γινω ενας γιαπης,να γινομουνα,
αλλωστε η αλληλεγγυη ειναι μια λεξη που δε καταλαβαμε ποτε το νοημα της,
ο,τι κ να γινοταν γυρω μου,τιποτα δε μπορουσε να με αγγιξει οσο εγω ημουν καλα.

Οχι λοιπον,δε γεννηθηκα αλληλεγγυος με τον πιο αδυναμο απο εμενα.
Γεννηθηκα μολυσμενος απο το συνθημα ο καθενας παιρνει αυτο που του αξιζει
και αν καποιον τον πνιξαν τα σκατα,αυτος ηταν υπευθυνος για τη μοιρα του,υπευθυνος που δε μπορεσε να τα απομακρυνει απο το στομα του,
αλλωστε ολοι εμεις μεγαλωσαμε κοιταζοντας αυτους που ειναι πανω απο εμας,κ οχι τους κατω,
ζηλευοντας αυτους που ειναι πανω απο εμας,
αυτους με το ακριβοτερο κινητο,με το ακριβοτερο αμαξι,με το ακριβοτερο σπιτι
εκει επρεπε να αφοσιωθουμε,αυτος ηταν ο στοχος της ζωης μας,να μοιασουμε σε αυτον που ειχε τα περισσοτερα απο εμας
αυτος ηταν το προτυπο μας,το ειδωλο μας,Κωστοπουλος.,life style περιοδικα,αφιερωματα σε επιτυχημενους ανδρες,σε ανδρες που γαμουσανε αυτο που εμεις δε θα μπορουσαμε καν να κοιταξουμε,κοτερα,αερας κοπανιστος,Χρηματιστηρια,
λεξεις οπως η παγκοσμιοποιηση κυριαρχουσαν σιγα σιγα αλλα εμεις δε τις καταλαβαιναμε,
ζαλισμενοι απο τις αυταπατες μας,απο τη λυσσα μας για το Μηδαμινο,για το Φαινεσθαι,για τη Μοστρα,για τα μοδατα ρουχα,για τις μοδατες λεξεις,για τα calvin klein,τα hugo boss κοστουμια,παρε κ εσυ ενα διακοποδανειο,πηγαινε κ εσυ ενα πενθημερο στη Μυκονο,βουτηξε κ εσυ τη μυτη σου στη σκονη,ξοδεψε αυτα που βγαζεις στη προσπαθεια σου να φανεις πιο μαγκας απο το διπλανο σου
(κ αν δεν εχεις,παρε ενα δανειο κ ξοδεψε περισσοτερα)

η ζωη σου ανηκει,γαμησε τα ολα

οχι,δε γεννηθηκα καν αριστερος.Οι αριστεροι ηταν κατι τυποι που φωναζαν για πραγματα που εμεις,το υπολοιπο 85% του πληθυσμου,δεν τα καταλαβαιναμε.Περνουσαμε τοσο ωραια εδω στον καπιταλιστικο μας παραδεισο,ωστε οποιοσδηποτε μιλουσε για εναλλακτικους δρομους,δε φαινοταν καν επικινδυνος η γραφικος,απλα φαινοταν ως ενα junky της Ιδεολογιας,
τον οποιον τον λυπομασταν γιατι για εμας τους μοντερνους ανθρωπους φαινοταν λογικο για εναν ανθρωπο να ηταν πρεζακι σκετο,η πρεζακι της δοξας,της τηλεορασης,του χρηματος
αλλα δε φαινοταν λογικο να μιλουσε καποιος για Ιδεες.
Ιδεολογια;Τι ειναι αυτο;
Οι ιδεολογιες ηταν κατι σα το βιντεο,ωραιο το βιντεο αλλα τωρα εχει πεθανει γιατι ολοι βλεπουμε dvd.Eιναι δυνατον καποιος να βλεπει ακομα βιντεο με τη χαλια του εικονα στην εποχη του dvd;
Οι Ιδεολογιες λοιπον ηταν κατι ξεπερασμενο,κατι ασημαντο,σχεδον κακογουστο.

Αργησαμε πολυ να καταλαβουμε οτι αυτο με το οποιο το αντικαταστησαμε,ηταν κ αυτο μια Ιδεολογια.
Κ αυτο ηταν η νεοφιλελευθερη.Ο νεος φασισμος,ο οικονομικος μιλιταρισμος που προηλαυνε κ καθως προηλαυνε,εμεις αμεριμνοι τον χειροκροτουσαμε,αγνοωντας οτι δεν αργουσε η ωρα που θα μας πατουσε με τις Wehrmact του.

Δε γεννηθηκα λοιπον ουτε κομμουνιστης ουτε αλληλεγγυος με κανεναν.
Αλληλεγγυη ειναι μια λεξη που τωρα αρχιζουμε να μαθαινουμε.Τωρα που σα το σκουληκι καθε μποτα οπου μας ευρει,μας πατει,τωρα λοιπον συνειδητοποιησαμε οτι υπαρχει κ ο Αλλος διπλα μας.Ενας Αλλος με τον οποιον μας ενωνει κοινη μοιρα.Ενας Αλλος,ο οποιος μεχρι χθες για εμας ηταν αορατος,ασημαντος,απλα ενα μεσο ικανοποιησης των επιθυμιων μας,οχι συνταξιδιωτης αλλα λαθρεπιβατης.
Τωρα μαθαινουμε οτι συνταξιδευουμε,τωρα εμεις οι υποκριτες αντιληφθηκαμε τον πονο,τη πεινα,τη φτωχεια,την εξαθλιωση,
τωρα,
που ολα αυτα χτυπησαν κ τη δικια μας πορτα.

Αναγνωριζοντας ομως την υποκρισια μας,η υποκρισια γινεται ενα σφαλμα που συγχωρειται.
Αναγνωριζοντας τη μικροψυχια κ το φθονο,η μικροψυχια κ ο φθονος γινονται σκονη κ εξαφανιζονται στον ανεμο που ερχεται να μας αλλαξει,εστω κ βιαια.
Αναγνωριζοντας οτι η Αναγκη κ οχι η Επιλογη,.ειναι αυτο που μας ενωνει,η Αναγκη αλλαζει προσωπο και γινεται το μεσο που διαλυσε τους εγωισμους και τις ψευδαισθησεις μας,
ετσι ωστε η Αναγκη να μετατρεπεται σιγα σιγα σε Επιλογη.
Επιλεγουμε λοιπον να συμπορευτουμε,να μαθουμε το ονομα του διπλανου μας,να θυμηθουμε αυτο που μας ενωνει,
να θυμηθουμε αυτο που ελεγε ο Φιχτε,οτι
"καθε ανθρωπος πρεπει να μπορει να ζει,να εχει τα μεσα για τη συντηρηση του και οτι αν σε μια κοινοτητα ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ οπου πασχει απο την ελλειψη των αναγκαιων για τη ζωη του μεσων,η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΟΛΩΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ.Δεν πρεπει να υπαρχει ανθρωπος που να μην εχει τη δυνατοτητα να εργασθει και να εξασφαλισει με την εργασια του τα προς το ζην αναγκαια."

Οχι λοιπον,δε γεννηθηκα κομμουνιστης.Οπως και το 90% των συμπολιτων μου αλλωστε.

Αλλα αν οι παραπανω ιδεες ειναι κομμουνιστικες,εγω διαλεγω να ειμαι κομμουνιστης.
Αν η αλληλεγγυη,αν η θεληση να παψει να μας εκμεταλλευεται το 0,5% ειναι κομμουνιστικη,
αν η Αποφαση να αλλαξουμε τα πραγματα,να ριξουμε τη τραπεζοκινητη Ολιγαρχια,
να τσακισουμε τους μπασταρδους που εχουν αμολυσει τα μαντροσκυλα για να φοβηθουμε την αντισταση,
να τσακισουμε τις δυναμεις κατοχης και τα τσιρακια τους που αποφασισαν την εξοντωση μας,
αν ολα τα παραπανω ειναι κομμουνιστικα,
κομμουνιστης μπορει να μη γεννηθηκα,
αλλα κομμουνιστης γινομαι τωρα.

Γιατι,μερα με τη μερα, συνειδητοποιουμε το απανθρωπο προσωπο της νεοφιλελευθερης λαιλαπας,
μερα με τη μερα συνειδητοποιουμε οτι,οταν λενε η Ελλαδα θα σωθει,
εννοουνε τις Τραπεζες,τον Σεβ και τα κομματοσκυλα τους,

μερα με τη μοιρα αυτο που μας ενωνει θεριευει κ δυναμωνει κ στο τελος θα μας κανει να παραμερισουμε τις διαφορες μας,
μερα με τη μερα πλησιαζουμε ο ενας τον αλλον κ ολα αυτα που μας εκνευριζαν παυουν να μοιαζουν τοσο εκνευριστικα γιατι αντιλαμβανομαστε τη κοινη μας μοιρα,
γιατι ο Αλλος γινεται ο Καθρεπτης μας

μερα με τη μερα συζηταμε,βριζουμε,καταριομαστε κ συνειδητοποιουμε οτι δε φτανει μονο αυτο,
μερα με τη μερα,ολα οδηγουνε σε εκεινη τη στιγμη που θα μετρηθουμε να δουμε ποσοι ειμαστε κ θα βρεθουμε πολλοι παραπανω απο οσοι νομιζαμε
μερα με τη μερα θα μετρηθουμε με το φοβο μας,τη δειλια κ τη μοιρολατρεια, κ θα ανακαλυψουμε οτι ειμαστε δυνατοτεροι,
μερα με τη μερα,ωριμαζουν οι συνθηκες ωστε το Πριν,το Τωρα,κ το Μετα να γινουν ενα,να γινουν μια στιγμη

μερα με τη μερα,πλησιαζουμε αυτη τη στιγμη,
οπου η λαβα θα ξεχυθει και θα παρασυρει ολα τα ψεμματα που ακουσαμε,ολα τα προσωπα που μας εξαπατησανε,ολα τα δακρυγονα που φαγαμε,ολη την αλητεια που τωρα επικρατει,
μερα με τη μερα,
ωσπου καποτε η μερα αυτη θα ερθει.
Η μερα που θα τους γαμησουμε.

/celinathens.blogspot.gr/2010/12/blog-post_15.html

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

"TA ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΑ "

Εμείς. Είμαστε τα "μαλακισμένα" των κρατικοδίαιτων δημοσιογράφων, το κακό σπυρί της κρατικής μηχανής. Οι ανυπάκουοι. Γεννηθήκαμε πριν λίγα χρόνια αλλά είναι σαν να ξέρουμε τον κόσμο από παλιά. Δείχνουμε μικροί και λίγοι αλλά είμαστε μεγάλοι και πολλοί. Έχουμε καθαρό κεφάλι, θάρρος και όρεξη για ζωή. Το βλέμμα μας δεν είναι πειραγμένο. Έχουμε τον τρόπο να παραμένουμε διαυγείς. Υποστηρίζουμε όσους νιώθουμε πως κέρδισαν με άξιο τρόπο την εμπιστοσύνη μας και όχι για να τιμωρήσουμε τους αντιπάλους. Στις παρέες μας δεν διηγούμαστε ιστορίες από το στρατό, ανέκδοτα του Λαζόπουλου ή πώς κατατροπώσαμε την καργιόλα στο ΙΚΑ που μας είπε να περιμένουμε στην ουρά.


Στη βιβλιοθήκη μας έχουμε βιβλία που γράφτηκαν για να διαβαστούν και να διδάξουν, και όχι για να εξυπηρετήσουν. Στο τραπέζι μας έχουμε φίλους, αγάπες και ποτήρια γεμάτα καλό, φτηνό κρασί. Δεν πίνουμε από κυριλέ μπουκάλια νοθευμένα με κώνειο. Δεν βλέπουμε τηλεόραση, δεν χειροκροτούμε τους διάσημους αστέρες της πίστας με το όνομα στη μαρκίζα λαμπερό. Εμείς θαυμάζουμε τα δικά μας, ανέστια αστέρια, που στολίζουν τις νύχτες τον ουρανό και φωτίζουν όμορφα το σκοτάδι. Δεν είμαστε φανατισμένοι οπαδοί. Δεν κουνάμε σημαίες, δάχτυλα ή πολύξερα κεφάλια.

Τα αδέσποτα στους δρόμους δεν τα κλωτσάμε, σκύβουμε και τους κόβουμε ένα κομμάτι κουλούρι από εκείνο που τρώμε κι εμείς, και περιμένουμε δίπλα τους μήπως πεινάνε ακόμα. Με τους μελαμψούς με το ξενόφερτο βλέμμα και τις μαϊμούδες Αρμάνι στα Προπύλαια δεν κάνουμε αστεία, παζάρια ή την πλάκα μας. Δεν νιώθουμε ανώτεροι από αυτούς. Τους κερνάμε ένα τσιγάρο και μια καλημέρα φιλική. Στα μάτια τους βλέπουμε αισθήματα και όχι τον εχθρό ή ένα παιχνίδι.

Μπροστά στον άνθρωπο που απλώνει το χέρι διστακτικά γονατίζουμε για να μοιραστούμε αυτό που υπάρχει λέγοντας μια αυτονόητη, ανθρώπινη καλημέρα. Ακόμα και τον δεσμοφύλακά μας είμαστε ικανοί να καλημερίσουμε. Πίσω από τα κάγκελα, μέσα στο μπουντρούμι. Εμείς. Οι οπαδοί μιας ουτοπίας που κάποτε θα σώσει τον κόσμο και τότε θα νιώσουμε σαν μικροί θεοί που συνεχίζουν να καυγαδίζουν με το χρόνο.

Στις διαβάσεις δεν ενοχλούμαστε από τους ανυπόμονους - είμαστε με το μέρος όσων αδημονούν. Οι αιτίες της αγανάκτησής μας είναι άλλες. Δεν μας αρέσουν οι παιδικές χαρές με το πλαστικό γκαζόν και τα αλουμινένια κάγκελα ασφαλείας. Φυτεύουμε δέντρα και φτιάχνουμε ελεύθερα περιβόλια εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Κάνουμε αντάρτικο χαράς στο κέντρο της πόλης και βάζουμε τα παιδιά να μυρίσουν αληθινά λουλούδια, να πιάσουν χώμα, να κοιτάξουν ένα μυρμήγκι να περνά.

Ακούμε μουσικές και ζούμε ιστορίες και ζωές που μιλάνε στην καρδιά και όχι στην τσέπη μας. Οι αυτοκτονίες, οι συλλήψεις, οι μαύρες μπλούζες, τα κίτρινα έντυπα και οι παρεξηγημένες αποχρώσεις μιας πάλαι ποτέ κόκκινης ματιάς που ξεθώριασε και ακροβατεί φλερτάροντας με την αχρωματοψία είναι για μας μαστίγια που μας τσούζουν καθημερινά. Είμαστε τα αγρίμια της εποχής, που πάνω στις πλάτες μας θέλουμε να σηκώσουμε τα βάρη όλου του κόσμου. Οι ρατσιστές, οι άγριοι, οι πουλημένοι δεν θα μας εξημερώσουνε ποτέ. Επειδή νιώθουμε ικανοί. Γενναίοι. Αήττητοι.

Μπαίνουμε σε άδεια σπίτια και τα γεμίζουμε με όνειρα και ζωή. Ζωγραφίζουμε με όμορφα χρώματα τη λύπη της αδειοσύνης και του πένθους. Στα δωμάτια των έρημων σπιτιών, εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο σιωπή και μούχλα εμείς φτιάχνουμε ήχους, εικόνες, αιτίες για μεγάλα Ναι. Οι μέρες μας μοιάζουν με ανεμοθύελλες, που σαρώνουν την αιθαλομίχλη της στέρησης. Στη θέση της ήττας θέλουμε να βάλουμε έναν γαλάζιο, ελεύθερο ουρανό. Θα γίνει!

Τα συρματοπλέγματα των ισχυρών θέλουμε να τα κάνουμε οάσεις. Είμαστε ανυπάκουοι και πεισματάρηδες. Μέσα μας ξέρουμε να καιγόμαστε από ασίγαστες φωτιές. Σαν όμορφα φυτίλια που κανείς δεν κατάφερε να τα χώσει σε ένα μπουκάλι και να τα κάνει καταστροφή. Από τα δικά μας μπουκάλια ρέει η έμπνευση, το ξεδίψασμα, το γλυκό μούδιασμα της αγάπης για τη ζωή. Τους τοίχους μας στολίζουν πράσινοι κισσοί, ωραία γκράφιτι, οι στίχοι του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη και της Γώγου. Όχι λογότυπα και διαφημίσεις.

Η δική μας αλητεία μοιάζει με γιορτή. Δεν ραγίζει καρδιές και τζαμαρίες. Τσακίζει τις άρρωστες προκαταλήψεις και τη βία όσων ασχημονούν. Οι εχθροί μας σπάνε την πόρτα μας, εμείς σπάμε το φόβο της εποχής μας. Εμείς. Τα "μαλακισμένα", οι καταληψίες και οι αντιρρησίες που κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια, που αντιστεκόμαστε, λέμε Όχι, τρώμε ξύλο, φτύνουμε βρισιές, ενοχλούμε, υπάρχουμε! Εμείς. Που χαμογελάμε και χαιρετάμε τον κόσμο μέσα από την κλούβα, με τις χειροπέδες βραχιόλια στους ασίγαστους καρπούς, επειδή ξέρουμε πως θα νικήσουμε. Και πως η ζωή είναι μάχη, πείσμα και ελπίδα.

Εμείς. Που όταν κλαίμε, από τον ουρανό πέφτουν κατακόκκινες νιφάδες. Που όταν στην πηχτή αιθαλομίχλη της φτώχειας δεν βλέπουμε μονάχα τη μόλυνση του περιβάλλοντος αλλά και την τελετή λήξης της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας. Που, παρόλα αυτά, κρατάμε ζωντανή μέσα μας την ευχή αυτός ο κόσμος να αλλάξει κάποτε, παρόλους τους φόβους και τους ιερούς χρησμούς. Είμαστε οι φίλοι του Κεμάλ, αλλά δεν προχωράμε με φωτιά και με μαχαίρι στους δρόμους τα πρωινά. Δεν είμαστε νικημένα ξεφτέρια, είμαστε ανίκητοι αγωνιστές. Δεν κρατάμε ξίφη στα χέρια μας τις νύχτες, εμπιστευόμαστε μόνο τη δύναμη της σφιγμένης γροθιάς.

Εμείς. Ο αντίλαλος του τσαλαπατημένου ανίσχυρου που νιώθει και ξαναγίνεται ισχυρός. Οι διάδοχοι του χειμώνα, οι οπαδοί της άνοιξης. Ενώνουμε τις φωνές μας με τον λαθρεπιβάτη από το Πακιστάν, με τον κουρασμένο γέροντα από τα βάθη του χρόνου, με την καταπιεσμένη νοικοκυρά από το ημιυπόγειο και με το πεινασμένο παιδί από το γειτονικό σχολείο. Γινόμαστε όλοι μία και μοναδική φωνή. Τρομερή, σαν εκείνη τη λαλιά που κάποτε ξεσήκωνε καταιγίδες στην πλατεία και στα στενά. Μια φωνή που ακούγεται παντού, ταράζει, ξεβολεύει, εκνευρίζει, αντιστέκεται. Εμείς. Οι αντιρρησίες. Τα "μαλακισμένα" του 21ου αιώνα. Τα υπερβολικά. Το μπούμερανγκ στα μούτρα των ελεεινών. Η μόνη ελπίδα...

Μαρία Πετρίτση –συγγραφέας – «Δρόμος της Αριστεράς» 19/1/2013

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Το αντίο της μάνας στο γιο: "Aγαπημένε μου πρίγκηπα" | tsantiri
www.tsantiri.gr

«Αγαπημένε μου πρίγκηπα. Ετσι σε ένοιωθα από την πρώτη στιγμή που σε είχα μέσα στην κοιλιά μου. Από την αρχή που γεννήθηκες βιαζόσουν. Ο γιατρός είχε πει ότι θα γεννηθείς Αύγουστο και εσύ γεννήθηκες τον Ιούλιο. Ακόμα και μέσα στο νοσοκομείο είχες κερδίσει τις νοσοκόμες. Όταν ξεκίναγες να κλαις έτρεχαν όλες οι νοσοκόμες να σε πάρουν αγκαλιά γιατί δεν μπορούσε καμία να σου χαλάσει χατήρι. Αυτός είναι ζόρικος μου έλεγαν οι νοσοκόμες δεν θα τα τα βγάλεις εύκολα πέρα μαζί του. Είναι τσαμπουκάς και θα κάνει αυτό που θέλει.Τα κατάφερε και του έχουμε ολες αδυναμία.

Ετσι και έγινε. Από μικρός όπου και να ήσουν κέρδιζες τις εντυπώσεις. Ησουν πολύ όμορφος και το έλεγαν όλοι. Όταν τους χαμογελούσες νόμιζες ότι φωτίζει ο κόσμος γύρω. Από μικρούλι στην πλατεία που πηγαίναμε όλοι περιμένανε τον Σκάρο να παίξει μαζί τους. Όλα τα παιδάκια σε ακολουθούσαν. Τους έδινες χαρά. Στις τρέλες πρώτος. Αυτοκινητάκια, ποδήλατα, όλα τα παιχνίδια του Θεού στα πόδια σου. Ανοιγαν οι Ουρανοί και σε έβρεχαν με δώρα. Από μικρός ζωγράφιζες. Πάντα αποτύπωνες με τον δικό σου τρόπο αυτά που ένοιωθες μέσα σου με χρώματα και σχέδια. Εδειχνες να έχεις όνειρα για τον κόσμο. Ζωγράφιζες όμορφα πράγματα που έκανες τον άλλον να νοιώθει ότι υπάρχει και κάτι καλύτερο από αυτό που βλέπουμε. Στην εκκλησία παπαδάκι με χιλιάδες σκανταλιές και πειράγματα στους άλλους.

Όταν ερωτεύτηκες το πρώτο κοριτσάκι στο δημοτικό με είχες στείλει να τις πάρω λουλούδια για να τις τα πας. Της είχε γράψει ένα μικρό γραμματάκι ακόμα το φυλάω. Κύκλωσε με ναι η με όχι αν με θέλεις. Αν πεις ναι οκ αν πεις όχι δεν θέλω να σε ξέρω. Ακόμα γελούσες με αυτό το γραμματάκι. Ριψοκίνδυνος από μικρός, ποδήλατα, αργότερα σκετμπορντ και από τα 14 οδηγούσες αμάξι. Στο έδινε ο δεύτερος πατέρας σου όπως τον αποκαλούσες ο αγαπημένος σου φίλος ο Γιώργος ο Ιωαννίδης. Η μεγάλη σου αγάπη οι μηχανές και η ταχύτητα. Λες και ήθελες να πιάσεις τον χρόνο να τον σκλαβώσεις. Μάνα όταν τρέχω είμαι εγω είμαι ο εαυτός μου. Εγω φοβόμουν φώναζα αλλά το έπαιζα γενναία. Ήμουν περήφανη που δεν φοβόταν τίποτε.

Επειδή ήθελα να μάθεις πολλά πράγματα και να σε καλλιεργήσω όπως σου έλεγα συνέχεια. Από μικρό μέχρι και στα 15 σου χρόνια πήγαινες στο κυκλαδίτικο μουσείο και στην σχολή ζωγραφικής στην κυρία Πλαγιάννη την αγαπημένη σου δασκάλα έτσι την έλεγες και ηθελες να δώσεις Καλών Τεχνών. Φορούσες το παπιονάκι σου γιατί πάντα ήθελες να ντύνεσαι με γούστο και πηγαίναμε. Ελεγες καλημέρα σε όλους τους ανθρώπους στο μουσείο και μετά μια μεγάλη ζεστή αγκαλιά στην κυρία Γιαλουράκη στην δασκάλα σου. Πάντα έμενες τελευταίος για να βοηθάς τον κυριο Μίλτο για να καθαρίσετε τον χώρο. Μου έλεγες μαμά να αργήσεις να έρθεις να με πάρεις να πιείτε πολλούς καφέδες με τον κύριο Κώστα έχουμε δουλειά εδώ να φτιάξουμε τον χώρο που έχουμε λερώσει με τα παιδιά. Μετά πηγαίναμε στον κήπο και στο τέλος καταλήγαμε στο μοναστηράκι. Οποιον φτωχό έβλεπες ήθελες να του δίνεις χρήματα και να τον βοηθάς. Μαμά άμα μεγαλώσω θα φτιάξω ένα σπίτι και να βοηθάω τους γέρους και τους φτωχούς.

Τελειώνοντας το δημοτικό ο δάσκαλος σου ο κος Γιάννης Μαραγιάννης σε εμπιστεύτηκε και σου ανέθεσε να κάνεις όλα τα σκηνικά της θεατρικής παράστασης αλλά και να παίξεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Καραισκάκη. Ο δάσκαλος που είπε κυρία Μπέλλα το παιδί σας είναι ξεχωριστό. Δεν έχω συναντησει άλλο τέτοιο παιδί. Χρειάζεται ειδική μόρφωση και να το πάτε σε πολύ καλό σχολείο για να προχωρήσει. Εχει ιδιαίτερη ευφυία. Κύριε Γιάννη του λέω τον πήγαινα σε ιδιωτικό και έφυγε από μόνος του. Τελικά ακολουθώντας την συμβουλή του τον γράφω σε ένα καλό ιδιωτικό. Πήγαμε την πρώτη ημέρα και ο Γιάννης ήταν μαγκωμένος. Τον κάνανε αμέσως δεκτό. Την άλλη ημέρα στις 6 το πρωί έρχεται ο Γιάννης στο κρεβάτι μου γονατιστός και μου λέει μαμά θέλω να σου μιλήσω.

Σε παρακαλώ πέφτω στα πόδια σου σε ικετεύω. Μην με πας σε αυτό το σχολείο είναι όλα τα παιδιά βουτυρομπεμπαίδες εγώ θέλω να είμαι με τα παιδιά της αληθινής ζωής. Μαμά η ζωή είναι εκεί έξω και εγω θέλω να είμαι μέσα στα πράγματα. Ετσι πήγαμε στο γυμνάσιο το 47 της οδού Λευκωσίας. Και την πρώτη ημέρα κιόλας που πάτησες το πόδι σου πήρες αποβολή γιατί μαζί με τους κολλητούς σου ρίξατε αμπούλα στον καθηγητή έτσι για να σας θυμάτε. Μετά από μερικές ημέρες έγιναν εκλογές στο σχολείο και χωρίς καλά καλά να σε γνωρίζουν και για πρώτη φορά ένα παιδάκι που ήρθε σχεδόν από το δημοτικό έγινε Πρόεδρος όλου του σχολείου. Η ενέργεια σου μεγάλη, οι σκανταλιές σου ακόμα ποιο μεγάλες. Τσακωνόμαστε γιατί σου έλεγα ότι ήθελα να ήσουν ένα καλό παιδί στην κοινωνία. Και μου έλεγες μην στεναχωριέσαι ρε μάνα δεν κάνω τίποτε ταρακουνάω μόνο τα νερά αυτής της βαρετής κοινωνίας των πρέπει και του καθωσπρεπισμού. Πως εσύ που διαβάζεις πολύ και είσαι σ δεν το βλέπεις. Όλα είναι ψεύτικα εδώ από τις σχέσεις των ανθρώπων μέχρι ο κόσμος μας. Χαιρετούσες όλον τον κόσμο που σε έβλεπε φώναζες από μακριά αν δεν σε έβλεπαν. Πήγαινες κοντά τους φίλαγες τους ρώταγες τι κάνουν. Πάντα με το χαμόγελο με την πλάκα με την ζεστασιά με το φως που έδινες. Μερικές φορές τσακωνόσουν κιόλας. Εγω σου φώναζα και σε μάλωνα και μου έλεγες όπως μαμά δίνω την καρδιά μου χρειάζεται να τους τα λέω αμεσα και να μην κοροιδεύω για αυτά που νοιώθω. Ησουν πάντα ριψοκίνδυνος, δεν φοβόσουν τίποτε. Ανέβαινες στις μηχανές, έκανες σούζες, φλερτάριζες συνέχεια με τον θάνατο

. Ολο με ρωτούσες μαμά εσύ που τα ξέρεις αυτά και είσαι σοφή πές μου τι γίνεται μετά που πεθαίνουμε. Διάβασε εσύ που είσαι σοφή να μου πεις. Ψάξε και πές μου θέλω να ξέρω. Μαμά θέλω να ξαναβρεθούμε μου είπε μια μέρα κλαίγοντας δεν θέλω να σε χάσω ούτε εσένα ούτε τον μπαμπά ούτε την αδελφή μου ούτε την γιαγιά. Σας θέλω όλους ίδιους πάλι να είμαστε όλοι μαζί. Σε παρακαλώ αυτό δεν το αντέχω. Από μικρό σε απασχολούσε ο θάνατος λες και ήξερες ότι θα φύγεις νέος. Για αυτό πάντα βιαζόσουν. Μάνα γρήγορα που έλεγες δεν έχουμε χρόνο. Θέλω όλα να τα κάνω. Καλά παιδί μου σου έλεγα. Πάντα το ξέραμε και οι δύο μας από μέσα μας χωρίς όμως να το συνδοτοποιούμε ότι θα φύγεις. Πές μου μαμά πως είναι εκεί στον θάνατο. Ένα πέρασμα του έλεγα. Πάντα μαζί θα είμαστε μόνο το σώμα μας φεύγει όλα τα άλλα μένουν. Πάνω από όλα η αγάπη υπάρχει και την κουβαλάμε πάντα για αυτό αγάπα όσο μπορείς όλους και όλα. Μανούλα μου φώναζες από μακριά. Μαμά σε αγαπώ. Μου το έλεγες συνέχεια. Όταν τσακωνόμαστε μου έλεγες. Μαμά έλα να αγκαλιαστούμε δεν θέλω μούτρα σε παρακαλώ.

Πάντα ήσουν πατριώτης λάτρευες την Ελλάδα. Μάνα μου έλεγες δεν υπάρχει καλύτερο μέρος από την Ελλάδα. Όταν είχαμε πάει στην Αμερική και γυρίσαμε πίσω την πρώτη φορά μικράκι ήσουν ακόμα. Με το που πατήσαμε το πόδι μας στην Ελλάδα έσκυψες και φίλησες το χώμα. Σε έκαναν δεκτό σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στην Αμερική για τα σχέδια σου αλλά εσύ τελικά δεν πήγες. Είμαστε Αμερική όταν μάθαμε ότι σε κάλεσαν να πας στρατό. Πρώτη φορά έβλεπα παιδί να κάνει τόση χαρά. Πήδαγες και φώναζες ότι θα πας στον στρατό. Δεν κρατιόσουν με τίποτε. Εγω μέσα μου θλιβόμουν. Ενοιωθα ότι τα δικά μου όνειρα που νόμιζα ότι ήταν και δικά σου δεν θα γινόντουσαν ποτέ. Δεν αντέχω μακριά της μόνο εδώ είναι η ζωή μου έλεγες. Για αυτό πήγες στα αλεξίπτωτα. Τι να σας πως μου έλεγε ο Διοικητής αυτό το παιδί πριν προλάβουμε να ανοίξουμε την πόρτα αυτός πηδάεικαι δεν φοβάται τίποτε. Εγώ μαμά πρώτος θα βάλω την σημαία στην Αγιά Σοφιά θα τους νικήσουμε τους Τούρκους θα πάρουμε πίσω την πόλη. Θα μου την δώσει ο Θεός αυτή την χάρη. Μετά πήγες στην Αστυνομία και εκεί πάλι βγήκες μέσα στους πρώτους. Μετά έφυγες και από εκεί και ήθελες να κάνεις ναυτιλιακά.

Εμπιστευόσουν τους ανθρώπους, τους λάτρευες, τους φιλοξενούσες. Ερχόταν συρφετός στο σπίτι από νέα παιδιά καινούργια που ούτε καν τα ήξερα. Θύμωνα καμμιά φορά βρε γιαννάκη του έλεγα. Οποιον γνωρίζεις τον φέρνεις σπίτι. Ναι μαμά οι άνθρωποι είναι καλοί μην τους φοβάσαι εσύ μου τα έμαθες όλα αυτά. Τώρα τι έπαθες και είσαι αφιλόξενη.
Πακιστανοί, μαύροι όλος ο κόσμος. Μιλούσε Αλβανικά . Του έλεγαν έλα στην Αλβανία θα σε κάνουμε Πρόεδρο είσαι δικός μας άνθρωπος.

Μάλλον το ήξερες ότι θα φυγεις και ήθελες να ζήσεις. Πριν το ατύχημα κάθε ημέρα διασκέδαζες, έβγαινες, το τηλέφωνο χτύπαγε κάθε 2 λεπτά. Ηθελες να τους βοηθήσεις όλους. Μαμά βάλε μια από τις γνωριμίες σου να βοηθήσουμε τον τάδε φίλο τον άλλον τον παράλλο. Ότι είχες το μοιραζόσουν. Ότι του έλεγα για να κάνει το έλεγε παντού το μοιραζόταν, ήθελε να το δώσει και στους άλλους.
Ντυνόσουν πάντα με στυλ. Αγαπούσες τα παπούτσια, τα όμορφα ρούχα. Τις κολώνιες, τα γιαλιά ηλίου. Ολο αντάλλαζες ρούχα με τους φίλους σου.

Η μεγάλη σου αγάπη τα κορίτσια. Μαμά σε άλλη ζωή πρέπει να ήμουν μαχαραγιάς στην Αραβία. Για κοίταξε το λέει το ωροσκόπιο μου. Τις αγαπάω πολύ αλλά για κοίτα το χάρτη της ταιριάζω. Τον τελευταίο καιρό είχες γνωρίσει την Κωνσταντινούλα, Μαμά μου έλεγες εγώ εδώ θα αράξω και θα κάνω και ένα μωρό πρώτα τον Χριστάρα και μετά την Μπελλίτσα και αμα μπορέσουμε θα κάνω και τρίτο τον Μανωλάκη γιατί είναι και αυτός σαν πατέρας μου. Είμαι ευτυχισμένος μαζί της ταιριάζουμε. Το καλοκαίρι θα πάω στην Ελαφόνησο και μετά θα πάμε στην Ικαρία. Εκεί είναι η πατρίδα μου την λατρεύω θα χορεύω τον Καριώτικο.
Το ατύχημα έγινε στις 2.2 στις 2.10 τα ξημερώματα. Πάλεψες σαν παλλικάρι και κέρδισες την μάχη με τον θάνατο. Εχασες τον φίλο σου πήγες και έκανες τατουάζ στο χέρι με το όνομά του. Με ρώταγες μάνα που είναι ο Κώστας θα τον βρω για πες μας εσύ που ξέρεις τι θα γίνει. Μάνα πές μου για το πέρασμα που μου έλεγες θα τον βρω μετά. Ναι παιδί μου του έλεγα τίποτε δεν χάνετε.

Ολη σου την ζωή ήθελες την γρηγοράδα σαν να μην είχες καταλάβει ότι εδώ η ζωη στην γη είναι αλλοιώς. Αγαπούσες τις μηχανές γιατί σου έδινες την γρηγοράδα των Αγγέλων Είχες την πίστη και την αφέλεια των Αγγέλων. Εμπιστευόσουν τους πάντες. Φοβόσουν τον θάνατο επειδή είχες καταλάβει ότι εδώ είμαστε πεθαμένοι. Εκεί είναι η ζωή όχι εδώ.

Πήρες τόσο πολύ αγάπη από όλους. Κέρδιζες παντού όλοι σε αγαπούσαν και σε ήθελαν. Ηθελαν την παρέα σου το χαμόγελό σου. Μπορεί να μάλωνες αλλά στο τέλος συμφιλιωνόσουν. Μάνα μην θυμώνεις με κανέναν όλοι άνθρωποι είμαστε μου έλεγες.Είμαστε όλοι καλοί. Δειχνουμε κακοί και σκληροί από έξω για να προστατευόμαστε. Και εγω που σου φωνάζω και σένα και στον μπαμπά μέσα μου δεν αλλάζει τίποτε.Αλλά είσαι ξανθιά και με νευριάζεις και ο μπαμπάς τα ίδια. Αλλά να θυμάστε σας αγαπάω πολύ.

Συγνώμη αν σε έχω στεναχωρήσει μανούλα και όλους σας μου είπε την Κυριακή που ήθελε όπωσδήποτε να κοινωνήσει. Στην κοπέλα του είπε θέλω στην κηδεία μου να φοράτε όλοι άσπρα. Τι βλακείες λες του είπε η Κωνσταντίνα.Κάνε αυτό που σου λέω.

Αγόρι μου ήρθες από τον Παράδεισο κατευθείαν για να μας διδάξεις πως είναι εκεί. Για να μας ξυπνήσεις , να μας φωτίσεις, να μας δειξεις τον αληθινό κόσμο.

Ελεγα ο γιός μου και ΦΩΤΙΖΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΓΙΑ ΜΕΝΑ. ΕΛΕΓΑ ΘΑ ΣΑΣ ΓΝΩΡΙΣΩ ΤΟΝ ΓΙΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΝΑ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΣΕΤΑΙ. ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥ ΗΡΘΕΣ ΚΑΙ ΜΟΥ ΕΚΑΝΕΣ ΤΟ ΠΟΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΩΡΟ. ΕΙΜΑΙ Η ΠΟΙΟ ΤΥΧΕΡΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. ΖΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΖΕΙΣ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ.
ΣΥΝΤΟΜΑ ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ. ΣΤΟ ΑΛΛΟ ΣΥΜΠΑΝ ΟΠΩΣ ΣΟΥ ΕΛΕΓΑ
Η ΠΕΜΠΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ. ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙΩΣ ΤΟ 2012 ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕΣ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ. ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΣΟΤΗΤΑ.

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΒΑΘΕΙΑ ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΑΝΑΤΟΣ. ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΑΣΜΑ. ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΟΥ ΕΛΕΓΑ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙΩΣ. ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΑ ΗΞΕΡΑΝ ΟΛΑ. ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΕΙΧΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.

ΘΕΛΩ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΤΕΤΡΙΜΜΕΝΗ ΜΟΥ ΚΑΡΔΙΑ ΝΑ ΠΩ ΟΤΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΩΡΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΦΗΝΕΙ Ο ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ. ΑΝΟΙΞΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΑΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΚΑΙ ΑΓΑΠΑΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΑ ΘΥΜΟ Η ΜΕ ΕΙΧΑΝ ΒΛΑΨΕΙ.

ΣΥΓΝΩΜΗ ΑΝ ΕΧΩ ΠΛΗΓΩΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΠΟ ΕΔΩ ΠΟΥ ΕΙΣΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΕΜΕΝΟΙ.
ΓΙΕ ΜΟΥ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΗΡΘΕΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ Μ ΟΥ ΦΩΤΙΖΕ ΜΑΣ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ»

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

μ{π}εσα στην οργη

Λενε πως οι λεξεις πλαθουν συνειδησεις..
Λενε πως μπορουν να σου τεμαχισουν την καρδια σα κοφτερο λεπιδι σε χιλια μικρα κομματια.
Πως μπορουν να σου γλυψουν το μυαλο και να καθαρισουν καθε ακαθαρτη σκεψη φερνωντας σου τη λυτρωση.
Μπορουν να σε κανουν να αγαπησεις,να μισησεις,να κλαψεις,να αδιαφορησεις.
Να ταυτιστεις,να μειδιασεις,να μουδιασεις,να ουρλιαξεις.
Ετσι λενε.
Οι ανθρωποι.Οι λεξεις.Οι σκεψεις, οι αναρχα τοποθετημενες η οι με προμελετημενο μοτιβο ανακατασκευασμενες.
Λεξεις,προτασεις,αραδες.
Στο διαολο να πανε ολα.
Αγαπω και μισω τον κοσμο.Ξερω ειναι καιρος να επιλεξω,μα κατι δε με αφηνει.
Δεν μπορω.
Οποιος ειπε ''δεν υπαρχει δεν μπορω, υπαρχει δε θελω'' ,διαολε πηγαινε και απο αυτον μια βολτα.
Θελω να πεταξω.Μπορω;Προφανως οχι.
Δε θελω να σε δηλητηριασω με την οργη μου,δε θελω να σε κανω μηδενιστη,δεν ειμαι τιποτε περισσοτερο,τιποτε λιγοτερο απο εσενα.
Ιδιο αιμα κυλαει στις φλεβες μας.
Δεν μπορω να σε κανω τιποτα.Πρωτον γιατι δεν εχω το δικαιωμα και δευτερον γιατι απλα δε θελω.

Σε σενα ανθρωπε που σε μισω θανασιμα.
Που εχεις προδωσει τον εαυτο σου,τη φυση και τους αλλους ανθρωπους υπνωτισμενος απο το ανεαο κυνηγι σου με το χρημα.
Που για σενα το να βλεπεις παιδια να πεθαινουν επειδη πεινανε στις ειδησεις δε σου κανει τιποτα πια.Ναι ξερω χοντρομαλακα φαε αλλη μια μπουκια.
Εκει,μην αλλαξεις θεση,μπροστα στον πιο πιστο σου συντροφο,το τετραγωνο χαζοκουτι.
Φαε αλλη μια μπουκια πλαστικο φαι,μπροστα στη θεα του θανατου.Χορτασες θανατο;
Μη ξεχασεις να χωνεψεις το ψ-αιμα σου με μια δοση κοκα-κολα.
Ναι σε σενα απευθυνομαι που εχεις ξεχασει να κανεις ονειρα...
και τα μονα ονειρα που κανεις ειναι τα μασημενα, κονσερβοποιημενα, ετοιμα ονειρα που σα ζομπι χαφτεις μπροστα απο την τι; Βι. - Γι.δι !
Κανε ααα.Φαε ενα ονειρο μαλακα.
Εγω ξερω.. γιατι τις νυχτες ξυπνας με κρυο ιδρωτα.
Σε σενα που εχεις ξεχασει τι θα πει δημιουργια και βρισκεις ευχαριστηση μονο μεσα απο την καταστροφη.
Μεγαλωνεις με πολεμικα παιχνιδια,τη βρισκεις να βλεπεις ανθωπους να αλληλοσκοτωνονται σε ταινιες, που οι 'ανθρωποι' που τις απαρτιζουν ειναι αυτοι που κανεις προτυπα,κανεις ειδωλα -αν εχεις το θεο σου- ..Υπαρχει θεος;
και οταν δεν μπορεις να το δεις το κανεις στη ζωη σου.
Καταστρεφεις ο,τι αγγιζεις,δεν μπορεις να αγαπησεις κανεναν περα απο τον εαυτο σου -αν μπορεις να το κανεις και αυτο-...Και επειδη ΔΕΝ μπορεις ...
Καλυπτεις τη βρωμα σου με ακριβα αρωματα,αλλα τα σκατα παντα μυριζουν.
Παστωνεις την ασχημια σου με τονους μεικ-απ,αλλα οι γαζες που σε εχουν τυλιξει,λιγο να φυσηξει πεφτουν και τοτε φαινεται ολο το μεγαλειο σου,παλιομουμια.
Καλυπτεις το κενο μεσα σου με την καταναλωτικη μανια σου.
Μικρο κενο σημερα;Ενα καινουργιο κινητο θα το καλυψει.
Νοιωθω αδειος τι να κανω;
Ενα καινουργιο αυτοκινητο να παρεις.!Θα σε ανανεωσει.
Μιζερε,τιποτενιε,βλακα.
Ναι σε σενα απευθυνομαι ειτε εισαι αντρας ειτε γυναικα, δε με νοιαζει.
Μπουχτισα πια.Επιφανεια.
Ψευτοκουλτουρα και δηθενισμο.
Θα μαθω τα παντα για τη λογοτεχνια θα μαθω τα παντα και ακομα περισσοτερα για τη μουσικη και θα γινω Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ,οχι γιατι γουσταρω.Οχι γιατι με καυλωνει,αλλα απλα να...
Γιατι πρεπει να ειμαι ο καλυτερος.
Γιατι;
Μα για να ερχομαι πρωτος φυσικα.
Φαινεσθαι και εγωκεντρισμο.
Θα φοραω το πιο ακριβο κοστουμι της αγορας και ας εχει ραφτει καπου στις Φιλιππινες..
απο μικρα παιδια. για μια κουπα ρυζι.
Στα αρχιδια μου.Δικα μου παιδια ειναι;
Γιατι και στα δικα σου παιδια ΒΛΑΚΑ φερεσαι καλυτερα;
Βγαλε ολα τα απωθημενα σου,ολους τους κομπλεξισμους σου πανω στο παιδι σου οταν δεν μπορεις να το κανεις ρεπλικα του εαυτου,γιατι δε δεχεσαι οτι κατι ΔΙΚΟ ΣΟΥ, το ιδιο σου το παιδι μπορει να σκεφτει ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ.
-ΧΩΡΙΣ Ε Ε εμενα;;;;;
Δικο σου ε;Ναι,ναι το δικο σου παιδι.
Για να μπορεις να το πλασεις καθ'εικονα και ομοιωση σου ε μικρε θεουλη;
ΥΠΑΡΧΕΙ υπαρχει ΘΕΟΣ! -ειχα ρωτησει πιο πανω-.
Πως να μην υπαρχει οταν φερεται σαν θεος.
Φερεται στα παιδια του σα θεος,
στον πλανητη σα θεος,
στα υπολοιπα πλασματα του πλανητη σα θεος.
Αει στο διαολο θεε.
Σε σενα 'ανθρωπε' λοιπον που σε μισω και λυπαμαι που δεν μπορω να σε αγαπησω,δε θελω να σε αλλαξω.
Εισαι καταδικασμενος.
Μια μετρια ζωη και απο κει που ρθες.Στο διαολο δηλαδη...
Δε δεχομαι οτι κοιμασαι,προσποιεισαι οτι κοιμασαι.
Αν δεν θελεις να ξυπνησεις,αν δε θελεις να δεις οτι ο κοσμος που με τοσο παθος τοσα χρονια πρεσβευεις εχει τα θεμελιωθει πανω σε σκατα και το ιδιο εισαι και εσυ δικαιωμα σου.
Αλλα αν το κανεις...
Αν αποφασισεις ποτε και το κανεις...
Δε θα σου πω εγω τι θα δεις.
Γιατι ουτε εγω ξερω...
Στον ιδιο σκατενιο κοσμο με σενα ζω.
Αλλα εγω παραλληλα ειναι φορες που αγαπω τον κοσμο.
Και ειναι τοτε.
εκεινες τις νυχτες...
που δε με λουζει κρυος ιδρωτας..
και τοτε εχω τα πιο ομορφα ονειρα...
Σ