Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

Ειναι αδιανοητο।Καθε μερα ακουω και κατι με εξοργιζει βλεπω συνεχεια την καταπατηση των κεκτημενων και της αξιοπρεπειας।Σημερα ακουσα παλι απο μια μητερα που νοσηλευοταν το παιδι της στο νοσοκομειο Παιδων οτι δεν ειχε ουτε μαξιλαριγια το κρεββατακι της।
Αν ειναι δυνατον ।Ποιος θα το φαναταζοταν?
Ο καθε πολιτης αυτης της χωρας εκτος βεβαια απο τους πολιτικους πληρωνει την εφορια του, γινεται κρατηση μισθου για την ασφαλεια του, πληρωνει Φ।Π।Α।στα προιοντα που αγοραζει καθημερινα। Δικαιολογειται να κελινουν σταθμοι για παιδια με ειδικεες αναγκες? να μην υπαρχουν συριγγες? μαξιλαρια? πανες στα μαιευτηρια ?φαρμακα στα νοσοκομεια? Ειναι δυνατον να μην εχουμε τα στοιχειωδη να ισοπεδωνεται η αξιοπρεπεια μας?
Πως φτασαμε λοιπον σε ολο αυτο? Γιατι χρωσταω εγω και τα παιδια μου αφου ποτε μα ποτε δεν εκλεψα το κρατος και το μεγαλυτερο μερος του πληθυσμου επισης !
Γιατι ηρθαν καποιοι αλητες, με παραμυθιασαν , πατησαν πανω στα ονειρα μου για ενα καλυτερο αυριο। Παντα ψεμματα, ποτε την αληθεια δεν μου ειπαν !
Τωρα ερχονται και λενε οτι χρωσταω। Εγω δεν χρωσταω χρηματα σε κανεναν।
Δεν εκλεψα κανεναν , δεν ειπα ψεμματα σε κανεναν। Παντα ημουν σωστη στις υποχρεωσεις μου । Ειναι αυτονοητο λοιπον οτι θελω να δω τους καρπους των κοποων μου।
Αυτοι οι αχρηστοι της Βουλης , οι ψευτες και οι αλητες, που ακομη και τωρα δεν τολμουν να πουν την αληθεια πρεπει να μας δωσουν πισω αυτα που μας χρωστανε।
Πηραν τα χρηματα τα δικα μας και τα επενδυαν στην επιχειρηση τους,νομιζουν οτι η Ελλαδα ειναι εταιρια τους , που τα κερδη της πρεπει να μπαινουν στις τσεπες τους।
Δεν γνωριζουν οτι οποιος αναλαμβανει αυτες τις θεσεις ειναι λειτουργος। Πραττει δηλαδη για το κοινο καλο και οχι για προσωπικο του οφελος। Δεν εχουν καταλαβει οτι τρωνε καθημερινα τα δικα μας λεφτα। Εμεις πληρωνουμε το γευμα τους , το σπιτι τους, το τηλεφωνο τους, το αυτοκινητο τους, το μισθο τους।
Ε!! λοιπον ΤΟΥΣ ΑΠΟΛΥΟΥΜΕ !!!!
Θα τους δειξουμε πως λειτουργει η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ !!!
πως πρεπει να κινειται το χρημα και πως γινεται η οικονομια και η αναπτυξη । Εμεις ζουμε με εφτακοσια ευρω και οχι αυτοι।
Εμεις ξερουμε ποια ειναι τ'απαραιτητα ।
Εμεις εχουμε αξιοπρεπεια και ΦΙΛΟΤΙΜΟ।
Αυτοι ειναι δολοφονοι των παιδιων μας, της ζωης μας , των ονειρων μας।!!!

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

ΑΓΑΠΗ

Καθημερινά βλέπουμε και ζούμε καταστάσεις που δεν καταλαβαίνουμε ή καλύτερα δεν μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί συμβαίνουν. Πχ. Βλέπουμε έναν άνθρωπο να φωνάζει και να αντιδρά προκλητικά για κάτι ασήμαντο, όπως γιατί κάποιος τον σκούντησε στο δρόμο ή γιατί βιάζεται με το αυτοκίνητό του και δεν τον άφησε ο άλλος να περάσει πρώτος. Αυτό βέβαια δεν είναι τόσο σοβαρό ώστε αυτός ο άνθρωπος να αντιδρά με αυτόν τον τρόπο. Πίσω απο όλα αυτά τι κρύβεται; Μήπως παράνοια; ή πολύ οργή και πίεση από την καθημερινότητά του; Μήπως κρύβονται άλλα συναισθήματα που δεν μπορεί να εκφράσει; Δεν τον ακούν ή δεν θέλουν να τον ακούσουν οι άνθρωποι που θεωρεί σημαντικούς γι΄αυτόν; Η μήπως πίσω από όλα αυτά κρύβεται ένας υπέρμετρος εγωισμός; Μήπως υπάρχουν άλλα συναισθήματα ανεκπλήρωτα; Μπορεί βέβαια να είναι όλα αυτά τα μήπως μαζί.

Το βέβαιο είναι ότι αυτός ο άνθρωπος ή καλύτερα όλοι οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι. Αυτή την λέξη την ακούμε πολύ συχνά και μάλλον είναι στόχος ζωής. Αν ρωτήσεις τον κάθε άνθρωπο χωριστά, θα ακούσεις σχεδόν τα ίδια πράγματα, υγεία (το πρώτο από όλα), χαρά και ευτυχία. Στα δύο πρώτα είμαστε σίγουροι και δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε γιατί δεν εξαρτώνται απόλυτα από εμάς. Την ευτυχία την έχουν ξέχωρα, δηλαδή σαν να μην συμπεριλαμβάνονται στην ευτυχία τα δύο προηγούμενα. Επίσης θα ακούσουμε και την λέξη αγάπη. ΄Άλλη μια λέξη που αν ρωτήσεις μερικούς ανθρώπους πως καταλαβαίνουν αυτή την λέξη θα κολλήσουν και δεν θα μπορούν να την ερμηνεύσουν, δεν θα μπορούν να μιλήσουν, γιατί ίσως δεν την έχουν αισθανθεί.

Αν σκεφτούμε πόσες φορές την έχουμε ακούσει και τι αισθανθήκαμε κάθε φορά που την ακούσαμε θα καταλάβουμε αν ήταν αληθινή. Ισως ,αν σκεφτούμε και πόσες φορές την είπαμε εμείς οι ίδιοι και πως αισθανθήκαμε.

Η πραγματική αγάπη δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που σου δίνει ηρεμία, φτερά για να πετάς, χαρά για να δίνεις χωρίς να ζητάς τίποτα, σου αρκεί μόνο να προσφέρεις και αυτό είναι αρκετό. Δέχεσαι την επιλογή των άλλων και είσαι χαρούμενος γι΄αυτό γιατί ξέρεις ότι θα είναι και εκείνοι χαρούμενοι. Αλήθεια πόσοι άνθρωποι το κάνουν αυτό; Πόσοι προσφέρουν χωρίς να ζητούν τίποτα; Αυτό που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή είναι πως μόνο ο Θεός αγαπά ειλικρινά γιατί τελικά μόνο εκείνος μας αφήνει να επιλέγουμε σύμφωνα με την ψυχή μας και πάντα είναι κοντά μας όταν τον θελήσουμε πραγματικά. Όταν του μιλήσουμε μέσα από την ψυχή μας. Είναι σίγουρο πως θα μας ακούσει και θα μας δείξει το δρόμο, θα μας δείξει το ΦΩΣ.

Αυτή για μένα είναι η πραγματική αγάπη.

Ας σκεφτούμε την πιο δυνατή αγάπη που λέμε εμείς οι άνθρωποι, εννοώ την αγάπη της μάνας προς το παιδί της. Ξέρουμε και έχουμε ακούσει όλοι, ότι υπάρχουν μητέρες που έχουν εγκαταλειψει τα παιδιά τους από την στιγμή που γεννήθηκαν. Εχουμε ακούσει για μητέρες που τα εκμεταλεύονται δηλαδή τα φέρνουν στον κόσμο και τα δίνουν σε ανάδοχες οικογένειες για να εισπράξουν χρήματα. Εχουμε ακούσει για μητέρες που ενώ γνωρίζουν ότι οι πατεράδες τους τα κακοποιούν κάνουν τα στραβά μάτια και σιωπούν για να μην χαλάσουν την υποτιθέμενη οικογένεια, για το τι θα πεί ο κόσμος, για λόγους πάθους, όπως γιατί δεν μπορούν οι ίδιες χωρίς αυτούς, ή και για οικονομικούς λόγους.

Εχουμε ακούσει για περιπτώσεις που απεγνωσμένα κάποιες γυναίκες προσπαθούν να κάνουν παιδιά για να αισθανθούν το αίσθημα της μητρότητας και μετά αγκομαχούν από την πίεση της καθημερινότητάς τους, αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή που έκαναν παιδιά. Εδώ λοιπόν είμαστε όλοι βέβαιοι ότι δεν υπάρχει αγάπη.

Ας σκεφτούμε όμως και τις άλλες μητέρες που δίνουν ότι έχουν στα παιδιά τους, ζούν γι΄αυτά και μόνο μέσα από αυτά. Γι΄αυτές τις μητέρες είμαι σίγουρη πως όποιον και να ρωτούσα θα έλεγε ότι είναι οι καλύτερες, οι ιδανικές. Είναι πραγματικότητα όμως αυτό? Όταν ένα μωρό από την κούνια ακόμα κλαίει, δεν θέλει να κοιμηθεί και εκείνη με το ζόρι προσπαθεί να το κοιμήσει ,γιατί έτσι νομίζει ότι είναι σωστό, οταν δεν θέλει να φάει όλο το φαγητό και το πιέζει, δεν της αρκεί το μισό, όταν το αφήνει στην τηλεόραση με τις ώρες για να μην της είναι εμπόδιο στις δουλειές της, όταν δεν το ρωτά ποτέ τι θέλει να κάνει, πως νιώθει αλλα μονίμως του επιβάλλει το σωστο,κατά τη δική της γνώμη, όταν στο σχολείο είναι μέτριος μαθητής ή κακός και το απορρίπτει φέρνοντας παραδείγματα άλλων παιδιών, όταν συγκρίνει τα ίδια της τα παιδιά μεταξύ τους, όταν έχει αδυναμία σε ένα περισσότερο από το άλλο, όταν θέλει να δειχτεί μέσα από τα παιδιά της, (σχολείο, πανεπιστήμιο, αθλητισμό, εργασία κλπ.), όταν περιμένει από εκείνα ανταμοιβή όπως να την γηροκομίσουν, όταν ευχαριστιέται με το να βλέπει ότι λαμβάνουν εκείνη υπόψη τους ή ακόμα και να καταφέρνει να τα επιρρεάσει στην επιλογή τους γιατί έτσι πιστεύει ότι την αγαπούν ή ότι πέρασε το δικό της. Όταν αυτή η μάνα κάθεται στο σπίτι και γίνεται υπερπροστατευική, όλη την ημέρα ασχολείται με την οικογένειά της, αυτή η μητέρα τελικά αγαπά πραγματικά τα παιδιά της? Η τα πνίγει με την υποτιθέμενη αγάπη της? Δέχεται τις επιλογές τους και τα στηρίζει? Τι αρχές τους δίνει? Τι εφόδια και τι παραδείγματα για το μέλλον τους?

Μήπως μιλάμε εδώ για εγωισμό και όχι για αγάπη? Μήπως θέλουν τα παιδιά τους να εκπληρώσουν τα δικά τους όνειρα και να εκπληρωθούν οι επιθυμίες τους μέσω αυτών αφού οι ίδιες δεν τα κατάφεραν?

Θα μου πείτε ότι η κάθε μια μητέρα αλλά και πατέρας κάνουν ότι καλύτερο για τα παιδιά τους. Τόσο μπορούσαν τόσο έκαναν. Τελικά μήπως αυτή είναι και η πιο εύκολη απάντηση για να αποφύγουμε τις ευθύνες των όσων έχουμε πράξει? Πόσο τελικά τα βοηθάμε για να βρούν αυτό που πραγματικά θέλουν και να σεβαστούμε την επιλογή τους όπως και να την στηρίξουμε έστω και αν αυτό σύμφωνα με εμάς δεν είναι σωστο.

Πότε τελικά του δείξαμε την πραγματική αγάπη? Πότε τους μιλήσαμε γι΄αυτή? Πως λοιπόν οι άνθρωποι να πράτουν σε αυτή σε όλα τα επίπεδα? Όταν από την αρχή της γέννησης ενός παιδιού φροντίζουμε να εξαφανίζουμε κάθε ίχνος της? Πως περιμένουμε να είναι ευτυχισμένα όταν από μικρά ακόμα τα κάνουμε εγωιστές, για παράδειγμα αυτό είναι δικό σου παιχνίδι, την το δίνεις σε άλλα παιδιά γιατί θα στο σπάσουν, εσύ είσαι καλύτερος από αυτόν ή δεν μπορεί να πει αυτός για σένα τίποτα, εσύ θα έχεις καλύτερα πράγματα από τον άλλον, για να γίνεις δυνατότερος για να κάνεις τους άλλους ότι θέλεις, για να κερδίσεις ότι χρειάζεται πρέπει να πατήσεις επί πτωμάτων, να σε υπηρετούν οι άλλοι, μην είσαι χαζός.

Πώς έτσι ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπήσει πραγματικά όπως προανέφερα?

Που μάθαμε την αγάπη , ώστε να μπορούμε να πραξουμε σ’αυτην? Είναι κόσμος αγάπης αυτός που ζούμε?

Όταν βασικές έννοιες, όπως η αγαπη, δεν μπορουμε να τις ερμηνεύσουμε γιατί απλως δεν τις γνωρίζουμε .

Ποιος μπορεί να πράξει αληθινά σε κάτι που δεν γνωρίζει? Και ποιος μπορεί να μιλήσει για αληθινή αγάπη? Υπάρχει κάπου?

Μόνο κάποια θαμπά ίχνη της έχουν μείνει ,διάσπαρτα εδώ κι εκει, που περιμένουν τη σύνθεση τους.

Μαρια

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

ΚΙΡΑΝΑ -Η χώρα του αλλού- 2ο Μερος- Το ταξίδι

  2ο μέρος  
                                                     Το ταξίδι 




Κάθε βράδυ είχαν συνάντηση στο κρησφύγετό τους. Ήταν μια σπηλιά, που την είχε ανακαλύψει η Κίρα όταν τυχαία έκανε βόλτα με το ποδήλατό της στην περιοχή αυτή. Είχε ακολουθήσει ένα αδέσποτο σκυλί στην παραλία και αυτό την οδήγησε μέσα στη σπηλιά που ήταν αδύνατον να τη βρει κανείς με γυμνό μάτι. Είχε, γύρω, στα δέκα μέτρα βάθος και πέντε μέτρα από την είσοδο της σπηλιάς έσκαγε η θάλασσα. Εκεί συνήθιζαν τα βράδια να αναλύουν και να επεξεργάζονται τις πληροφορίες που είχαν μαζέψει την ημέρα.
          Η βραδυνή τους συνάντηση γινόταν στις οκτώ. Και ήταν πάντοτε, όλοι τους, στην ώρα τους. Χωρίς καμία καθυστέρηση. Ένα βράδυ, όμως, η Κίρα άργησε χωρίς να έχει ειδοποιήσει κανέναν πριν. Αυτό τους φάνηκε περίεργο στην αρχή αλλά δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία. Θεώρησαν ότι κάτι θα της είχε τύχει. Την περίμεναν για λίγο και αφού είδαν ότι δεν ερχόταν, ο Κοράν κήρυξε την έναρξη της συνάντησης λέγοντας ότι η Κίρα κάποιο πρόβλημα θα είχε και αργά ή γρήγορα θα εμφανιζόταν. Όμως η συνάντηση προχώρησε, δεν οδήγησε πουθενά και η Κίρα δεν είχε εμφανισθεί.            Έτσι αποφάσισαν να φύγουν. Θα έβρισκαν την Κίρα το πρωί και θα μάθαιναν νέα της. Αλλά την τελευταία στιγμή, η Κίρα, λαχανιασμένη, εμφανίσθηκε στην είσοδο της σπηλιάς. Τόσο λαχανιασμένη, που σχεδόν κόντεψε να λιποθυμήσει.
       - Ευτυχώς που σας πρόλαβα. Δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω και το ποδήλατό μου στο τέλος δεν τράβαγε. Κουράστηκα πολύ…
       Τη βοήθησαν να καθίσει στην πέτρα της, γιατί καθένας τους είχε την καρέκλα του. Βασικά την πέτρα του. Κάθε καρέκλα ήταν και μια πέτρα που είχε διαλέξει ο καθένας για τον εαυτό του, όπου με μπογιά είχε γράψει και το όνομά του. Αυτές οι καρέκλες τους είχαν τοποθετηθεί κυκλικά, ώστε να βλέπουν ο ένας τον άλλον. Την ιδέα την είχαν δανειστεί από το παραμύθι του Βασιλιά Αρθούρου και της στρογγυλής τράπεζας και είχαν φτιάξει και ένα στρογγυλό τραπέζι από ξύλο, το οποίο είχαν «κλέψει» από ένα ξυλουργείο. Για βάση του τραπεζιού είχαν χρησιμοποιήσει, τι άλλο από, διάφορες πέτρες!
          - Τι έγινε; τη ρώτησε ο Κοράν.
Όλοι είχαν ανοίξει διάπλατα τα αυτιά τους και περίμεναν την ιστορία της. Αισθανόντουσαν ότι η Κίρα κάτι σημαντικό είχε να τους πει. Εκείνη προσπαθούσε ακόμα να βρει το ρυθμό της. Έπαιρνε συνεχώς βαθιές αναπνοές και κάποια στιγμή άρχισε να τους διηγείται την ιστορία της.
         - Είχα πάρει το δρόμο του πάρκου με τις κόκκινες κούνιες και ένας γέρος, ένας πολύ όμορφος γέρος, με μούσι και πράσινα μάτια, καλοστεκούμενος, μου έκανε νόημα να σταματήσω. Καθόταν σε ένα παγκάκι και μου ζήτησε να κάτσω δίπλα του. Στην αρχή κίνησα να φύγω αλλά τότε μου φώναξε ότι αν ήθελα να βρω την Κιράνα θα έπρεπε να ακούσω την ιστορία του. Συγκλονίστηκα και για μια στιγμή τα έχασα. Αλλά αποφάσισα να μείνω, γιατί το πρόσωπό του μου έλεγε να τον ακούσω. Ήταν μεγάλη ιστορία και νομίζω αληθινή. Για αυτό άργησα και ήθελα να σας προλάβω. Να σας την πω σήμερα. Είμαι χαρούμενη γιατί είμαι σίγουρη ότι ο δρόμος για την Κιράνα άνοιξε. Αλλού ψάχναμε και αλλού ήταν. Θέλετε να ακούσετε την ιστορία;
          Η ερώτηση, φυσικά, ήταν περιττή. Και βεβαίως η ώρα δεν είχε καμία σημασία. Είναι αυτό που λέμε, σταματά ο χρόνος μερικές φορές… Η Κίρα ξεκίνησε την ιστορία του γέρου. Στο τέλος όλοι είχαν μείνει άφωνοι.
         - Απίστευτο! Η Μάλι δεν μπόρεσε να κρατήσει κρυφό τον ενθουσιασμό της.
         - Αυτό δεν θα μπορούσε να το φανταστεί κανείς, συμπλήρωσε ο Ανος.
         - Αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή τότε δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Θα πρέπει αύριο το πρωί να μπει σε εφαρμογή η φάση νούμερο δύο, δηλαδή αμολάμε τις δικαιολογίες, παίρνουμε από ένα σάκο ο καθένας και φεύγουμε. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν αμέσως με τον Κοράν, εκτός από το Λίνο. Είχε τους δισταγμούς του.
         - Δεν ξέρω, δεν είμαι έτοιμος. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να φύγω από το σπίτι για αυτό το ταξίδι.
Έδειξε φανερά στενοχωρημένος. Και λέγοντας αυτό, γνώριζε ότι εκείνη τη στιγμή μόλις είχε παραβεί τη μεγαλύτερη υπόσχεση που είχε δώσει στη ζωή του. Ο Κοράν δεν άφησε κανένα να μιλήσει. Πήρε την πρωτοβουλία να θυμίσει στο Λίνο τις υποχρεώσεις του. Αυτό το θεώρησε, για εκείνη τη στιγμή, καθήκον του ως αρχηγός.
         - Η Σινίτρα είναι πάνω από όλα. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας και αυτό τον κανόνα δέχθηκες όταν έγινες μέλος της. Τον θυμάσαι; Δεν θέλω να σε πιέσω αλλά αυτό τον κανόνα τον δεχθήκαμε όλοι εδώ. Και σε αυτό τον κανόνα πιστεύουμε όλοι. Αν σπάσει αυτός ο κανόνας, τότε αυτή η παρέα θα διαλυθεί και η Σινίτρα δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Εξάλλου τι θα γίνει διαφορετικό για σένα από ότι θα γίνει για εμάς; Ότι και να γίνει όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Θα σε βοηθήσουμε. Στη Σινίτρα ό ένας βοηθάει τον άλλον. Λοιπόν, μήπως θέλεις να το ξανασκεφτείς;
Ο Λίνος είχε χαμηλώσει το κεφάλι του και με ένα ξύλο ζωγράφιζε διάφορα σχέδια στην άμμο της σπηλιάς. Μονολογούσε…
          - Έχει και ένα χέρι, ούτε αρκούδα δεν έχει τέτοιο χέρι…
Η Μάλι τον χάιδεψε στο κεφάλι και προσπάθησε να πάρει λίγη από τη στενοχώρια του.
          - Μη ζορίζεσαι. Σημασία έχει, ότι κάνουμε, να θέλουμε να το κάνουμε. Πολλές φορές τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Ο Κοράν έχει υποχρέωση να σου πει ότι σου είπε. Αλλά και μόνοι μας θα τα καταφέρουμε. Απλά σε χρειαζόμαστε. Και πάνω από όλα σε θέλουμε. Δεν βρίσκεσαι τυχαία στη Σινίτρα. Για να είσαι εδώ σημαίνει ότι κάτι έχεις να μας δώσεις και αυτό το χρειαζόμαστε. Αλλά και πάλι αν δεν μπορείς, θα το καταλάβουμε. Αλλά νομίζω ότι όποιος πραγματικά θέλει να κάνει κάτι, μπορεί και βρίσκει τον τρόπο για να το κάνει.
Ο Λίνος άρχισε να δακρύζει.
         - Θέλω πολύ να έρθω, το ξέρετε. Αλλά ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός. Σκέφτομαι το ξύλο που θα φάω μετά και δεν μου αρέσει. Οι δικοί σας γονείς το πολύ, πολύ να σας βάλουν μια τιμωρία, αλλά ο δικός μου ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Θα με σαπίσει στο ξύλο όταν γυρίσω.
        - Είσαι σίγουρος; Αν βρούμε την Κιράνα κανείς δεν θα τολμήσει να σε αγγίξει. Θα είμαστε τα ποιο διάσημα παιδιά στον κόσμο. Ούτε και αυτός ο πατέρας που λες θα τολμήσει να σε αγγίξει. Δεν πηγαίνουμε κάποιο τυχαίο ταξίδι. Την Κιράνα ψάχνουμε. Και ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει Κιράνα. Για σκέψου το λίγο.
Αυτή η προσέγγιση του Κοράν τον έκανε για μια στιγμή να ξεχάσει τις προηγούμενες σκέψεις και ήταν έτοιμος να δώσει το χέρι, αλλά μια ερώτηση του ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό.
         - Και αν δεν την βρούμε; Τι θα γίνει αν δεν την βρούμε; Τότε θα πέσει το ξύλο της αρκούδας. Και πραγματικά ο πατέρας μου είναι σαν αρκούδα και έχει και ένα χέρι που να σας λέω...
Τα παιδιά γέλασαν. Γνώριζαν τον πατέρα του και το χέρι του. Ο Λίνος στις περιγραφές του ήταν ακριβής. Έλεγε, ακριβώς, αυτό που εννοούσε. Οι εικόνες του ήταν, σχεδόν, πραγματικές.
          - Εντάξει. Αύριο το πρωί στις οκτώ εδώ. Με τους σάκους μας. Αν ο Λίνος δεν θελήσει να έρθει το καταλαβαίνουμε και θα ξεκινήσουμε οι υπόλοιποι. Αν όμως αποφασίσει να έρθει μαζί μας, τότε στις οκτώ. Οκτώ και δέκα έχουμε φύγει, αφού πρώτα βεβαιωθούμε ότι έχουμε πάρει ότι χρειαζόμαστε.
         Η απόφαση είχε παρθεί. Ο κύβος ερίφθη. Κίνησαν για το σπίτι τους, ο καθένας με το ποδήλατό του, όπως είχαν έρθει. Συνήθιζαν να φεύγουν ένας, ένας και όχι όλοι μαζί για να μην γίνονται «κράχτης». Τη σπηλιά δεν τη γνώριζε κανείς, εκτός από τα μέλη της Σινίτρα. Ήταν το μυστικό τους αρχηγείο. Εκεί πήγαινε, μόνο, όποιος είχε χρησθεί εκλεκτός. Όλοι τους, εκτός από το Λίνο, ανυπομονούσαν για την επόμενη μέρα και το βράδυ έμοιαζε ατέλειωτο. Τακτοποίησαν το σάκο τους και όπως συνήθιζαν, από άλλες αποστολές, τον φυγάδευσαν το βράδυ πριν κοιμηθούν και αφού είχαν σιγουρευτεί ότι οι δικοί τους είχαν πέσει για ύπνο. Για να μην τους δει κανείς. Ήταν συνήθης διαδικασία και ασφαλής…
         Η μόνη δυσαρμονία στη χαρά αυτής της διαδικασίας ήταν ο Λίνος, που δεν κοιμήθηκε καθόλου γιατί στο μυαλό του στροβίλιζε το δίλημμα. Ήξερε, όμως, ότι την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Για καλό και για κακό, όμως, ετοίμασε το σάκο του και τον φυγάδευσε κι αυτός. Την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Το πρωί.
Την άλλη μέρα, στις οκτώ, όπως είχαν συμφωνήσει, οι τέσσερίς τους ήταν στη σπηλιά. Ο Κοράν έδωσε τις τελευταίες «εντολές.»
          - Ανοίγουμε τους σάκους και κοιτάζουμε τι έχουμε μέσα. Αν λείπει κάτι που δεν είναι απαραίτητα χρήσιμο ξεκινάμε για το ταξίδι. Αν όχι, κοιτάζουμε μήπως η έλλειψη μπορεί να καλυφθεί από κάποιο άλλο μέλος. Αν είναι πολύ απαραίτητο τότε σε μισή ώρα ξαναβρισκόμαστε εδώ.
           Μετά τον καθιερωμένο έλεγχο προέκυψε ότι τα πράγματα ήταν σωστά και δεν υπήρχαν ελλείψεις. Ο Λίνος όμως δεν είχε έρθει. Αυτό τους στενοχώρησε. Ζήτησαν από τον Κοράν να τον περιμένουν για λίγο. Ο Κοράν κούνησε το κεφάλι του και τους είπε.
          - Αν ήταν θα είχε έρθει. Κι εγώ στενοχωριέμαι αλλά δεν έχουμε χρόνο. Δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε και φεύγουμε.
Δεν ήταν λιγότερο στενοχωρημένος από τους άλλους, αλλά δεν ήταν τυχαία ο αρχηγός τους. Όλοι τους είχαν την ίδια αίσθηση. Άφηναν πίσω ένα κομμάτι τους. Ποτέ στο παρελθόν, από τότε που είχε ιδρυθεί η Σινίτρα, δεν είχε απουσιάσει μέλος της από αποστολή. Οι αποστολές της Σινίτρα ήταν ιερές. Και αυτή ήταν πάνω από όλες. Έτσι αισθανόντουσαν σε αυτή την παρέα. Όλοι μαζί ενωμένοι και αν κάποιος έλειπε, ένα δικό τους κομμάτι έλειπε. Ο Κοράν θεώρησε σωστό να πει κάτι ακόμα.
           - Και μόνο που αισθανόμαστε έτσι ο ένας για τον άλλον σημαίνει ότι η Σινίτρα είναι μια παρέα που μπορεί να λειτουργήσει και με ένα μόνο μέλος της σαν να λειτουργούσε με όλα μαζί. Αυτή η σκέψη μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί κάτι άλλο αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να γίνει.
Βγαίνοντας από τη σπηλιά, όμως, τους περίμενε μια έκπληξη. Ο Λίνος καθόταν σε ένα βράχο και πετούσε πέτρες στη θάλασσα. Η Μάλι έτρεξε κοντά του.
            - Πόση ώρα είσαι εδώ;
            - Δεν ξέρω, νομίζω λίγη. Δεν ήθελα να μπω στη σπηλιά.
            - θα έρθεις μαζί μας; τον ρώτησε η Κίρα.
             - Για να είμαι εδώ.
Το αποφάσισε, αλλά με βαριά καρδιά. Ο Κοράν τον σκούντησε στον ώμο.
             - Σήκω. Αν είναι να φας ξύλο μετά, τουλάχιστον κοίταξε να αξίζει τον κόπο και έλα να ευχαριστηθείς το ταξίδι. Τότε θα αξίζει το ξύλο που θα φας. Αν είναι να σκέφτεσαι το ξύλο που θα φας και χάσεις την περιπέτεια, τότε δεν θα αξίζει το ξύλο που θα φας. Αν το φας. Εμπρός πάμε.
Ο Κοράν χαμογελούσε, όπως και όλοι τους. Η παρέα ξεκινούσε πλήρης!!!
            - Θα πάρουμε ποδήλατα; ρώτησε η Κίρα.
            - Σε αυτή την αποστολή νομίζω ότι τα πόδια μας είναι ότι ποιο χρήσιμο έχουμε. Τα ποδήλατα θα μας δημιουργήσουν δυσκολίες. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν με τον Κοράν, άφησαν τα ποδήλατά τους στη σπηλιά και κίνησαν με τα πόδια. Ο Κοράν έκανε μια ερώτηση στην Κίρα.
             - Τι σου είπε ο γέρος για τη χώρα του Σεμπίν;
             - Κάθε βράδυ, στις εννιά, στη δυτική πλευρά της πόλης, εκεί όπου ο βράχος σκεπάζει τη θάλασσα σαν μπαλκόνι, εμφανίζεται το άρμα του Μοκίρ. Αυτό το άρμα δεν το έχει δει κανείς μέχρι σήμερα, όμως. Αλλά όποιος μπορέσει να το δει, με τα δώδεκα λευκά άλογα και το καλέσει, τότε το άρμα έρχεται και τον παίρνει και τον ταξιδεύει στη χώρα του Σεμπίν. Αυτό μου είπε.
              - Τότε ξεκινάμε για τη δυτική πλευρά της πόλης, για το βράχο. Θα πρέπει στις εννιά η ώρα, ακριβώς, να είμαστε εκεί. Και τι είπε ο γέρος ότι πρέπει να κάνουμε για να δούμε το άρμα του Μοκίρ;
              - Δεν θυμάμαι ακριβώς Κοράν. Νομίζω πως είπε ότι, το άρμα του Μοκίρ μπορεί να το δει μόνο όποιος κατορθώσει να απαντήσει σε μια ερώτηση που θα κάνει στον εαυτό του εκείνη την ώρα. Ο Μοκίρ θα ακούσει την απάντησή του και αν αυτή είναι σωστή, τότε θα κάνει την εμφάνισή του.
Ο Κοράν προβληματίσθηκε. Έπειτα τη ρώτησε.
            - Και ποια είναι η ερώτηση Κίρα που πρέπει να απαντηθεί; Θα πρέπει να την ξέρουμε από τώρα για να τη σκεφτούμε σε όλη τη διαδρομή. Τη θυμάσαι με σιγουριά; Γιατί λάθος ερώτηση σημαίνει και λάθος απάντηση.
            - Ναι, αυτή τη θυμάμαι. Είμαι σίγουρη, δηλαδή. Είναι περίεργη ερώτηση. Δεν ξέρω αν θα μπορέσει κανείς μας να βρει την απάντηση. Εγώ τη σκέφτομαι από χθες το βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω κάποια απάντηση.
            - Πες την, θα τη σκεφτούμε και ο καθένας θα δώσει τη δική του απάντηση. Στο τέλος θα διαλέξουμε ποια θα δώσουμε.
Σε αυτή τη δήλωση του Κοράν συμφώνησαν όλοι. Η Κίρα τους είπε την ερώτηση που της είχε δώσει ο γέρος.
            - Τι είναι ποιο βαρύ από όλο το σίδερο της γης και κόβεται χωρίς κανένα απολύτως εργαλείο; Αυτή ήταν η ερώτηση που μου είπε ο γέρος και μου είπε ότι έχουμε μόνο μια ευκαιρία, δεύτερη δεν υπάρχει.
    Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους και πραγματικά κατάλαβαν ότι αυτή η ερώτηση ήταν πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Μια πολύ δύσκολη ερώτηση στην αρχή του ταξιδιού τους και αυτή θα έπρεπε να την απαντήσουν αν ήθελαν να φτάσουν στη χώρα του Σεμπίν με το άρμα του Μοκίρ. Και για αυτό είχαν μόνο δώδεκα ώρες μέχρι να φτάσουν στο βράχο. Δώδεκα ώρες ταξιδιού, που η απάντηση σε ένα γρίφο θα ‘βασάνιζε’ το μυαλό τους. Μια απάντηση που θα τους άνοιγε το δρόμο για τη μαγική Κιράνα. Αλλά και αυτή η σκέψη θα τους συνόδευε τις πρώτες αυτές ώρες. Αν τα κατάφερναν, τότε η Σινίτρα έμπαινε σε ένα ιστορικό χωρόχρονο. Στο χωρόχρονο της Κιράνα.
          - Η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι πραγματικά πολύ δύσκολη. Αλλά μην πιέζετε τον εαυτό σας, απλά προσπαθήστε να βρείτε μερικές απαντήσεις. Όσο χαζές και αν νομίζετε ότι είναι, να τις πείτε. Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται μέσα μας και πιστεύω ότι, τελικά, θα κατορθώσουμε να τη βρούμε. Αλλά και πάλι αν δεν γίνει, δεν έγινε και τίποτε. Δεν έχουμε να χάσουμε απολύτως τίποτε, μπορεί όμως να κερδίσουμε κάτι. Αυτό να σκέφτεστε και ότι απαντήσεις δώσετε να τις θυμάστε για να τις έχουμε πρόχειρες και γρήγορες για να διαλέξουμε. Προς το παρόν έχουμε δώδεκα ώρες για να φτάσουμε στο βράχο.
           Αυτή ήταν η κατεύθυνση του αρχηγού τους. Όχι και άσχημη για ένα παιδί δώδεκα ετών. Όχι και άσχημη.
           Το ταξίδι τους για το βράχο περνούσε μέσα από την πόλη και μερικά χιλιόμετρα από τα δυτικά της προάστια. Εκείνη τη μέρα , παρά το γεγονός ότι σκεφτόντουσαν διαρκώς την ερώτηση του γέρου, παρατηρούσαν τα γεγονότα γύρω τους με ένα διαφορετικό μάτι. Κάποια στιγμή μια νεαρή μητέρα μάλωνε το μικρό της κοριτσάκι γιατί της είχε ξεφύγει και κόντεψε να περάσει το δρόμο, όπου πιθανόν να την πατούσε ένα αυτοκίνητο. Ο τρόπος που η μητέρα μάλωσε το κοριτσάκι της ήταν άσχημος. Αυτό τους τράβηξε την προσοχή.
           - Το είδατε αυτό; ρώτησε ο Λίνος.
           - Το είδαμε, απάντησαν όλοι μαζί.
           - Και τι έχετε να πείτε; Τι φταίει το κοριτσάκι; Δεν ξέρει ότι είναι δρόμος. Αν το ήξερε δεν θα προσπαθούσε να τον περάσει. Ηλίθιες μητέρες. Έτσι ξεκινάει πάντα.
           - Μην σκέφτεσαι συνέχεια τον πατέρα σου και το ξύλο που θα φας. Τέλειωσε αυτό. Τώρα πηγαίνουμε στο βράχο και έχουμε να απαντήσουμε σε μια πολύ σοβαρή ερώτηση. Αν σκέφτεσαι τον πατέρα σου δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτε. Και σε χρειαζόμαστε. Ο καθένας χρειάζεται τη σκέψη του άλλου.
             Όλοι συμφώνησαν με τον Άνο και ο Λίνος προσπάθησε να ξεφύγει από την εικόνα του ξύλου που θα έτρωγε όταν θα γύριζε, αλλά τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την ημέρα δεν τον άφησαν σε ησυχία. Συνέχεια του το θύμιζαν…
            Παρακάτω ένας πατέρας έδερνε το γιο του γιατί είχε πέσει με το ποδήλατό του πάνω σε μια γριά και την είχε τραυματίσει. Δεν την είχε δει και ο μικρός προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι δεν την είχε δει.
           - Είσαι στραβός; Ολόκληρος άνθρωπος ήταν μπροστά σου. Που είναι το μυαλό σου; Το έχεις χάσει τελευταία.., και δως του ξύλο ο πατέρας στο γιο.
           Ο Λίνος τρόμαξε με αυτή την εικόνα και για μια στιγμή σκέφθηκε να το βάλει στα πόδια και να γυρίσει πίσω. Τελικά στο τέλος όλοι άρχισαν να γελάνε με αυτή την κατάσταση και να διακωμωδούν την «κατάρα» του φίλου τους. Άρχισαν και τα πειράγματα. Πως θα γινόταν διαφορετικά; Δεν άκουγε σοβαρά, δεν άκουγε φιλικά, δεν άκουγε με τον οποιονδήποτε τρόπο. Ε! Καιρός ήταν λοιπόν να δοκιμάσουν και κάτι διαφορετικό και πράγματά τα πειράγματά τους είχαν καλύτερο αποτέλεσμα.
          - Μέχρι να φτάσουμε στο βράχο ο Λίνος θα το έχει φάει ήδη το ξύλο, χωρίς ο πατέρας του να τον έχει ακουμπήσει καν…
          Με αυτή τη σκέψη του Κοράν, όλοι γέλασαν με την ψυχή τους, ακόμα και ο Λίνος. Και πράγματι στη διαδρομή δεν ήταν και λίγες οι περιπτώσεις όπου οι γονείς μάλωναν τα παιδιά τους για τις ζαβολιές τους. Φτάνοντας στην άκρη της δυτικής πλευράς της πόλης και παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο προς το βράχο είχε πέσει ήδη νωρίς το απόγευμα. Τα παιδιά δεν είχαν ρολόι μαζί τους και σκέφθηκαν να ρωτήσουν την ώρα. Ήταν τέσσερις το απόγευμα.
           - Έχουμε πέντε ώρες ακόμα, είπε ο Κοράν.
           - Νομίζω ότι φτάνουν… Η Κίρα έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε. «Μέχρι το βράχο είναι ακόμα δυο ώρες. Μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο και να πούμε μερικά πράγματα. Τι έχει σκεφτεί ο καθένας.»
           - Έτσι λέω και εγώ. Νομίζω ότι ξέρω που είναι ο βράχος. Υπάρχει ένας χωματόδρομος που περνάει μέσα από ένα μικρό ύψωμα και οδηγεί εκεί. Εξάλλου αισθάνομαι πολύ κουρασμένη.
         Η Μάλι, χωρίς να περιμένει την αντίδραση των άλλων, έβγαλε το σακίδιο από τον ώμο της και έκατσε στην άκρη του δρόμου κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να τρίβει τα πόδια της.
          - Δεν είσαι πολύ μικρή ακόμα για να το κάνεις αυτό;
          - Ξέρω, ξέρω Κίρα και εγώ σε αγαπάω μην ανησυχείς. Άλλωστε δεν νομίζω ότι θα πεθάνω. Κάτι άλλο πρέπει να υπάρχει εκτός από το θάνατο. Διαφορετικά δεν θα έψαχναν όλοι για την αθανασία. Απλά και για εκεί δεν γνωρίζουν το δρόμο, όπως δεν τον γνωρίζουν για την Κιράνα.                                 
Όλοι χαμογέλασαν με αυτή τη σκέψη της Μάλι. Είχε καλό μυαλό και πολλές φορές τους είχε φανεί χρήσιμο. Όταν κάθισαν ο Κοράν είπε πρώτος τη σκέψη του.
- Ποιο βαρύ από το σίδερο και να κόβεται χωρίς κανένα εργαλείο δεν υπάρχει. Ότι είναι ποιο βαρύ από το σίδερο δεν μπορεί να κοπεί χωρίς εργαλείο. Η γνώμη μου λοιπόν στην απάντηση αυτή είναι ότι, αυτό που ζήτησε ο γέρος να απαντήσουμε δεν υπάρχει. Είναι τίποτα, δεν υπάρχει. Νομίζω ότι η απάντηση είναι το τίποτα.
- Δεν συμφωνώ… Ο Άνος βιάστηκε να πάρει το λόγο και χωρίς να αφήσει κανέναν να τον διακόψει συνέχισε… «Υπάρχει κάτι που είναι ποιο βαρύ από σίδερο και για να το κόψεις δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο. Το σκέφτομαι όση ώρα περπατάμε και νομίζω ότι έχω βρει την απάντηση.» Έκανε μια παύση. Όλοι περίμεναν με αγωνία τη συνέχεια. «Η πέτρα. Η πέτρα είναι ποιο βαριά από σίδερο και δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο για να τη σπάσεις. Μπορείς να τη σπάσεις με μια ποιο βαριά πέτρα ή μπορείς να την πετάξεις και θα σπάσει μόνη της. Νομίζω ότι η απάντηση είναι η πέτρα. Υπάρχουν πολλές πέτρες και σίγουρα θα υπάρχουν και πέτρες που είναι ποιο βαριές από όσο σίδερο υπάρχει. Και αν αυτές τις πέτρες τις πετάξεις πάνω από ένα βουνό θα σπάσουν και έτσι δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις κανένα απολύτως εργαλείο. Νομίζω ότι η απάντηση στην ερώτησή μας είναι η πέτρα.»
Βρήκαν τη σκέψη αυτή λογική. Ίσως να είχαν την απάντησή τους και μάλιστα τέσσερις ώρες πριν την κρίσιμη στιγμή. Η Μάλι και η Κίρα βιάσθηκαν να συμφωνήσουν με τον Ανο. Το ίδιο και ο Λίνος αλλά ο Κοράν είχε τις αμφιβολίες του. Ήταν προβληματισμένος.
- Την κρατάμε την απάντηση αυτή αλλά θα προσπαθήσουμε και για καλύτερη. Άλλωστε μέχρι αυτή τη στιγμή μόνο αυτή την απάντηση έχουμε. Αν δεν υπάρξει καλύτερη, τότε αυτή την απάντηση θα δώσουμε και θα τη δώσει για όλους μας ο Ανος. Αλλά συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε γιατί κάτι μέσα μου, μου λέει ότι δεν είναι αυτή η απάντηση που χρειαζόμαστε. Κάτι τέτοιο αισθάνομαι...
Τα πρόσωπα των παιδιών συνοφρυώθηκαν γιατί το ένστικτο του Κοράν δεν έπεφτε έξω, συνήθως. Νόμιζαν ότι είχαν βρει την απάντηση, ονειρεύτηκαν τους εαυτούς τους να ταξιδεύουν για τη μαγική χώρα του Σεμπίν, αλλά αυτή η στιγμή κράτησε πολύ λίγο. Η θέση του αρχηγού τους, τους κλόνισε. Νόμισαν ότι ήταν έτοιμοι να πετάξουν πάνω από τα σύννεφα καβάλα σε ένα κατάλευκο άρμα που θα το έσερναν δώδεκα λευκά άλογα. Νόμισαν ότι θα βρισκόντουσαν από τη μια στιγμή στην άλλη στη χώρα του Σεμπίν που κατά το γέρο ήταν μια όμορφη παράξενη χώρα που θα τους οδηγούσε στην Κιράνα. Νόμισαν ότι είχαν φτάσει στο τέλος αυτού του γρίφου και ξαφνικά ο αγαπημένος τους αρχηγός τους έδωσε την πραγματική εικόνα. Απλά, νόμισαν. Δεν ήταν σίγουροι, νόμισαν. Και θα έπρεπε να το θυμούνται αυτό γιατί μια λάθος απάντηση στην αρχή θα τους οδηγούσε ξανά πίσω. Εκεί από όπου ξεκίνησαν. Και όλα αυτά τα χιλιόμετρα και ο κόπος των τελευταίων ημερών θα πήγαινε τελείως χαμένος. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον, έψαξαν για άλλες απαντήσεις, αλλά άλλες απαντήσεις δεν υπήρχαν. Τουλάχιστον εκείνη η στιγμή. Το καλό, όμως, ήταν ότι η στιγμή της απάντησης δεν είχε έρθει ακόμα. Με αυτή την έννοια ο χρόνος ήταν ακόμα με το μέρος τους!
Ο Λίνος μονολόγησε κάτι και κατσούφιασε.
- Τι είπες; τον ρώτησε η Κίρα.
- Σκέφτομαι το χέρι του. Μια αρκούδα έχει ελαφρύτερο χέρι. Είναι βαρύ σαν σίδερο και αυτό δεν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις.
- Αυτό και αν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις, φώναξε γελώντας η Μάλι και συνέχισε. «Λέτε η απάντηση να είναι το χέρι του πατέρα του Λίνου;». Αυτό το αστείο έδωσε καινούργια πνοή στην παρέα. Τη χρειαζόντουσαν.
Ο Κοράν ήταν σκεφτικός. Ποιο σκεφτικός από τις προηγούμενες φορές. Ίσως κάτι είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στο μυαλό του. Ίσως κάτι περίεργο αλλά τόσο αληθινό που κανείς δεν θα μπορούσε να το δει πέρα από την παιδική φαντασία. Θα το στεφόταν για τις επόμενες δύο ώρες που χρειαζόταν για να φτάσει στο βράχο. Ίσως, ποιος ήξερε, ίσως ο γέρος να γνώριζε πολύ καλά τι έλεγε. Ίσως, αλλά αυτή του τη σκέψη, θα τους την έλεγε μόνο την τελευταία στιγμή. Και εφόσον δεν υπήρχε κάτι άλλο ποιο λογικό!!! Μετά από δυο ώρες περπάτημα έφτασαν στο χωματόδρομο για τον οποίο τους είχαν μιλήσει τα κορίτσια. Ήταν ένας μικρός δρομάκος που περνούσε μέσα από ένα ύψωμα ακριβώς δίπλα στη θάλασσα. Στην αρχή του δρόμου ένας άλλος γέρος καθόταν και χάζευε τη θάλασσα. Τα παιδιά τον πλησίασαν.

(συνεχίζεται)

(σημ. ανέκδοτο παραμύθι για μικρούς  και μεγάλους ονειρευτές γραμμένο απο τον Κρήσμα)



Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

...ΞΥΠΝΗΣΕ...

Ξύπνησε.
Όχι όπως ξυπνούσε συνήθως με άγχος ή διάθεση για χουζούρι.
Ξύπνησε.
Ολοκληρωτικά κι άμεσα.
Ένα διάχυτο φως γύρω του κι απο κάτω, βράχος.
Ήταν γυμνός.
Ανακάθισε και για μια στιγμή νόμισε πως ονειρευόταν.
Για μια στιγμή όμως.
Δεν κρύωνε. Δεν ένοιωθε την ψύχρα που συνήθως συνοδεύει την ομίχλη που φαινόταν να περιτριγυρίζει τον βράχο.
Ο βράχος.
Στιλπνός, σκούρος, σχεδόν μαύρος. Έμοιαζε με μάρμαρο αλλά δεν ήταν παγωμένος και δεν είχε νερά στην επιφάνειά του.
Κοίταξε γύρω του. Ομίχλη και φως.
Πήγε σκυφτός στην άκρη του βράχου και κοίταξε κάτω. Φαινόταν να χάνεται μέσα στην ομίχλη μερικά μέτρα πιό κάτω. Κανένα πάτημα. Πήγε στην άλλη μεριά.
Το ίδιο.
Η απορία εναλλασόταν με τον φόβο. Γύρισε όλο το πλάτωμα του βράχου και είδε πως καμμία του μεριά δεν φαινόταν να έχει κάποιο πάτημα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να κατέβει.
Που?
Κάθισε.
Έλεγξε την αναπνοή του. "Ηρέμησε" είπε από μέσα του. Μισοσηκώθηκε και εντελώς σκόπιμα έφτυσε μια ροχάλα κοντά στην άκρη. Την κοίταξε για λίγο και ξεκίνησε την ίδια διαδικασία έρευνας για πάτημα στις πλευρές του βράχου.
Σιγά σιγά.
Μεθοδικά.
Έφτασε δίπλα στη ροχάλα, την κοίταξε, σχεδόν οργισμένος που καθόταν εκεί και τον περίμενε απαράλαχτη με πριν. Κανένα αποτέλεσμα. Καμία οδός διαφυγής, κανένα πάτημα, κανένα σημείο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να πιαστεί και να κατέβει πιό χαμηλά.
Που?
Που ήταν?
"ΕΕΕ!!!" φώναξε. Τίποτα. Καμία απάντηση. Ούτε καν μια ηχώ. Η φωνή του απλά χανόταν στον χώρο που έμοιαζε υπερφυσικά ατελείωτος. Σαν να ήταν μονωμένος ή πολύ ψηλότερα απ'οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να αντανακλάσει τον ήχο που έβγαλε. Ξαναπροσπάθησε αλλά χωρίς να αλλάξει κάτι.
Που ήταν?
Που στα σκατά ήταν?
Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε έντονα γύρω προσπαθώντας να διακρίνει κάτι. Οτιδήποτε. Τα μάτια του φαινόταν πως δημιουργούσαν σχέδια πάνω στον σχεδόν λευκό φόντο της ομίχλης. Τα αγνόησε. Ήταν σαν να βρίσκονταν στη μέση μιας σφαίρας φτιαγμένης εξ ολοκλήρου από φωτεινή ομίχλη. Με μοναδική εξαίρεση τον βράχο.
Κοίταξε πάλι κάτω.
Κι εκεί φως.
Ήταν σαν ο βράχος να αιωρούνταν μέσα σε σύννεφο ή να στένευε όσο κατέβαινε. Θα μπορούσε να ήταν και μια κολόνα. Απέρριψε τη σκέψη σαν παράλογη. Πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχε κάτι τέτοιο ή κάτι παρόμοιο και το ήξερε πολύ καλά. Κι όμως κοιτώντας προς τα κάτω είχε την εντύπωση πως ο βράχος διατηρούσε το πάχος του. Μετά κατάλαβε πως τα μεγέθη χωρίς σημείο αναφοράς σε ξεγελούν.
Ο βράχος.
Ένα πλάτωμα γύρω στα δέκα μέτρα πάνω κάτω, σχεδόν κυκλικό. Κανένα σημάδι, κανένα κοίλωμα, καμία ρωγμή. Η επιφάνειά του ήταν περίπου επίπεδη σαν φαγωμένη από βροχή ή άνεμο και άμμο. Σαν τα πιτάκια από πλαστελίνη που φτιάχνουν τα παιδιά. Πήγε πάλι στην άκρη και χτύπησε με το χέρι του τη γωνία προσπαθώντας να σπάσει ένα κομμάτι. Δοκίμασε με το πόδι του αλλά και πάλι τίποτα. Κοίταξε γύρω για ένα πιό λεπτό κομμάτι γωνίας.
Τίποτα.
Ξανακάθισε κάτω και το παράλογο του όλου πράγματος φούσκωσε και με όλο του το βάρος έπεσε πάνω του. Ολόγυμνος πάνω σε έναν επίπεδο βράχο μέσα στα σύννεφα. Είχε τρελαθεί? Φαντασιωνοταν? Είχε παραισθήσεις? Πόση ώρα είχε περάσει από τότε που ξύπνησε? Που ήταν? Γιατί ήταν εδω?
Ποιός?
Ποιός ήταν?
Κατέρρευσε κι έκλεισε τα μάτια. Κουλουριάστηκε σε εμβρυακή στάση με τα χέρια του να καλύπτουν το πρόσωπό του κι έβαλε τα κλάματα, αδιάφορος για τους λυγμούς του ενώ παράλληλα ήξερε (πως?) ότι είχε πάρα πολύ καιρό να κλάψει έτσι. Αφέθηκε ολοκληρωτικά στην απελπισία του ενώ ένα ερώτημα γυρνούσε ξανά και ξανά στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Γιατί?
Γιατί ήταν εδω?
Ξύπνησε πάλι. Αυτή τη φορά θυμόταν το πρίν. Θυμόταν που ήταν. Θυμόταν τις προσπάθειές του να βρει κάτι που θα τον βοηθούσε να ... Να, τι? Να φύγει απο τον βράχο? Σχεδόν γέλασε με την ανοησία του. Σηκώθηκε πιασμένος και πλησίασε το κέντρο του βράχου. Γύρω του, τα σύννεφα και το φως δεν φαινόταν να έχουν αλλάξει.
Πάτησε στο κέντρο.
Μια σκέψη πέρασε απ'το μυαλό του. Στάθηκε ίσια, άπλωσε τα χέρια και έκλεισε τα μάτια. Για μια στιγμή νόμισε πως άκουσε μια νότα.Για μια στιγμή όμως.
Ένοιωσε ένα ανεπαίσθητο ρεύμα αέρα.
Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να ανοίξει τα μάτια του. Πήρε μια βαθειά ανάσα και την έβγαλε αργά, πολύ αργά...
"Πόσο χειρότερο μπορεί να γίνει?"
Μια αίσθηση σαν μικρότατες ηλεκτρικές εκκενώσεις άρχισε να ανεβαίνει από τις πατούσες του προς τα πάνω.
Έριξε το κεφάλι του πίσω.
Προσπάθησε να ξαναπαίξει στο κεφάλι του την νότα που νόμισε πως άκουσε. Σαν από πολύ μακριά η νότα ακούστηκε.
Δεν έκανε λάθος.
Την άκουγε καθαρά τώρα.
Η αίσθηση των μικρών εκκενώσεων είχε προχωρήσει στους μηρούς του, στην κοιλιά, στην πλάτη, στο στήθος ...
Μια δεύτερη νότα ήρθε να κάνει παρέα στην πρώτη.
"Ματζόρε", σκέφτηκε.
Με τα μάτια ακόμα κλειστά ένοιωθε όλο του το δέρμα να ακτινοβολεί.
Αργά, σιγά, κατάλαβε.
Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε, σχεδόν αδιάφορα, κάτω τον βράχο να απομακρύνεται ...
Χαμογέλασε.


Νικολας

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

" Η Εύα και το φίδι "








Το φίδι πλησίασε την Εύα, αργόσυρτα και γλυκά σφυρίζοντας.
Την κοίταξε με τα γυαλιστερά του μάτια, βλέμμα λάγνο, γεμάτο πόθο, καθήλωσαν την αθωότητα της.
Η γλώσσα του διχαλωτή, μπέρδευε το μυαλό της. Ο διχασμός του δύο, γυάλινα μάτια ,άδεια, σαν καθρέφτες. Την έβλεπε ανάποδα, μέσα από τον καθρέφτη των ματιών του κι εκείνη μαγνητιζόταν. Την καθήλωνε αυτό το βλέμμα , δεν μπορούσε να κάνει ούτε μπρος ούτε πίσω,  έμενε εκεί να κοιτάζει . Ψάχνοντας να βρεί κάτι γνώριμο το κοίταζε όλο και πιο βαθιά στα μάτια.
Όλα τα πλάσματα είναι ίδια της είχαν πει, παιδιά της ίδιας δημιουργίας, του ίδιου θεού, με ανάσα ζουν όλα, με την ίδια πνοή.
Το φίδι παρέμενε εκεί σταθερά,  απέναντί της.
" Σε γνωρίζω, της είπε, βλέπω κάτι που εσύ δεν βλέπεις, αναγνωρίζω σε σένα μια σπάνια ομορφιά . Αναρωτιέμαι πόσο όμορφη θα είσαι  αν γυρίσεις ανάποδα, πόσο θελκτική και όμορφη θα φαινόταν η πηγή σου κι εγώ διψάω πολύ , σέρνομαι στα πόδια σου, υποτάσσομαι στην ομορφιά σου, σε ικετεύω να μου δώσεις έστω και μια σταγόνα σου. Σ’ ανακηρύττω βασίλισσα μου, η ομορφιά και το μεγαλείο σου με θάμπωσε και με μάγεψε . "
Όσα εκείνη ονειρευόταν να ακούσει απο κάποιον τώρα ήταν αλήθεια . Κάποιος έβλεπε μέσα της τους πιο κρυφούς της πόθους , άκουγε τις σκέψεις της και της έλεγε ότι πάντα ήθελε να ακούσει.
Κάθε σκέψη του, κάθε φράση του, χτυπούσε το κέντρο της, άρχισε να νιώθει αστάθεια, 
υπνωτισμός. Ζαλίστηκε, τα λόγια του την μπέρδευαν , έμοιαζαν αληθινά και παρ’ όλο που κάτι μέσα έλεγε ότι δεν είναι έτσι, ήταν αδύνατον να μετακινηθεί. 
"Δεν έχεις άλλο δρόμο της είπε, εδώ είναι το βασίλειό μου , δεν θα σ’αφήσω να φύγεις, μόνο μαζί μου θα είσαι ευτυχισμένη. Μετά από μένα δεν υπάρχει τίποτα. Εγώ είμαι όλα για σένα , κανείς δεν θα μπορέσει να σε πάρει απο μένα , μου ανήκεις . Δοκίμασες το δηλητήριό μου και μ’αυτό μπήκες στον κόσμο μου. Το δηλητήριο του πόθου , της λαγνείας , της ηδονής . Δεν έχεις άλλο δρόμο." Αντηχούσαν τα λόγια του στ’ αυτιά της. Ο διχασμός του φιδιού, τα γυάλινα μάτια, η διχαλωτή γλώσσα.
Υπνωτισμός . 
Άγνωστος κόσμος, μαύρος, κατάμαυρος, κατράμι. Άγνωστα όλα μα συνάμα δελεαστικά. Το δηλητήριο απειλητικό, η μυρωδιά του θανάτου, η επιστροφή , κλωθογύριζαν στο μυαλό της. Σύγχυση, μπέρδεμα, αναταραχή, κενό στο στομάχι . Το κέντρο της συνέχιζε να πάλλεται.
Κενό, χάος, άδειασμα. 
Υπνωτισμός. 
Η πόρτα είχε παραβιαστεί, ο διαρρήκτης εισχώρησε, κατακτώντας μια θέση μέσα της. Εκείνος οδηγούσε, την καθοδηγούσε.
"Θα κάνεις ότι λέω εγώ, τον άκουγε μέσα στο βαθύ της ύπνο να λέει. Εγώ είμαι η δύναμή σου. Εγώ είμαι ο κυρίαρχός σου, σε κυβερνώ τώρα και συ δεν μπορείς ν’αντισταθείς. Γεύομαι τους καρπούς σου, πίνω απ' την πηγή σου, παίρνω ζωή, ποτέ δεν θα σ’αφήσω να φύγεις. Είσαι δική μου, μόνο δική μου."
Όχι, ήθελε να φωνάξει, όχι, όχι. Κι όμως φωνή δεν βγήκε κι ενώ σκεφτόταν το όχι, έπραττε στο ναί.
Υπνωτισμός, γυάλινα γαλάζια μάτια, διχαλωτή γλώσσα. Αντικατροπισμός του εαυτού της. Λόγια χωρίς ουσία, χωρίς νόημα , μισές αλήθειες , αντεστραμμένες αλήθειες. Ψευδής έρωτας ,σκέψεις μπερδεμένες, ανάκατες, βαριά η ανάσα. 
Ο παράδεισος είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Δεν θυμόταν πια. Άλλα σκεφτόταν, άλλα ένιωθε, άλλα έκανε. 
Αδυναμία, ατονία, βαριά τα πόδια, καμιά αντίσταση.
Ψευδής έρωτας , ψευδαισθήσεις , αντανακλάσεις ενός αληθινού κόσμου μέσα απο γυάλινο πρίσμα. 
Αντεστραμμένη πραγματικότητα , διαστρεβλωμένη .Ο παράδεισος έσβησε. 
Υπνωτισμός.


Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

οι κατσαριδες

...Ήταν απίστευτο το πόσο με πόνεσε αυτό. Και μιλώντας στην Δύναμη που από τόσο μικρός ένοιωθα μέσα μου και που η συμβίωση μαζί της, ήταν αυτό που με εμπόδισε να κάνω το μοιραίο βήμα προς την τρέλα, καθώς μεγάλωσα σε ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο οικογενειακό περιβάλλον, της είπα: Κύριε δεν είμαι χαζός, αλλά φέρθηκα τόσο ανόητα. Σου ζητάω λοιπόν να με βοηθήσεις να βλέπω τους ανθρώπους όπως ακριβώς είναι και όχι όπως θα τους ήθελα εγώ να είναι. Και για άλλη μια φορά γνώριζα ότι η πραγματοποίηση της ευχής μου προμήνυε νέους πόνους, αλλά ήμουν αποφασισμένος να προχωρήσω. Εξάλλου από μικρό παιδί είχα μάθει ότι ο πόνος είναι αυτός που οδηγεί τον άνθρωπο στην ωριμότητα. Συν ότι δεν ήθελα ποτέ να ξαναφανώ τόσο μεγάλος μαλάκας....
συνεχιζεται

http://dolfman.blogspot.com/

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΟΥΦΕΣ

Η μαμά στο Μπόμπο:
- Τι θες να γίνεις παιδί μου όταν μεγαλώσεις;
- Εγώ, μαμά;
- Ναι, παιδί μου.
- Εγώ, μαμά, θέλω να βγάλω πολλές τούφες! Τούφες εδώ… εκεί… κι εκεί…., απάντησε ο Μπόμπος δείχνοντας διάφορα σημεία του σώματός του.
Η μαμά ανήσυχη τον κοιτά με απορία:
- Τι είναι αυτά που λες, παιδί μου; Τούφες; Γιατί;
- Ναι ρε μαμά. Τούφες! Δε βλέπεις την αδερφή μου που έχει μόνο μία τούφα ανάμεσα στα πόδια της, πόσα χρήματα βγάζει;

Η «τούφα» είναι το μήνυμα, η ουσία, ο στόχος, η «Ιθάκη» του κάθε ανθρώπου σήμερα. Αυτή κυβερνάει τον κόσμο, αυτή κινεί τα νήματα, αυτή είναι το Σύστημα. Ένα σύστημα αδηφάγο, αχόρταγο και αιμοβόρο. Ακολουθείς τη ροή; Δεν κινδυνεύεις. Πας κόντρα; Κάνε την προσευχή σου – αν πιστεύεις (γιατί και η πίστη είναι μέρος του συστήματος!).
Χάνεις επαφή με τον Άνθρωπο και δένεσαι περισσότερο με τις «τούφες» σου. Το σύστημα ανοίγει το στόμα του και σαν μια πελώρια Χάρυβδη σε καταπίνει και μετά φτύνοντας τα κόκαλα ρεύεται μακρόσυρτα. Κι εσύ πηγαίνεις μπροστά – υποτίθεται – σαν πρόβατο επί σφαγή υπνωτισμένος από τα διάφορα αλλά αδιάφορα ερεθίσματα του τέρατος. Είσαι θύμα, χωρίς να το ξέρεις, και φέρεσαι σα θύτης θέλοντας να φαίνεσαι το θύμα.
Διαμαρτύρεσαι σιωπηλά για τον πενιχρό μισθό σου αλλά δε φωνάζεις για να μη χάσεις τη δουλειά σου και απομακρυνθείς από το σύστημα. Κατηγορείς το διπλανό σου, το φίλο σου, τον ξάδερφό σου ότι χρησιμοποίησε «δόλια» μέσα για να διοριστεί κι εσύ φιλάς καθημερινά κατουρημένες ποδιές για να κρατηθείς στη θεσούλα σου, στη βόλεψή σου. Κριτικάρεις τη νεοδιοριζόμενη γραμματέα με τη μίνι φούστα αλλά κάνεις sex μαζί της για να την έχεις από κοντά και να τη χρησιμοποιήσεις στην πρώτη ευκαιρία για την άνοδό σου. Βρίζεις και θυμώνεις με τον πολιτικό, που εσύ ψήφισες, όταν εξαγγέλλει τα νέα μέτρα φορολογίας καθισμένος αναπαυτικά στο μοντέρνο καναπέ σου απολαμβάνοντας τη ζεστασιά του νεόχτιστου σπιτιού σου παρέα με μια παγωμένη μπύρα και αγκαλιά με την καλλονή στην οποία μεταμορφώθηκε η γυναίκα σου από εσωτερική της ανασφάλεια μη χάσει το κελεπούρι. Παντρεύεσαι και κάνεις παιδιά για την κοινωνική σου εικόνα και μετά τα οδηγείς σε μια ατέλειωτη μοναξιά γιατί «δεν έχεις χρόνο» εξαιτίας της κουραστικής σου δουλειάς. Ξεσπάς τα νεύρα σου πάνω τους αφού εσύ έχεις δημιουργήσει τις «ανάγκες» σου από την καταναλωτική σου μανία. Και το χειρότερο; Τα ξυλοφορτώνεις γιατί δεν έμαθαν την Ιστορία καλά ή δεν έφεραν καλούς βαθμούς και δεν θα μπουν έτσι στο πολυπόθητο Πανεπιστήμιο που θα τους οδηγήσει σε μια θέση στο σίγουρο Δημόσιο. «Για το καλό σου γίνονται όλα, για να είσαι εσύ εξασφαλισμένος αύριο» - το αιώνιο και τετριμμένο πια σλόγκαν σου, παρμένο από το cd που πουλάνε στο παζάρι.
Και μετά απ’ όλα αυτά λες: «Άτιμο το σύστημα! Άδικο το σύστημα!», χτενίζοντας τις τούφες σου και αναθεματίζοντας τη στιγμή που γεννήθηκες.
Σήκω, φώναξε, βρίσε, ξέσπασε το θυμό σου, βρες και πάλι τον Άνθρωπο μέσα σου. Σταμάτα να βαυκαλίζεσαι και να μοιρολογείς για τα «χαμένα» σου χρόνια και αντιστάσου. Ξύρισε τις τούφες σου, διεκδίκησε τα δικαιώματά σου, καταπολέμησε την εσωτερική σου διαφθορά, πολέμησε το σύστημα και λυτρώσου!
Μη φοβηθείς για τον τίτλο του anti-system που θα σου δώσουν – δεν είσαι ο μόνος αν κοιτάξεις καλά γύρω σου – γιατί είναι ο πιο τιμητικός τίτλος που θα έχεις κατακτήσει!! Και μαζί θα έχεις κερδίσει και την ίδια σου την ψυχή από το βέβαιο θάνατό της…


Κατερίνα