Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

ΚΙΡΑΝΑ- η χώρα του αλλού- 5ο μέρος - Το μαγικό δάσος του Ηλ.

5ο μέρος 

                                              Το μαγικό δάσος του Ηλ


Γύρισε την πλάτη της και άρχισε να κατεβαίνει από την κορυφή του βουνού ακολουθώντας ένα κατάλευκο μονοπάτι που δεν υπήρχε αλλά βήμα, βήμα έπαιρνε τη μορφή του. Κάθε βήμα της Νιρβάνα ήταν και ένα μέτρο λευκού μονοπατιού. Την ακολουθούσαν.
Η Νιρβάνα, καθώς προχωρούσαν, άρχισε να τους μιλάει για το δάσος του Ηλ.
- Ότι ζητάτε περνάει, μόνο, μέσα από το δάσος του Ηλ. Αυτό το δάσος θα πρέπει να το βρείτε μόνοι σας και κανείς δεν μπορεί να σας οδηγήσει εκεί παρά μόνο η ίδια σας η θέληση. Η Κιράνα βρίσκεται πολύ πιο μακριά από το δάσος αλλά ότι μάθετε στο Ηλ θα σας φανεί πολύ χρήσιμο για τη συνέχεια του ταξιδιού σας. Δεν υπάρχει Κιράνα χωρίς το Ηλ και δεν υπάρχει Ηλ χωρίς την Κιράνα. Μπορεί αυτά που σας λέω να σας φαίνονται περίεργα αλλά στην πραγματικότητα είναι αληθινά. Και μην ξεχνάτε· ότι δεν γνωρίζετε, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κιόλας.
Στα αυτιά τους, όλα αυτά ακούγονταν λίγο περίεργα, αλλά δεν είπαν τίποτε. Εξάλλου τι θα μπορούσαν να πουν; Σε κάποια στιγμή η Νιρβάνα σταμάτησε. Μπροστά τους ότι υπήρχε εξαφανίσθηκε. Έβλεπαν μόνο τη Νιρβάνα. Κοίταξαν πίσω τους και το μόνο που είδαν, ήταν ο λευκός δρόμος που είχαν διανύσει. Έστρεψαν και πάλι το κεφάλι τους στη Νιρβάνα και την παρατήρησαν που άνοιξε τα χέρια της σε σχήμα πουλιού λες και ήταν έτοιμη να πετάξει. Η κίνησή της ήταν αυθόρμητη, λες και κάποιος που δεν υπήρχε της την υπέδειξε. Η Νιρβάνα τους ζήτησε να κάνουν το ίδιο.
Ξαφνικά άρχισαν να πετάνε όλοι μαζί. Άρχισαν να ταξιδεύουν σαν πουλιά πάνω σε μια δέσμη λευκού φωτός, όμοια με εκείνη που έσερνε το άρμα του Μοκίρ, με τη Νιρβάνα μπροστά να τους δείχνει το δρόμο. Δεν έβλεπαν τίποτε, ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε πίσω τους. Μόνο το λευκό φως που τους είχε πάρει και τους ταξίδευε κάπου που δεν ήξεραν. Δεν μπορούσαν να σκεφτούν, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο από το να πετάνε. Σε λίγο άρχισαν να στριφογυρίζουν σαν σβούρες και χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν σε ένα λευκό χώρο. Γύρω τους υπήρχε μόνο λευκό. Ένα απέραντο λευκό χωρίς σπίτια, βουνά, ανθρώπους, ζώα, οτιδήποτε. Ένα απέραντο λευκό χωρίς γη να πατάνε πάνω της. Κοίταζαν σαν μαγεμένοι γύρω τους. Ήταν μέσα στο λευκό. Αιωρούμενοι μέσα στο λευκό - τόσο όσο δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους. Μέχρι να συνειδητοποιήσουν που είναι άκουσαν τη φωνή της Νιρβάνας.
- Η θέλησή σας, σας έφερε εδώ. Η θέλησή σας να βρεθείτε στο δάσος του Ηλ. Έχετε μια ευκαιρία να κάνετε πραγματικότητα το όνειρό σας και να συνεχίσετε το ταξίδι σας για την Κιράνα αλλά, όπως σας είπα, αυτό το ταξίδι περνά υποχρεωτικά μέσα από το Ηλ. Και αυτή η ευκαιρία είναι μόνο λευκή. Την απόφαση για το αν θα προχωρήσετε ή όχι θα την πάρετε εσείς οι ίδιοι τώρα και ο καθένας για τον εαυτό του ξεχωριστά. Αν δεν θελήσετε να προχωρήσετε θα γυρίσετε αμέσως εκεί που γυρίσατε. Αν ναι, θα πρέπει να περάσετε μέσα από το λευκό.
Κανένας τους δεν έκανε την παραμικρή σκέψη να γυρίσει πίσω. Ούτε για κλάσματα του δευτερολέπτου Η Νιρβάνα διάβασε τη σκέψη τους.
- Αφού κάνατε την επιλογή σας, θα πρέπει να σας πω τι πρόκειται να γίνει. Για να περάσετε το δάσος του Ηλ θα πρέπει να αντιμετωπίσετε το στρατό του Γκορ. Και να τον νικήσετε. Ο Γκορ είναι ότι χειρότερο έχετε γνωρίσει μέχρι σήμερα και ο στρατός του είναι σχεδόν ανίκητος από τους κοινούς ανθρώπους. Κανένας δεν έχει φτάσει μέχρι εδώ και κανένας δεν έχει νικήσει, ποτέ, το στρατό του Γκορ. Εσείς, όμως, έχετε κάτι που δεν έχουν οι άλλοι άνθρωποι. Για αυτό και φτάσατε μέχρι εδώ.» Έκανε μια μικρή παύση και μετά συνέχισε. «Βέβαια θα έχετε το δικό σας στρατό, το στρατό του λευκού λόγου, απέναντι στο στρατό του Γκορ. Και θα πρέπει να σκεφτείτε αρκετά για το πως θα χρησιμοποιήσετε τις στρατιές του λευκού λόγου, αν θέλετε να νικήσετε τα τάγματα του Γκορ. Αλλά ακόμα και αυτή τη στιγμή, αν επιθυμείτε, μπορείτε να γυρίσετε πίσω. Σας δίνετε ξανά η επιλογή να γυρίσετε στο σπίτι σας.
Η Νιρβάνα σταμάτησε για μια στιγμή και διάβασε τη σκέψη τους. Δεν υπήρχε πιο σίγουρος τρόπος για να ξέρει ακριβώς τι ήθελε ο καθένας τους. Αφού κατάλαβε ότι κανείς τους δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, συνέχισε.
- Θα σας πω ποια είναι τα τάγματα του Γκορ και ποιες είναι οι δικές σας στρατιές. Ο Γκορ, έχει την υπεροψία, το ρήγμα, το μίσος, την αφαίρεση, τη χωριστικότητα, την άγνοια, την αδράνεια και την επιθυμία. Εσείς έχετε την ταπεινότητα, την ιδέαση, την αγάπη, την επιλογή, τη σύνθεση, το χρόνο, τη γνώση και την κίνηση. Αν νικήσετε το στρατό του Γκορ τότε θα δείτε το δάσος του Ηλ και ότι κρύβεται πίσω από αυτό. Και αυτό που θα δείτε θα σας ανοίξει το δρόμο για την Κιράνα. Σε αυτή τη μάχη θα έχετε και τους δασκάλους σας που θα σας κατευθύνουν. Αλλά αυτοί είναι περίεργοι δάσκαλοι και θα πρέπει να τους ακούτε με προσοχή. Αν είστε έτοιμοι για αυτή τη μάχη τότε πρέπει να φορέσετε τη στολή του λευκού στρατιώτη. Μια σκέψη, μόνο, χρειάζεται από τον καθένα σας. Τίποτε άλλο.
Ξαφνικά, εκεί που φορούσαν τα παιδικά τους ρούχα, ένας λευκός απλός χιτώνας έντυσε τον καθένα τους από πάνω μέχρι κάτω. Η Νιρβάνα τους ξαναμίλησε.
- Αυτός είναι ο μανδύας του λευκού στρατιώτη. Με εξαίρεση το λευκό βραχιόλι που αρμόζει μόνο σε εκείνον που θέλει να οδηγήσει το στρατό αυτό στη μάχη με τις δυνάμεις του Γκορ. Σας αφήνω να διαλέξετε τον αρχηγό σας.
Ξαφνικά ένα λευκό βραχιόλι βρέθηκε στο χέρι του Κοράν.
- θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε πολύ σκέψη αλλά την τελική απόφαση την παίρνει μόνο ο αρχηγός σας. Και τώρα σας αφήνω και σας εύχομαι καλή επιτυχία. Πολύ σκέψη. Τίποτε άλλο. Και κάτι ακόμα. Κατά τη διάρκεια της μάχης, μεταξύ σας θα μπορείτε να επικοινωνείτε μόνο με τη σκέψη σας. Το λέμε, σκεπτομορφές. Σιγά, σιγά θα το συνηθίσετε…
Η Νιρβάνα χαμογέλασε και εξαφανίσθηκε το δίχως άλλο. Το μόνο που υπήρχε γύρω τους, ήταν το απέραντο λευκό και ο ένας για τον άλλον. Σε λίγο, μια άλλη φωνή, μια δυνατή τρανταχτή αυστηρή φωνή ακούσθηκε γύρω τους. Όχι στο μυαλό τους αλλά γύρω τους, όπου υπήρχε λευκό. Μια φωνή που όμοιά της δεν είχαν ξανακούσει ποτέ. Μια φωνή που συνοδευόταν από ένα βαθύ σαρκαστικό γέλιο. Στην πραγματικότητα το γέλιο ήταν πιο τρομαχτικό από την ίδια τη φωνή.
- Βρεθήκατε σε λάθος μέρος. Νομίζετε ότι μπορείτε να νικήσετε το στρατό μου; Κανείς δεν μπόρεσε να το κάνει μέχρι σήμερα. Ο στρατός μου είναι ανίκητος. Τα τάγματά μου είναι τα πιο ισχυρά τάγματα που υπάρχουν. Δεν υπάρχει άνθρωπος να μπορέσει να με νικήσει. Και ότι σας είπαν είναι ψέματα. Αν χάσετε, θα βρεθείτε στο απόλυτο σκοτάδι. Εκεί που δεν υπάρχει μέρος για κανένα. Εκεί που όλα είναι φωτιά και κόλαση. Εκεί θα βρεθείτε, εκεί που δεν υπάρχει ζωή. Σας δίνω μια τελευταία ευκαιρία, ΕΓΩ ο Γκορ, να φύγετε και να γυρίσετε πίσω εκεί από όπου ήρθατε. Μια τελευταία ευκαιρία και μετά από αυτή δεν θα υπάρχει γυρισμός.
Ακούσθηκε το γέλιο πιο δυνατό και πιο τρομακτικό αυτή τη φορά. Για μια στιγμή σκέφτηκαν να φύγουν.
Αλλά η σκέψη του Κοράν τους κράτησε. «..νικήσαμε το φόβο, το ξεχάσατε;» Με αυτή τη σκέψη κρατήθηκαν όταν θυμήθηκαν τι έγινε στο βράχο, πως έφτασαν μέχρι εκεί.
- Ελπίζω να αξίζει αυτό το δάσος για ότι περνάω, είπε από μέσα του ο Λίνος.
Αυτή η σκέψη ακούστηκε σε όλους και ξαφνικά συνειδητοποίησαν πως ότι σκέψη κάνει ο καθένας αντανακλάται σε όλους τους άλλους. Μετά θυμήθηκαν τα λόγια της Νιρβάνας. «Θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε πολύ σκέψη..» Ο Κοράν το κατάλαβε και σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να ελέγξουν τη σκέψη τους. Συμφώνησαν όλοι. Είχαν ήδη σταματησει να μιλάνε μεταξύ τους. Επικοινωνούσαν μόνο με τη σκέψη τους. Αλλά αυτή η προσπάθεια ήθελε πολύ πειθαρχία και δεν μπορούσαν να πουν ότι είχαν μάθει σε αυτό, τόσο γρήγορα. Μια αντανάκλαση σκέψης πλημμύρισε το μυαλό τους και αυτή η σκέψη έγινε φωνή που βγήκε ταυτόχρονα από τα στόματά τους.
- Δεν σε φοβόμαστε Γκορ, δεν σε φοβόμαστε. Δεν φεύγουμε, θα σε νικήσουμε.
Το ίδιο γέλιο ακούσθηκε ξανά. Τρομακτικό και αυτή τη φορά. Μια περίεργη σιγή κυρίεψε τα πάντα. Τα πάντα γύρω άρχισαν να μαυρίζουν. Το λευκό έδωσε τη θέση του στο μαύρο. Τίποτε άλλο. Χωρίς να μπορέσουν να καταλάβουν πόση ώρα είχε περάσει - βασικά μέχρι τότε δεν υπήρχε χρόνος, δεν υπήρχαν ρολόγια γύρω τους , δεν υπήρχε ώρα ούτε και μπορούσαν να μετρήσουν την ώρα - ένας κίτρινος ήλιος άρχισε να φωτίζει το μαύρο πέπλο που είχε απλωθεί. Το μαύρο άρχισε να αλλάζει σε κίτρινο και κάποιες φιγούρες αχνά, αχνά στο βάθος έκαναν την εμφάνισή τους. Δεν μπορούσε κανείς τους να διακρίνει μορφές, σχήματα, παρά μόνο μια κίνηση. Μια απροσδιόριστη κίνηση που έμοιαζε σαν ένα μαύρο σώμα να κινείται προς το μέρος τους.
Τι είναι αυτό; σκέφθηκε ο Κοράν.
Μια γλυκιά φωνή ακούσθηκε στο μυαλό όλων.

(συνεχίζεται)



ΚΙΡΑΝΑ- Η χώρα του αλλού - 4ο μέρος - Η λουλουδοχώρα

4ο μέρος 

                                                Η λουλουδοχώρα 


- Που είναι η χώρα του Σεμπίν Μοκίρ; τον ρώτησε η Κίρα.
Ο Μοκίρ χαμογέλασε.
- Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει φίλη μου η χώρα του Σεμπίν. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο το άρμα του Μοκίρ και….
Τράβηξε τα χαλινάρια με ένα περίεργο τρόπο. Το άρμα πήρε μια ανοδική πορεία και αμέσως μετά άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω με απίστευτη ταχύτητα κάνοντας διαδοχικές στροφές. Ο Μοκίρ έλεγε και ξανάλεγε,
- Αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο ο Μοκίρ και το άρμα του...
Και ανάμεσα στις τρέλες του και στο γέλιο του έμπαινε και το τραγούδι του....στη χώρα του Σεμπίν σε πάει η φαντασία. Τη φαντασία θα τη βρεις εκεί που δεν υπάρχει φόβος. Τη φαντασία θα τη βρεις στη χώρα του Σεμπίν... αγάπη μου Κιράνα, στην άκρη του αλλού, εσύ κι εγώ μαζί, ταξιδιώτες του λευκού....»
- Κοιτάξτε να ευχαριστηθείτε το άρμα του Μοκίρ γιατί σε αυτό το άρμα ανεβαίνετε μόνο μια φορά. Δεν πρόκειται να ξανανεβείτε ποτέ. Κοιτάξτε να το ευχαριστηθείτε. Κοιτάξτε γύρω σας. Αυτό θα το δείτε μόνο μια φορά στη ζωή σας. Δεν το βλέπει ο καθένας...
Δεν υπήρχε αέρας να τους παίρνει τα μαλλιά, δεν υπήρχαν σπίτια ούτε και άνθρωποι. Ένα λευκό φως συνόδευε το άρμα, σε αυτό το λευκό φως τα άλογα κάλπαζαν. Ταξιδιώτες στο χρώμα του λευκού, είχε πει ο γέρος στην Κίρα θα είναι το ταξίδι με το άρμα του Μοκίρ. Ταξιδιώτες στο χρώμα του λευκού και ο γέρος στην παραλία είχε απαντήσει ότι τον έλεγαν ταξιδιώτη. Τα αστέρια γύρω από το λευκό φως άρχισαν να παίρνουν διάφορα σχήματα, διάφορα χρώματα.
- Κοίτα, κοίτα Κοράν, ένα αστέρι που μοιάζει με τριαντάφυλλο και ένα άλλο με κολοκύθα, κοίτα και εκείνο που χορεύει, φώναξε η Μάλι.
- ουάου, ουάου!! έκανε ο Λίνος - Αυτό και αν είναι απίστευτο. Ένα αστέρι που δεν μπορώ να προσδιορίσω με τι μοιάζει. Κοιτάξτε το…
Τα παιδιά κοίταξαν προς την κατεύθυνση που έδειχνε με το δάκτυλό του ο Λίνος.
- Μου μοιάζει με λιοντάρι, φώναξε η Κίρα.
- Όχι, όχι με στρουθοκάμηλο, βιάσθηκε να διορθώσει ο Κοράν.
- Εγώ βλέπω τέσσερα κεφάλια, είπε ο Ανος.
- Δεν είναι τίποτε από όλα αυτά που λέτε, τους είπε χαμογελώντας ο Μοκίρ και συνέχισε. «Αυτό το αστέρι το λέμε Σάγκι στη χώρα του Σεμπίν. Είναι ένα μαγικό αστέρι που στη χώρα του Σεμπίν έχει πολύ μεγάλη σημασία. Ποτέ δεν έχει το ίδιο σχήμα. Κάθε φορά παίρνει ένα διαφορετικό σχήμα και οι άνθρωποι στη χώρα του Σεμπίν, ανάλογα με το σχήμα που το Σάγκι παίρνει κλαίνε ή γελάνε.»
- Κλαίνε ή γελάνε; Γιατί αυτό; Τι είναι το Σάγκι; τον ρώτησε η Μάλι.
- Από εκεί που έρχεστε δεν μπορείτε να καταλάβετε πως λειτουργεί το Σάγκι. Αλλά μιας και θέλετε να το δείτε από κοντά, ας αλλάξουμε λίγο πορεία. Δεν αξίζει να φτάσετε στη χώρα του Σεμπίν αν δεν δείτε το Σάγκι από κοντά.
Ο Μοκίρ σήκωσε το αριστερό του χέρι και φώναξε…
- Σάβιρα καρούς σεμίλ. Σάγκι, Σάγκι καφούρ χερόβ.
Ξαφνικά το λευκό φως άλλαξε πορεία και τα άλογα καλπάζοντας πάνω του στράφηκαν στην καινούργια του κατεύθυνση που πήγαινε κατευθείαν στο Σάγκι. Όσο πλησίαζαν, το λευκό φως έπαιρνε ένα κόκκινο χρώμα και τελικά όταν έφτασαν κοντά, ένα περίεργο κόκκινο κύτταρο που ανέπνεε πήρε τη μορφή ενός προσώπου που χαμογελούσε και άνοιξε το τεράστιο στόμα του όπου το άρμα χώθηκε μέσα. Μια δίνη άρχισε να παρασύρει το άρμα και αυτό περιστρεφόταν όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα και ακολουθούσε περιστροφικά τη δίνη που ήταν μια τεράστια κόκκινη άβυσσος χωρίς όμως κανένας να ζαλίζεται και χωρίς κανένας να κινδυνεύει να πέσει από το άρμα.
Και ο Μοκίρ συνεχώς φώναζε…
- Σάγκι, Σάγκι καφούρ χερόβ, Σάγκι, Σάγκι καφούρ χερόβ…
Σε κάποια στιγμή η δίνη σταμάτησε και το άρμα άρχισε να κόβει ταχύτητα. Ένα βαθύ κόκκινο χρώμα ήταν γύρω τους και από κάτω κίτρινοι καταρράκτες έτρεχαν πάνω σε λευκά λειβάδια. Δεν υπήρχαν ζώα ή άνθρωποι, παρά μόνο τα κίτρινα νερά, τα λευκά λειβάδια και λουλούδια, πανέμορφα λουλούδια που όμοιά τους δεν είχαν ξαναδεί ποτέ. Τα λουλούδια χαμογελούσαν και χόρευαν και άπλωναν χέρια και χάιδευαν το ένα το άλλο και έκαναν διάφορα περίεργα πράγματα. Τα παιδιά είχαν χαζέψει με αυτή τη μαγεία.
- Αυτό είναι το Σάγκι. Ένα αστέρι, γεμάτο νερά, λευκά λειβάδια και πολλά λουλούδια που χαίρονται. Είναι το αστέρι της χαράς και όταν χαμογελάει οι άνθρωποι στη χώρα του Σεμπίν είναι ευτυχισμένοι και όταν κλαίει οι άνθρωποι στη χώρα του Σεμπίν κλαίνε…
- Γιατί μπορεί να κλαίει αυτό το αστέρι Μοκίρ; τον ρώτησε ο Κοράν.
- Γιατί κάποιο από αυτά τα λουλούδια μπορεί να χτυπήσει ένα άλλο αντί να το χαϊδέψει και τότε το Σάγκι πονάει γιατί κάθε λουλούδι που είναι μέσα του το αγαπάει και δεν μπορεί να αντέξει τον πόνο που προκαλεί το ένα λουλούδι στο άλλο. Για αυτό, όλα αυτά τα λουλούδια είναι τα παιδιά του και είναι μέσα του και τους έχει δώσει πολύ νερό και πολύ χαρά και λευκά λειβάδια για να μπορούν να χαίρονται και να αγαπιούνται μεταξύ τους και κάθε φορά που ένα λουλούδι χτυπάει ένα άλλο το Σάγκι πονάει.
- Και γιατί συμβαίνει αυτό Μοκίρ; τον ρώτησε ο Ανος.
- Γιατί κάθε λουλούδι εδώ αντιστοιχεί σε έναν άνθρωπο στη χώρα του Σεμπίν. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος γεννιέται στη χώρα του Σεμπίν ένα λουλούδι φυτρώνει στο Σάγκι και κάθε φορά που ένας άνθρωπος πεθαίνει στη χώρα του Σεμπίν ένα λουλούδι χάνεται από το Σάγκι. Αλλά αυτό είναι φυσιολογικό. Όταν όμως ένας άνθρωπος στη χώρα του Σεμπίν μαλώνει με κάποιον άλλο το αντίστοιχο λουλούδι του χτυπάει το λουλούδι του άλλου ανθρώπου και το Σάγκι πονάει και κλαίει. Τότε όσοι βλέπουν το Σάγκι ξέρουν ότι κάπου κάποιοι άνθρωποι μαλώνουν και στενοχωριούνται. Προσπαθούν να τους βρουν και όταν σταματήσει ο καυγάς το Σάγκι πάλι ξαναχαμογελάει και οι άνθρωποι στη χώρα του Σεμπίν είναι ευτυχισμένοι. Αυτό το αστέρι, το Σάγκι, είναι η μητέρα και ο πατέρας της χώρας του Σεμπίν. Χωρίς αυτό το αστέρι η χώρα του Σεμπίν δεν υπάρχει. Και τώρα που σας το έδειξα ώρα να φύγουμε για τον προορισμό μας.
Έπιασε δυνατά τα ηνία του άρματος και φώναξε…
- Σάβιρα ανακαρούς σεμίλ. Σάγκι, Σάγκι καφούρ χερόβ.
Το άρμα έκανε απότομα στροφή, τα άλογα άρχισαν να καλπάζουν και η περίεργη δίνη ξαναπήρε το άρμα στην περιστροφή της. Χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν έξω από το Σάγκι και φεύγοντας τα παιδιά έριξαν μια ματιά πίσω τους. Το πανέμορφο Σάγκι χαμογελούσε. Στη χώρα του Σεμπίν οι άνθρωποι ήταν μονιασμένοι μεταξύ τους. Το άρμα του Μοκίρ συνέχισε την πορεία του στο λευκό φως και τα αστέρια γύρω τους, τους συνόδευαν στο ταξίδι τους αυτό. Κάποια στιγμή ένα τραγούδι ακούσθηκε από κάπου.
- Τι είναι αυτό το τραγούδι Μοκίρ; ρώτησε η Κίρα.
- Ένα τραγούδι. Έρχεται από τη χώρα του Σεμπίν. Πλησιάζουμε στη χώρα του Σεμπίν και αυτή είναι η στιγμή της, για να τη δείτε. Οι άνθρωποι εκεί ξέρουν ότι έρχεστε, ξέρουν ότι ψάχνετε για την Κιράνα και έχουν ετοιμάσει την υποδοχή σας. Σας υποδέχονται τραγουδώντας γιατί είναι η πρώτη φορά που κάποιοι ξένοι έρχονται στη χώρα του Σεμπίν. Κανείς δεν έχει έρθει εδώ όσα χρόνια εγώ οδηγάω αυτό το άρμα.
- Πόσα χρόνια οδηγάς αυτό το άρμα Μοκίρ; ρώτησε ο Κοράν.
Ο Μοκίρ χαμογέλασε.
- Νομίζω ότι σήμερα κλείνω μια απειρότητα.
- Μια απειρότητα; ρώτησαν όλοι.
- Ναι, μια απειρότητα. Έτσι μετράμε εμείς το χρόνο εδώ. Με την απειρότητα. Σήμερα κλείνω μια απειρότητα.
- Και πόσα χρόνια είναι αυτή η απειρότητα; τον ρώτησε ο Κοράν.
- Άπειρα, άπειρα χρόνια.
Ο Μοκίρ χαμογέλασε και ξανάρχισε το σκοπό του « «...στη χώρα του Σεμπίν σε πάει η φαντασία. Τη φαντασία θα τη βρεις εκεί που δεν υπάρχει φόβος. Τη φαντασία θα τη βρεις στη χώρα του Σεμπίν... αγάπη μου Κιράνα, στην άκρη του αλλού εσύ κι εγώ μαζί ταξιδιώτες του λευκού....»
Τα παιδιά κοίταξαν το ένα το άλλο και χαμογέλασαν. Σε λίγο άρχισε να φαίνεται η χώρα του Σεμπίν. Το άρμα έκανε μια ελαφριά βουτιά προς τα κάτω και το λευκό φως άρχισε να εξαφανίζεται σιγά, σιγά. Το άρμα είχε πάρει το δρόμο της προσγείωσης. Μια κουκίδα πολύ μικρή, πολύ μικρότερη από το άρμα φαινόταν να πλησιάζει ολοένα και προς το μέρος τους.
- Αυτή είναι η χώρα του Σεμπίν Μοκίρ; αυτή η κουκίδα;
- Αυτή ακριβώς καλή μου φίλη.
- Μα δεν χωράμε σε αυτή την κουκίδα Μοκίρ, πως θα μπούμε εκεί; συνέχισε η Κίρα.
- Μην βιάζεσαι καλή μου φίλη γιατί σε λίγα δευτερόλεπτα κατά το δικό σας χρόνο και σε μέρος απειρότητας κατά το δικό μου χρόνο όλα θα αλλάξουν και δεν πρόλαβα να το πω και…
Ξαφνικά αυτή η κουκίδα άρχισε να μεγαλώνει και σε λίγες στιγμές, για την ακρίβεια σε μια στιγμή, μπροστά τους ανοίχθηκε ένα τεράστιο καταγάλανο πέλαγος, τα πιο όμορφα γαλάζια νερά που είχαν δει ποτέ και πετώντας πάνω από αυτό, στο βάθος φάνηκε μια πανέμορφη πόλη με καταπράσινα βουνά, δέντρα, λουλούδια, και γραφικά σπίτια από πλαστελίνη. Όσο πλησίαζε το άρμα, τόσο η όμορφη πόλη γινόταν ακόμα ομορφότερη στα μάτια τους. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν, ζώα δεν υπήρχαν, μόνο δέντρα, λουλούδια και πράσινο. Ούτε γράμματα υπήρχαν, ούτε αριθμοί, ούτε ταμπέλες, ούτε πινακίδες, ούτε τίποτα από όλα όσα γνώριζαν ότι συνοδεύουν τη ζωή των ανθρώπων στις πόλεις. Και όλοι οι άνθρωποι που τους περίμεναν ήταν ίδιοι. Πολλοί ίδιοι άνθρωποι. Όλοι είχαν δυο κεφάλια σε ένα σώμα, ένα κεφάλι ανδρικό και ένα γυναικείο. Για την ακρίβεια, τα παιδιά πρόσεξαν πως ήταν μόνο ένα κεφάλι που από τη μια του πλευρά ήταν ανδρικό και από την άλλη γυναικείο στο ίδιο σώμα. Το κεφάλι γύριζε και πότε μιλούσε ο άνδρας και πότε η γυναίκα. Και ήταν όλα ίδια.
Το άρμα προσγειώθηκε και τότε ένας άνθρωπος τους πλησίασε και τους έτεινε το χέρι του.
- Καλώς ήρθατε στη χώρα του Σεμπίν. Είμαι ο Σεμπίν και σας περιμέναμε από την ώρα που έφυγε ο Μοκίρ με το άρμα του. Είστε οι πρώτοι ταξιδιώτες που έρχεστε στη χώρα μας και είμαστε πολύ χαρούμενοι για αυτό. Να σας γνωρίσω και τους υπόλοιπους κατοίκους της χώρας μας.
Ο Σεμπίν προχώρησε μπροστά και έκανε ένα νεύμα. Τα παιδιά τον ακολούθησαν και ο Σεμπίν άρχισε τις συστάσεις.
- Από δω ο Σεμπίν, η Σεμπίν, ο Σεμπίν, η Σεμπίν... και μετά από λίγο τα παιδιά χαμογέλασαν. Σε αυτή τη χώρα όλους τους έλεγαν Σεμπίν. Για την ακρίβεια κάθε ανδρικό κεφάλι ήταν ο Σεμπίν και κάθε γυναικείο κεφάλι ήταν η Σεμπίν. Τότε οι συστάσεις σταμάτησαν και ο Σεμπίν που τους είχε συστηθεί, χαμογελώντας, τους είπε.
- Δεν χρειάζεται να προχωρήσω τις συστάσεις. Καταλάβατε. Εδώ κάθε ένας είναι Σεμπίν.
- Όπως το είπε ο γέρος, ψιθύρισε η Κίρα και συνέχισε μετά από μια μικρή παύση. «Μια περίεργη χώρα που όμοιά της δεν υπάρχει πουθενά.»
- Κύριε Σεμπίν, τι θα κάνουμε εμείς εδώ τώρα; τον ρώτησε η Μάλι.
- Μα φυσικά θα ξεκινήσετε, ή μάλλον θα συνεχίσετε το ταξίδι σας. Εδώ είναι ο πρώτος σας σταθμός. Τα υπόλοιπα τα γνωρίζετε.
Οι Σεμπίν χαμογέλασαν και αφού τους χαιρέτησαν κίνησαν για τις δουλειές τους. Οι δουλειές τους, στην πραγματικότητα, ήταν να πάνε στα σπίτια τους. Μόλις μπήκαν όλοι στα σπίτια τους, ξαφνικά, κάθε σπίτι άρχισε να κινείται και να μεταλλάσσεται σε λουλούδι, όμοιο λουλούδι με εκείνο που υπήρχε στο Σάγκι. Ξαφνικά η χώρα του Σεμπίν έγινε ένας απέραντος λουλουδότοπος, με καταπράσινα δέντρα και μια βαθειά γαλάζια θάλασσα γύρω της. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ακόμα και το άρμα του Μοκίρ είχε εξαφανισθεί και ο ίδιος ο Μοκίρ. Τα παιδιά βρέθηκαν μόνα τους μέσα σε αυτό τον απέραντο λουλουδότοπο. Κοίταξαν προς τα πάνω. Δεν υπήρχε γαλάζιος ουρανός αλλά ένα απέραντο λευκό. Όχι σύννεφο, ένας λευκός ουρανός. Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους.
- Και τώρα τι κάνουμε; ρώτησε ο Λίνος.
- Ο γέρος είπε ότι από τη χώρα του Σεμπίν ξεκινάει το ταξίδι για την Κιράνα. Είπε πως ότι χρειαζόμαστε για τη συνέχεια θα το βρούμε εδώ, απάντησε η Κίρα.
Ο Κοράν έκανε ένα νόημα με το χέρι του. Κάτι έδειξε. Πάνω σε ένα βουνό υπήρχε κάτι που άστραφτε. Κάτι κόκκινο, σαν ένας φάρος, σαν ένα μικρό αστέρι που είχε προσγειωθεί στην κορυφή του βουνού. Κάτι σαν κάλεσμα. Το αισθάνθηκαν όλοι, αλλά για να φτάσουν εκεί έπρεπε να περάσουν μέσα από το λουλουδότοπο και δεν υπήρχε δρόμος. Θα έπρεπε να πατήσουν τα λουλούδια και αυτή η σκέψη δεν τους άρεσε.
- Δεν γίνεται αν δεν δοκιμάσουμε, είπε ο Ανος.
Συμφώνησαν και δειλά, δειλά προχώρησαν προς το λουλουδότοπο. Δίστασαν να πατήσουν το πρώτο λουλούδι αλλά μόλις ο Κοράν έκανε το πρώτο βήμα το λουλούδι τραβήχτηκε στην άκρη και ένας δρόμος άρχισε να ανοίγει. Ένας λευκός δρόμος που οδηγούσε κατευθείαν στην κορυφή του βουνού όπου υπήρχε το κόκκινο φως. Άρχισαν να ανεβαίνουν το δρόμο αυτό και όταν έφτασαν εκεί που τελείωνε ο λουλουδότοπος το τελευταίο λουλούδι άρχισε να κινείται και να μεταλλάσσεται σε Σεμπίν. Κοίταξαν πίσω τους και είδαν πάλι τη χώρα του Σεμπίν όπως την είχαν δει την πρώτη φορά. Και τους Σεμπίν να τους χαιρετούν χαμογελώντας. Τα λουλούδια είχαν γίνει πάλι Σεμπίν, τα σπίτια είχαν πάρει πάλι την αρχική τους μορφή και το άρμα του Μοκίρ ήταν ακριβώς εκεί όπου είχε προσγειωθεί. Ο Μοκίρ τους χαιρετούσε. Στάθηκαν για μια στιγμή γιατί ήθελαν να κρατήσουν αυτή την εικόνα χαραγμένη βαθειά μέσα στη μνήμη τους για τη συνέχεια του ταξιδιού τους. Ένας Σεμπίν πέταξε προς το μέρος τους. Ξαφνιάστηκαν, εκεί οι άνθρωποι πετούσαν κιόλας.
- Για να βρείτε την Κιράνα θα πρέπει να περάσετε πρώτα από το δάσος του Ηλ. Δεν μπορείτε να φτάσετε στην Κιράνα αν δεν περάσετε από το δάσος του Ηλ. Το δάσος του Ηλ βρίσκεται πίσω από αυτό το βουνό.
Τους έδειξε το κόκκινο φως. Μετά ξαναπέταξε πίσω χαμογελώντας και τραγουδώντας «Μόνο αν ξεχάσω ότι ξέρω, θα βρω αυτό που δεν γνωρίζω. Όμορφη Κιράνα, βασίλισσα του αλλού, εγώ κι εσύ ταξιδιώτες στο χρώμα του λευκού...» Έμοιαζε με το τραγούδι του Μοκίρ αλλά δεν ήταν ίδιο. Κίνησαν προς το φως. Όσο πλησίαζαν, το κόκκινο φως άρχισε να γίνεται λευκό.
Όταν έφτασαν ακριβώς μπροστά του μια φιγούρα, μια παιδική φιγούρα ντυμένη σε ένα κατάλευκο χιτώνα τους περίμενε. Ήταν ένα όμορφο κοριτσάκι στην ηλικία τους και στο λαιμό της είχε ένα λευκό περιδέραιο από πέτρες που δεν τις είχαν ξαναδεί. Στο δεξί της χέρι είχε ένα λευκό βραχιόλι από δέρμα. Τους χαμογέλασε.


- Είμαι η Νιρβάνα και θα σας οδηγήσω στο δρόμο για το δάσος του Ηλ. Ακολουθείστε με.

(συνεχίζεται)

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

ΚΙΡΑΝΑ- Η χώρα του αλλού - 3ο μέρος - Το άρμα του Μοκίρ

3ο μέρος
                                               Το άρμα του Μοκίρ

                                                    
 - Καλησπέρα. Τι ώρα είναι; τον ρώτησε ο Κοράν.
- Επτά, απάντησε αυτός. Ύστερα τους ρώτησε. Για που κινήσατε μικρά παιδιά στην ηλικία σας; Φύγατε από το σπίτι σας ?
- Πηγαίνουμε στο βράχο…, βιάστηκε να απαντήσει ο Λίνος. Όλοι τον αγριοκοίταξαν γιατί πρόδωσε το μικρό τους μυστικό.
- Α! Στο βράχο..., έκανε ο γέρος. Πηγαίνετε για να βρείτε το άρμα του Μοκίρ που θα σας ταξιδέψει στη χώρα του Σεμπίν. Ψάχνετε για την Κιράνα, έτσι δεν είναι;
Ένα ελαφρύ σοκ τους διαπέρασε. Τελικά το μικρό τους μυστικό δεν ήταν και τόσο μυστικό. Κοίταξαν το γέρο που χαμογελούσε αγναντεύοντας τη θάλασσα και χάιδευε το μούσι του. Κάπνιζε και μια πίπα. Τα βαθιά γαλάζια του μάτια ήταν ανέκφραστα. Σε μια στιγμή σκέφτηκαν να το βάλουν στα πόδια. Ο Κοράν τον ρώτησε,
- Γνωρίζεις για τη χώρα του Σεμπίν;
- Αυτό δεν έχει καμία σημασία για εσάς. Εκείνο που έχει σημασία είναι να απαντήσετε την ερώτηση που σας έχει τεθεί. Εγώ, πριν από πολλά χρόνια, δεν μπόρεσα να απαντήσω την ερώτηση αυτή και έχασα την ευκαιρία που μου δόθηκε. Σήμερα τη γνωρίζω την απάντηση αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Γέρασα και να είχα μια δεύτερη ευκαιρία δεν θα μπορούσα να κάνω πλέον αυτό το ταξίδι. Αλλά σήμερα γνωρίζω την απάντηση και κάθε μέρα, κάθε απόγευμα τέτοια ώρα, έρχομαι εδώ σε αυτό το σημείο και κοιτάζω τη θάλασσα και τον ουρανό και τα αστέρια όταν πιάνει η νύχτα και σκέφτομαι πως θα ήταν τα πράγματα,  αν τη γνώση που έχω σήμερα την είχα στην ηλικία σας, όταν αποφάσισα να ξεκινήσω και εγώ ένα ίδιο ταξίδι. Αλλά και αυτό δεν έχει καμία σημασία. Πέρασαν πολλοί από εδώ όλα αυτά τα χρόνια, αλλά όλοι γύρισαν πίσω. Κανείς τους δεν κατάφερε να μπει στο άρμα του Μοκίρ. Όλοι όμως είχαν κάτι κοινό που σε σας δεν βλέπω να υπάρχει. Κανείς σας δεν φοράει ρολόι κι αυτό μου κάνει εντύπωση, γιατί δεν θα γνωρίζετε μετά από δύο ώρες πότε η ώρα είναι εννιά για να δώσετε την απάντησή σας. Κι αυτό μου κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση, γιατί όλοι όσοι πέρασαν από εδώ φορούσαν ρολόι και μάλιστα ήταν και το πρώτο πράγμα που είχαν σκεφτεί γιατί ήθελαν να ξέρουν την ακριβή ώρα που εμφανίζεται το άρμα του Μοκίρ. Πως σας ξέφυγε αυτή η μικρή λεπτομέρεια;
Τα παιδιά κοιτάχθηκαν μεταξύ τους και στο τέλος όλοι κάρφωσαν το βλέμμα τους στον Κοράν. Πως τους είχε ξεφύγει, αλήθεια, αυτή η μικρή λεπτομέρεια; Και πως θα γνώριζαν πότε είναι εννιά η ώρα για να δώσουν την απάντηση; Ο Κοράν αισθάνθηκε λίγο άσχημα, γιατί αυτή η βασική λεπτομέρεια ήταν δική του ευθύνη. Η Κίρα το κατάλαβε..
- Είναι ευθύνη όλων μας. Δεν φταίει ο Κοράν, όλοι γνωρίζαμε την ιστορία και κανείς μας δεν το σκέφθηκε. Είναι ευθύνη όλων μας. Εξάλλου σε αυτό ταξίδι όλοι είμαστε ένα, κανείς δεν είναι μόνος του. Και τα καλά και τα κακά ανήκουν σε όλους μας.
Όλοι συμφώνησαν και ο Κοράν τους είπε ότι αφού έφτασαν μέχρι εδώ, θα καταφέρουν να βρουν και πως η ώρα θα είναι εννιά. Ρώτησε το γέρο για την ακριβή ώρα και μετά αφού υπολόγισε πόση ώρα χρειαζόταν ακόμα μέχρι τις εννιά διαίρεσε την υπολειπόμενη ώρα σε δευτερόλεπτα και ανέλαβε ο καθένας κυκλικά να μετρήσει με συγκεκριμένο ρυθμό και μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός επτά χιλιάδες. Επτά χιλιάδες δευτερόλεπτα τους χώριζαν από την κρίσιμη στιγμή. Όταν κίνησαν να φύγουν, ο γέρος τους σταμάτησε.
- Περιμένετε. Ο χρόνος μου τελείωσε. Αυτό το ρολόι που φοράω δεν το χρειάζομαι πλέον. Μπορείτε να το πάρετε και χαίρομαι που θα το πάρετε εσείς. Είναι ακριβείας. Το είχε φτιάξει ένα πολύ καλός ωρολογοποιός και το είχε δώσει στον πατέρα μου, για δώρο. Ήταν περήφανος ο πατέρας μου για το ρολόι του αυτό και εκείνη τη μέρα που κίνησα και εγώ και έφτασα εδώ του το είχα πάρει χωρίς να του το έχω ζητήσει. Βασικά αν θέλετε, το έκλεψα. Ίσως για αυτό δεν μπόρεσα να απαντήσω στην ερώτηση που ανοίγει το δρόμο για τη χώρα του Σεμπίν. Γιατί έκλεψα το χρόνο κάποιου άλλου. Σας το δίνω λοιπόν για να μπορέσετε να συνεχίσετε το ταξίδι σας. Εξάλλου η σκέψη σας θα πρέπει να είναι αφιερωμένη στην απάντηση που θα δώσετε και όχι στο να μετράτε δευτερόλεπτα. Κι αυτή τη φορά δεν κλέβετε το χρόνο μου όπως εγώ έκλεψα το χρόνο κάποιου άλλου. Πάρτε το…Έβγαλε το ρολόι από το χέρι του και το έδωσε στον Κοράν. Χαμογέλασαν και ευχαρίστησαν το γέρο. Ο γέρος σηκώθηκε και κίνησε να φύγει. Κρατούσε κι ένα μπαστούνι. Φεύγοντας τους αποχαιρέτησε με μια κουβέντα.
- Όποιος δεν μπορεί να κατανοήσει τι είναι το μπαστούνι που κουβαλάει ένας γέρος, τότε δεν μπορεί να κατανοήσει ότι φτιάχνει και το δικό του μπαστούνι την ίδια στιγμή. Η απάντηση είναι μέσα σας κι ίσως εσείς μπορέσετε να τη δώσετε. Ίσως έχετε επιλεγεί για να βρείτε την Κιράνα. Αν είναι έτσι, τότε καλά έκανα και κράτησα το ρολόι ενώ θα μπορούσα να το είχα πετάξει όλα αυτά τα χρόνια. Καλή τύχη.
Τα παιδιά τον συνόδεψαν με το βλέμμα τους.
Ο Λίνος του φώναξε, «Πως σε λένε;»
Ο γέρος απάντησε δυνατά χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του.
- Όπως και σένα, ταξιδευτή...
Ύστερα γέλασε δυνατά και συνέχισε να απομακρύνεται κουτσά, κουτσά. Χάθηκε μέσα στο σούρουπο που άρχισε να πέφτει. Τα παιδιά πήραν το δρόμο για το βράχο. Εκεί, στο βράχο, θα παιζόταν η πρώτη πράξη της περιπέτειάς τους. Ή μήπως η πρώτη πράξη είχε ήδη παιχθεί; Ή η δεύτερη, η τρίτη ή ποιος ξέρει πόσες πράξεις είχαν παιχτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο Κοράν ήταν σκεφτικός.
- Μην στενοχωριέσαι για το ρολόι. Δεν είσαι υποχρεωμένος να τα γνωρίζεις όλα, ούτε να τα σκέφτεσαι όλα, του είπε τρυφερά η Κίρα που του είχε και ιδιαίτερη αδυναμία.
- Δεν σκέφτομαι αυτό. Εκείνο που σκέφτομαι είναι ότι αν δεν ήταν να τα καταφέρουμε, αυτός ο γέρος δεν θα ήταν εδώ. Αυτό σκέφτομαι και τίποτε άλλο…
Στην πραγματικότητα σκεφτόταν αυτό που του είχε καρφωθεί εδώ και δύο ώρες στο μυαλό του. Αλλά αυτό θα τους το έλεγε την τελευταία στιγμή. Ο δρόμος που οδηγούσε στο βράχο δεν ήταν και πολύ μακρύς, γύρω στο ένα χιλιόμετρο. Ανέβηκαν το μικρό ύψωμα και μόλις έφτασαν στην κορυφή κάρφωσαν τα βλέμματά τους στη θάλασσα. Το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας έδινε μια άλλη αίσθηση στο σούρουπο. Η μαγεία της στιγμής, η προσδοκία να καβαλήσουν στο άρμα του Μοκίρ για μια χώρα άγνωστη, για μα χώρα μακρινή, τους ταξίδευε ήδη σε μια άλλη διάσταση. Τα μάτια τους είχαν πάρει ένα τελείως διαφορετικό χρώμα. Αισθανόντουσαν ότι πετούσαν πάνω από τη θάλασσα. Φανταζόντουσαν τον εαυτό τους μέσα στο άρμα, ψηλά στα αστέρια και να τα αγγίζουν με τα χέρια τους. Στη φαντασία τους είχαν αρχίσει να χαϊδεύουν τα λευκά άλογα του Μοκίρ και αυτά κάλπαζαν στον αστρικό ουρανό και τους πήγαιναν από αστέρι σε αστέρι μέχρι την μαγευτική χώρα του Σεμπίν. Ή μήπως τελικά δεν ήταν η φαντασία τους; Μήπως τελικά ο χρόνος τους είχε βρει; Αυτό θα το γνώριζαν σε μερικά λεπτά…
Γύρισαν πίσω στην πραγματικότητά τους, όταν βρήκαν το βράχο. Κάθισαν ακριβώς στην άκρη του και για λίγο σκέφτηκαν τι απαντήσεις μπορούσαν ακόμα να βρουν. Η ώρα της αλήθειας πλησίαζε. Σε λίγο νύχτωσε τελείως, σκοτείνιασε. Το φεγγάρι ήταν μισό. Κοίταζαν χωρίς να μιλάνε. Η ώρα περνούσε και γύρω στις εννιά παρά δέκα, δηλαδή δέκα λεπτά πριν από την κρίσιμη στιγμή, ο Κοράν τους ρώτησε.
- Υπάρχει άλλη απάντηση εκτός από την πέτρα;
Τα παιδιά κούνησαν αρνητικά το κεφάλι τους. Ο Κοράν συνέχισε. «Έχω εγώ κάτι. Όχι απάντηση ακόμα, απλά μια σκέψη. Θέλετε να την ακούσετε;»
Όλοι συμφώνησαν.
- Τι ήταν εκείνο που μας βασάνιζε από χθες το βράδυ που αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι; Τι ήταν εκείνο που βλέπαμε συνέχεια στη διάρκεια του ταξιδιού μας; Τι ήταν εκείνο με το οποίο στενοχωρηθήκαμε, χαρήκαμε, γελάσαμε και μας συνόδευε όλη την ημέρα σήμερα, μπορείτε να μου πείτε;
Κανείς δεν απάντησε και επειδή ο χρόνος περνούσε ο Κοράν συνέχισε.
- Το δίλημμα του Λίνου. Θα έρθει, δεν θα έρθει, το ξύλο που θα φάει. Οι εικόνες του πατέρα του και το βαρύ του χέρι. Ένα δίλημμα όχι και τόσο εύκολο για τη θέση του. Στενοχωρηθήκαμε με τη σκέψη ότι δεν θα έρθει, χαρήκαμε όταν τον είδαμε το πρωί, νευριάζαμε κάθε φορά που μας έπρηζε στη διάρκεια του ταξιδιού και μετά γελάγαμε. Και τώρα, πέντε μόλις λεπτά πριν από τις εννιά, είμαστε όλοι εδώ. Και η μαγική λέξη που λέω είναι όλοι, γιατί η Σινίτρα αν δεν είναι όλοι, δεν είναι η Σινίτρα. Η Σινίτρα είναι εδώ έτοιμη να μπει στο άρμα του Μοκίρ. Γιατί; Γιατί ο Λίνος κατόρθωσε να ξεπεράσει το φόβο του και να ακολουθήσει τους κανόνες αυτού που αγαπάει σήμερα περισσότερο από όλα. Τους κανόνες της ομάδας του, της Σινίτρας. Όχι εύκολα, αλλά το έκανε. Είμαστε όλοι εδώ γιατί ο Λίνος ξεπέρασε το φόβο του. Επομένως τι είναι πιο βαρύ από το σίδερο και κόβεται χωρίς κανένα εργαλείο, η πέτρα ή ο φόβος; Ένα από τα δύο μας βάζει στο άρμα του Μοκίρ και ένα από τα δύο μας γυρίζει πίσω στα σπίτια μας και την απάντηση θα την πάρουμε μαζί. Η πέτρα που σπάει πετώντας την από το βουνό ή ο φόβος που φεύγει όταν θελήσουμε να πάρουμε το δρόμο που αγαπάμε; Τι από τα δύο θα μας βάλει στο άρμα του Μοκίρ για τη χώρα του Σεμπίν; Έχουμε μόνο δύο λεπτά για να διαλέξουμε και αυτή θα είναι μια δική μας πραγματική επιλογή...
Ο Κοράν σταμάτησε να μιλάει, έβγαλε το ρολόι και το ακούμπησε κάτω στο χώμα. Τα παιδιά στάθηκαν σε ένα κύκλο πάνω από το ρολόι και κοιτούσαν τους δείκτες που γύριζαν. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν. Βρήκαν ένα ξύλο και το έπιασαν όλοι μαζί και έγραψαν στο χώμα, δίπλα από το ρολόι μια λέξη. Όταν έγραψαν και το τελευταίο γράμμα η ώρα ήταν ακριβώς εννιά. Η λέξη που έγραψαν όλοι μαζί ήταν, ΦΟΒΟΣ. 

Και τότε έγινε κάτι μαγικό. Ένα λευκό φως που ερχόταν κατευθείαν από ένα μακρινό άστρο άρχισε να τους πλησιάζει. Ένα λευκό φως που ερχόταν πολύ γρήγορα και στο τέλος ένα λευκό άρμα, με δώδεκα λευκά άλογα, πανέμορφα, λιτά, απέριττα, χωρίς κανένα απολύτως στολίδι επάνω τους και ο Μοκίρ. Ένα παιδί, ένα παιδί σαν και αυτά να οδηγεί το άρμα, να χαμογελάει, να τραγουδάει ένα σκοπό, ένα σκοπό που δεν είχαν ξανακούσει ποτέ στη ζωή τους «...στη χώρα του Σεμπίν σε πάει η φαντασία. Τη φαντασία θα τη βρεις εκεί που δεν υπάρχει φόβος. Τη φαντασία θα τη βρεις στη χώρα του Σεμπίν... αγάπη μου Κιράνα, στην άκρη του αλλού, εσύ κι εγώ μαζί ταξιδιώτες του λευκού....»
Ο Μοκίρ έκανε βόλτες το άρμα κι αυτός ο σκοπός από τη μαγική του φωνή ήταν για πολύ ώρα ήταν πάνω από τα κεφάλια τους. Σε λίγο σταμάτησε το τραγούδι. Το πανέμορφο λευκό άρμα στεκόταν ακριβώς πάνω τους. Είχαν γυρίσει και το κοίταζαν. Δεν είχαν δει μέχρι τότε κάτι πιο παραμυθένιο από αυτό. Λευκό χρώμα, λευκό φως παντού.
- Μπορεί να είναι το πιο όμορφο που έχετε δει μέχρι σήμερα, αλλά δεν είναι το πιο όμορφο. Υπάρχουν και άλλα όμορφα και σας περιμένουν. Τι περιμένετε λοιπόν; Άντε ανεβείτε...., τους φώναξε ο Μοκίρ.
- Πως; ξεφώνισαν όλοι μαζί.
- Τι πως; Δεν ξέρετε πως να ανεβείτε; Πλάκα έχετε..
Το γέλιο του ήταν παραμυθένιο. Τα παιδιά κοιτάχθηκαν μεταξύ τους. Πατούσαν στη γη, το άρμα ήταν πάνω τους, ο Μοκίρ χαμογελούσε και αυτά δεν ήξεραν πως να ανέβουν.                           
 - Δεν μπορώ να περιμένω πολύ. Αν δεν ανεβείτε θα φύγω. Σας το λέω , δεν μπορώ να περιμένω πολύ. Ο χρόνος έχει τις δικές του πύλες. Και θα χάσετε το χρόνο. Αρκετά δεν κουραστήκατε σήμερα για να τον βρείτε;
Η Κίρα ήταν κατενθουσιασμένη. Από αυτήν ξεκίνησαν όλα. Δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της και ξαφνικά φώναξε,
- Ας πετάξουμε, ας πετάξουμε για το άρμα του Μοκίρ…
Όλοι χαμογέλασαν και φώναξαν, «Ας πετάξουμε, ας πετάξουμε, πως αλλιώς θα ανεβούμε αν δεν πετάξουμε; Δεν υπάρχει σκάλα…» Πιάστηκαν χέρι, χέρι και γελώντας άρχισαν να χοροπηδάνε για να πετάξουν. Ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να ανεβαίνουν προς τα ψηλά, σαν μια δύναμη να τους τραβούσε προς τα πάνω και σε μια στιγμή βρέθηκαν μέσα στο πανέμορφο άρμα, δίπλα στο Μοκίρ που τους κοιτούσε γελώντας. Και μόλις επιβιβάσθηκαν στο περίεργο αυτό όχημα ο οδηγός τους ξανάρχισε το βιολί του «...στη χώρα του Σεμπίν σε πάει η φαντασία. Τη φαντασία θα τη βρεις εκεί που δεν υπάρχει φόβος. Τη φαντασία θα τη βρεις στη χώρα του Σεμπίν... αγάπη μου Κιράνα, στην άκρη του αλλού, εσύ κι εγώ μαζί, ταξιδιώτες του λευκού....»
Τράβηξε τα ηνία και είπε μια λέξη.
- Σάβιρα…
Και το άρμα άρχισε να τρέχει. Τα πανέμορφα άλογα κάλπαζαν στον ουρανό λες και πατούσαν στη γη και ο Μοκίρ φώναζε,
- Σάβιρα, σάβιρα, για τη χώρα του Σεμπίν....
Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Βόλτα στα αστέρια μέσα σε ένα πανέμορφο λευκό άρμα. Δεν χρειαζόταν να δεθούν, δεν χρειαζόταν να βάλουν ζώνες ασφαλείας, τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν στο άρμα του Μοκίρ. Όσες τούμπες και αν έκανε, όσες στροφές και αν έφερνε, είτε πετούσε ίσια, είτε πετούσε ανάποδα, δεν έπεφτε κανείς. Ο Μοκίρ έκανε διάφορα και τα παιδιά είχαν ξελιγωθεί στο γέλιο. Η χαρά τους ήταν απέραντη, ο ενθουσιασμός τους ήταν απίστευτος και ο Μοκίρ, αυτός ο υπέροχος οδηγός, φρόντιζε να κάνει τα πάντα με τα μαγικά του άλογα για να τα διασκεδάζει. Εξάλλου το άξιζαν. Μόνο τα παιδιά της Σινίτρα θα μπορούσαν να καταλάβουν ότι για να μπεις στο άρμα του Μοκίρ πρέπει να ξεπεράσεις το φόβο σου. Και δεν ήταν αλήθεια; Μπορεί ο καθένας να κάνει τούμπες στα αστέρια χωρίς να είναι δεμένος ; Οι περισσότεροι φοβούνται και μόνο με την ιδέα ότι θα αφήσουν τα πόδια τους από τη γη. Σίγουρα το άξιζαν και για το λόγο αυτό ο Μοκίρ δεν έπαιρνε στο άρμα του τον οποιονδήποτε.

(συνεχίζεται )


ΚΙΡΑΝΑ- Η χώρα του αλλού- 2ο μέρος - Το ταξίδι

2ο μέρος  
                                                     Το ταξίδι 




Κάθε βράδυ είχαν συνάντηση στο κρησφύγετό τους. Ήταν μια σπηλιά, που την είχε ανακαλύψει η Κίρα όταν τυχαία έκανε βόλτα με το ποδήλατό της στην περιοχή αυτή. Είχε ακολουθήσει ένα αδέσποτο σκυλί στην παραλία και αυτό την οδήγησε μέσα στη σπηλιά που ήταν αδύνατον να τη βρει κανείς με γυμνό μάτι. Είχε γύρω στα δέκα μέτρα βάθος και πέντε μέτρα από την είσοδο της σπηλιάς έσκαγε η θάλασσα. Εκεί συνήθιζαν τα βράδια να αναλύουν και να επεξεργάζονται τις πληροφορίες που είχαν μαζέψει την ημέρα.
          Η βραδινή τους συνάντηση γινόταν στις οκτώ κι ήταν πάντοτε όλοι τους στην ώρα τους, χωρίς καμία καθυστέρηση. Ένα βράδυ όμως, η Κίρα άργησε χωρίς να έχει ειδοποιήσει κανέναν πριν, αυτό τους φάνηκε περίεργο στην αρχή αλλά δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία, θεώρησαν ότι κάτι θα της είχε τύχει, την περίμεναν για λίγο κι αφού είδαν ότι δεν ερχόταν, ο Κοράν κήρυξε την έναρξη της συνάντησης λέγοντας ότι , η Κίρα κάποιο πρόβλημα θα είχε και αργά ή γρήγορα θα εμφανιζόταν. Όμως η συνάντηση προχώρησε, δεν οδήγησε πουθενά και η Κίρα δεν είχε εμφανισθεί. Έτσι αποφάσισαν να φύγουν, θα έβρισκαν την Κίρα το πρωί και θα μάθαιναν νέα της, αλλά την τελευταία στιγμή η Κίρα λαχανιασμένη, εμφανίσθηκε στην είσοδο της σπηλιάς , τόσο λαχανιασμένη που σχεδόν κόντεψε να λιποθυμήσει.  
  - Ευτυχώς που σας πρόλαβα. Δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω και το ποδήλατό μου στο τέλος δεν τράβαγε, κουράστηκα πολύ…
 Τη βοήθησαν να καθίσει στην πέτρα της, γιατί καθένας τους είχε την καρέκλα του, βασικά την πέτρα του. Κάθε καρέκλα ήταν και μια πέτρα που είχε διαλέξει ο καθένας για τον εαυτό του, όπου με μπογιά είχε γράψει και το όνομά του. Αυτές οι καρέκλες τους είχαν τοποθετηθεί κυκλικά, ώστε να βλέπουν ο ένας τον άλλον. Την ιδέα την είχαν δανειστεί από το παραμύθι του Βασιλιά Αρθούρου και της στρογγυλής τράπεζας και είχαν φτιάξει και ένα στρογγυλό τραπέζι από ξύλο, το οποίο είχαν «κλέψει» από ένα ξυλουργείο, για βάση του τραπεζιού είχαν χρησιμοποιήσει, τι άλλο από, διάφορες πέτρες! 
-Τι έγινε;  τη ρώτησε ο Κοράν. Όλοι είχαν ανοίξει διάπλατα τα αυτιά τους και περίμεναν την ιστορία της, αισθάντονταν ότι η Κίρα κάτι σημαντικό είχε να τους πει. Εκείνη προσπαθούσε ακόμα να βρει το ρυθμό της. Έπαιρνε συνεχώς βαθιές αναπνοές και κάποια στιγμή άρχισε να τους διηγείται την ιστορία της.
         - Είχα πάρει το δρόμο του πάρκου με τις κόκκινες κούνιες και ένας γέρος, ένας πολύ όμορφος γέρος, με μούσι και πράσινα μάτια καλοστεκούμενος μου έκανε νόημα να σταματήσω. Καθόταν σε ένα παγκάκι και μου ζήτησε να κάτσω δίπλα του. Στην αρχή κίνησα να φύγω αλλά τότε μου φώναξε ότι αν ήθελα να βρω την Κιράνα θα έπρεπε να ακούσω την ιστορία του. Συγκλονίστηκα και για μια στιγμή τα έχασα. Αλλά αποφάσισα να μείνω, γιατί το πρόσωπό του μου έλεγε να τον ακούσω. Ήταν μεγάλη ιστορία και νομίζω αληθινή. Για αυτό άργησα και ήθελα να σας προλάβω. Να σας την πω σήμερα. Είμαι χαρούμενη γιατί είμαι σίγουρη ότι ο δρόμος για την Κιράνα άνοιξε. Αλλού ψάχναμε και αλλού ήταν. Θέλετε να ακούσετε την ιστορία;
          Η ερώτηση, φυσικά, ήταν περιττή. Και βεβαίως η ώρα δεν είχε καμία σημασία. Είναι αυτό που λέμε, σταματά ο χρόνος μερικές φορές… Η Κίρα ξεκίνησε την ιστορία του γέρου. Στο τέλος όλοι είχαν μείνει άφωνοι.
         - Απίστευτο! Η Μάλι δεν μπόρεσε να κρατήσει κρυφό τον ενθουσιασμό της.
         - Αυτό δεν θα μπορούσε να το φανταστεί κανείς, συμπλήρωσε ο Ανος.
         - Αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή τότε δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Θα πρέπει αύριο το πρωί να μπει σε εφαρμογή η φάση νούμερο δύο, δηλαδή αμολάμε τις δικαιολογίες, παίρνουμε από ένα σάκο ο καθένας και φεύγουμε. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν αμέσως με τον Κοράν, εκτός από το Λίνο. Είχε τους δισταγμούς του.
         - Δεν ξέρω, δεν είμαι έτοιμος. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να φύγω από το σπίτι για αυτό το ταξίδι.
Έδειξε φανερά στενοχωρημένος. Και λέγοντας αυτό, γνώριζε ότι εκείνη τη στιγμή μόλις είχε παραβεί τη μεγαλύτερη υπόσχεση που είχε δώσει στη ζωή του. Ο Κοράν δεν άφησε κανένα να μιλήσει. Πήρε την πρωτοβουλία να θυμίσει στο Λίνο τις υποχρεώσεις του. Αυτό το θεώρησε, για εκείνη τη στιγμή, καθήκον του ως αρχηγός.
         - Η Σινίτρα είναι πάνω από όλα. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας και αυτό τον κανόνα δέχθηκες όταν έγινες μέλος της. Τον θυμάσαι; Δεν θέλω να σε πιέσω αλλά αυτό τον κανόνα τον δεχθήκαμε όλοι εδώ. Και σε αυτό τον κανόνα πιστεύουμε όλοι. Αν σπάσει αυτός ο κανόνας, τότε αυτή η παρέα θα διαλυθεί και η Σινίτρα δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Εξάλλου τι θα γίνει διαφορετικό για σένα από ότι θα γίνει για εμάς; Ότι και να γίνει όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Θα σε βοηθήσουμε. Στη Σινίτρα ό ένας βοηθάει τον άλλον. Λοιπόν, μήπως θέλεις να το ξανασκεφτείς;
Ο Λίνος είχε χαμηλώσει το κεφάλι του και με ένα ξύλο ζωγράφιζε διάφορα σχέδια στην άμμο της σπηλιάς. Μονολογούσε…
          - Έχει και ένα χέρι, ούτε αρκούδα δεν έχει τέτοιο χέρι…
Η Μάλι τον χάιδεψε στο κεφάλι και προσπάθησε να πάρει λίγη από τη στενοχώρια του.
         - Μη ζορίζεσαι. Σημασία έχει, ότι κάνουμε, να θέλουμε να το κάνουμε. Πολλές φορές τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Ο Κοράν έχει υποχρέωση να σου πει ότι σου είπε. Αλλά και μόνοι μας θα τα καταφέρουμε. Απλά σε χρειαζόμαστε. Και πάνω από όλα σε θέλουμε. Δεν βρίσκεσαι τυχαία στη Σινίτρα. Για να είσαι εδώ σημαίνει ότι κάτι έχεις να μας δώσεις και αυτό το χρειαζόμαστε. Αλλά και πάλι αν δεν μπορείς, θα το καταλάβουμε. Αλλά νομίζω ότι όποιος πραγματικά θέλει να κάνει κάτι, μπορεί και βρίσκει τον τρόπο για να το κάνει.
Ο Λίνος άρχισε να δακρύζει.
         - Θέλω πολύ να έρθω, το ξέρετε. Αλλά ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός. Σκέφτομαι το ξύλο που θα φάω μετά και δεν μου αρέσει. Οι δικοί σας γονείς το πολύ, πολύ να σας βάλουν μια τιμωρία, αλλά ο δικός μου ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Θα με σαπίσει στο ξύλο όταν γυρίσω.
        - Είσαι σίγουρος; Αν βρούμε την Κιράνα κανείς δεν θα τολμήσει να σε αγγίξει. Θα είμαστε τα πιο διάσημα παιδιά στον κόσμο. Ούτε και αυτός ο πατέρας που λες θα τολμήσει να σε αγγίξει. Δεν πηγαίνουμε κάποιο τυχαίο ταξίδι. Την Κιράνα ψάχνουμε. Και ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει Κιράνα. Για σκέψου το λίγο.
Αυτή η προσέγγιση του Κοράν τον έκανε για μια στιγμή να ξεχάσει τις προηγούμενες σκέψεις και ήταν έτοιμος να δώσει το χέρι, αλλά μια ερώτηση του ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό.
         - Κι αν δεν την βρούμε; Τι θα γίνει αν δεν την βρούμε; Τότε θα πέσει το ξύλο της αρκούδας. Και πραγματικά ο πατέρας μου είναι σαν αρκούδα και έχει και ένα χέρι που να σας λέω...
Τα παιδιά γέλασαν. Γνώριζαν τον πατέρα του και το χέρι του. Ο Λίνος στις περιγραφές του ήταν ακριβής. Έλεγε, ακριβώς, αυτό που εννοούσε. Οι εικόνες του ήταν, σχεδόν, πραγματικές.
          - Εντάξει. Αύριο το πρωί στις οκτώ εδώ. Με τους σάκους μας. Αν ο Λίνος δεν θελήσει να έρθει το καταλαβαίνουμε και θα ξεκινήσουμε οι υπόλοιποι. Αν όμως αποφασίσει να έρθει μαζί μας, τότε στις οκτώ. Οκτώ και δέκα έχουμε φύγει, αφού πρώτα βεβαιωθούμε ότι έχουμε πάρει ότι χρειαζόμαστε.
         Η απόφαση είχε παρθεί. Ο κύβος ερίφθη. Κίνησαν για το σπίτι τους, ο καθένας με το ποδήλατό του, όπως είχαν έρθει. Συνήθιζαν να φεύγουν ένας, ένας και όχι όλοι μαζί για να μην γίνονται «κράχτης». Τη σπηλιά δεν τη γνώριζε κανείς, εκτός από τα μέλη της Σινίτρα. Ήταν το μυστικό τους αρχηγείο. Εκεί πήγαινε, μόνο, όποιος είχε χρησθεί εκλεκτός. Όλοι τους, εκτός από το Λίνο, ανυπομονούσαν για την επόμενη μέρα και το βράδυ έμοιαζε ατέλειωτο. Τακτοποίησαν το σάκο τους και όπως συνήθιζαν, από άλλες αποστολές, τον φυγάδευσαν το βράδυ πριν κοιμηθούν και αφού είχαν σιγουρευτεί ότι οι δικοί τους είχαν πέσει για ύπνο. Για να μην τους δει κανείς. Ήταν συνήθης διαδικασία και ασφαλής…
         Η μόνη δυσαρμονία στη χαρά αυτής της διαδικασίας ήταν ο Λίνος, που δεν κοιμήθηκε καθόλου γιατί στο μυαλό του στροβίλιζε το δίλημμα. Ήξερε όμως, ότι την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Για καλό και για κακό όμως ετοίμασε το σάκο του και τον φυγάδευσε κι αυτός. Την απόφασή του θα την έπαιρνε την τελευταία στιγμή. Το πρωί.
Την άλλη μέρα, στις οκτώ, όπως είχαν συμφωνήσει, οι τέσσερίς τους ήταν στη σπηλιά. Ο Κοράν έδωσε τις τελευταίες «εντολές.»
          - Ανοίγουμε τους σάκους και κοιτάζουμε τι έχουμε μέσα. Αν λείπει κάτι που δεν είναι απαραίτητα χρήσιμο ξεκινάμε για το ταξίδι. Αν όχι, κοιτάζουμε μήπως η έλλειψη μπορεί να καλυφθεί από κάποιο άλλο μέλος. Αν είναι πολύ απαραίτητο τότε σε μισή ώρα ξαναβρισκόμαστε εδώ.
           Μετά τον καθιερωμένο έλεγχο προέκυψε ότι τα πράγματα ήταν σωστά και δεν υπήρχαν ελλείψεις. Ο Λίνος όμως δεν είχε έρθει. Αυτό τους στενοχώρησε. Ζήτησαν από τον Κοράν να τον περιμένουν για λίγο. Ο Κοράν κούνησε το κεφάλι του και τους είπε.
          - Αν ήταν θα είχε έρθει. Κι εγώ στενοχωριέμαι αλλά δεν έχουμε χρόνο. Δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε και φεύγουμε.
Δεν ήταν λιγότερο στενοχωρημένος από τους άλλους, αλλά δεν ήταν τυχαία ο αρχηγός τους. Όλοι τους είχαν την ίδια αίσθηση. Άφηναν πίσω ένα κομμάτι τους. Ποτέ στο παρελθόν, από τότε που είχε ιδρυθεί η Σινίτρα, δεν είχε απουσιάσει μέλος της από αποστολή. Οι αποστολές της Σινίτρα ήταν ιερές. Και αυτή ήταν πάνω από όλες. Έτσι αισθανόντουσαν σε αυτή την παρέα. Όλοι μαζί ενωμένοι και αν κάποιος έλειπε, ένα δικό τους κομμάτι έλειπε. Ο Κοράν θεώρησε σωστό να πει κάτι ακόμα.
           - Και μόνο που αισθανόμαστε έτσι ο ένας για τον άλλον σημαίνει ότι η Σινίτρα είναι μια παρέα που μπορεί να λειτουργήσει και με ένα μόνο μέλος της σαν να λειτουργούσε με όλα μαζί. Αυτή η σκέψη μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί κάτι άλλο αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να γίνει.
Βγαίνοντας από τη σπηλιά, όμως, τους περίμενε μια έκπληξη. Ο Λίνος καθόταν σε ένα βράχο και πετούσε πέτρες στη θάλασσα. Η Μάλι έτρεξε κοντά του.
            - Πόση ώρα είσαι εδώ;
            - Δεν ξέρω, νομίζω λίγη. Δεν ήθελα να μπω στη σπηλιά.
            - θα έρθεις μαζί μας; τον ρώτησε η Κίρα.
             - Για να είμαι εδώ.
Το αποφάσισε, αλλά με βαριά καρδιά. Ο Κοράν τον σκούντησε στον ώμο.
         - Σήκω, αν είναι να φας ξύλο μετά τουλάχιστον κοίταξε να αξίζει τον κόπο και έλα να ευχαριστηθείς το ταξίδι, τότε θα αξίζει το ξύλο που θα φας, αν είναι να σκέφτεσαι το ξύλο που θα φας και χάσεις την περιπέτεια, τότε δεν θα αξίζει το ξύλο που θα φας,  αν το φας. Εμπρός πάμε.
Ο Κοράν χαμογελούσε, όπως και όλοι τους. Η παρέα ξεκινούσε πλήρης.
           - Θα πάρουμε ποδήλατα; ρώτησε η Κίρα.
          - Σε αυτή την αποστολή νομίζω ότι τα πόδια μας είναι ότι πιο χρήσιμο έχουμε. Τα ποδήλατα θα μας δημιουργήσουν δυσκολίες. Τι λέτε;
Όλοι συμφώνησαν με τον Κοράν, άφησαν τα ποδήλατά τους στη σπηλιά και κίνησαν με τα πόδια. Ο Κοράν έκανε μια ερώτηση στην Κίρα.
          - Τι σου είπε ο γέρος για τη χώρα του Σεμπίν;
         - Κάθε βράδυ, στις εννιά, στη δυτική πλευρά της πόλης, εκεί όπου ο βράχος σκεπάζει τη θάλασσα σαν μπαλκόνι, εμφανίζεται το άρμα του Μοκίρ. Αυτό το άρμα δεν το έχει δει κανείς μέχρι σήμερα,  αλλά όποιος μπορέσει να το δει, με τα δώδεκα λευκά άλογα και το καλέσει, τότε το άρμα έρχεται και τον παίρνει και τον ταξιδεύει στη χώρα του Σεμπίν. Αυτό μου είπε.
         - Τότε ξεκινάμε για τη δυτική πλευρά της πόλης, για το βράχο. Θα πρέπει στις εννιά η ώρα, ακριβώς, να είμαστε εκεί. Και τι είπε ο γέρος ότι πρέπει να κάνουμε για να δούμε το άρμα του Μοκίρ;
       - Δεν θυμάμαι ακριβώς Κοράν. Νομίζω πως είπε ότι, το άρμα του Μοκίρ μπορεί να το δει μόνο όποιος κατορθώσει να απαντήσει σε μια ερώτηση που θα κάνει στον εαυτό του εκείνη την ώρα. Ο Μοκίρ θα ακούσει την απάντησή του και αν αυτή είναι σωστή, τότε θα κάνει την εμφάνισή του.
Ο Κοράν προβληματίσθηκε. Έπειτα τη ρώτησε.
           - Και ποια είναι η ερώτηση Κίρα που πρέπει να απαντηθεί; Θα πρέπει να την ξέρουμε από τώρα για να τη σκεφτούμε σε όλη τη διαδρομή. Τη θυμάσαι με σιγουριά; Γιατί λάθος ερώτηση σημαίνει και λάθος απάντηση.
           - Ναι, αυτή τη θυμάμαι, είμαι σίγουρη, δηλαδή. Είναι περίεργη ερώτηση. Δεν ξέρω αν θα μπορέσει κανείς μας να βρει την απάντηση. Εγώ τη σκέφτομαι από χθες το βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω κάποια απάντηση.
          - Πες την, θα τη σκεφτούμε και ο καθένας θα δώσει τη δική του απάντηση. Στο τέλος θα διαλέξουμε ποια θα δώσουμε.
Σε αυτή τη δήλωση του Κοράν συμφώνησαν όλοι. Η Κίρα τους είπε την ερώτηση που της είχε δώσει ο γέρος.
          - Τι είναι ποιο βαρύ από όλο το σίδερο της γης και κόβεται χωρίς κανένα απολύτως εργαλείο; Αυτή ήταν η ερώτηση που μου είπε ο γέρος και μου είπε ότι έχουμε μόνο μια ευκαιρία, δεύτερη δεν υπάρχει.
    Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους και πραγματικά κατάλαβαν ότι αυτή η ερώτηση ήταν πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Μια πολύ δύσκολη ερώτηση στην αρχή του ταξιδιού τους και αυτή θα έπρεπε να την απαντήσουν αν ήθελαν να φτάσουν στη χώρα του Σεμπίν με το άρμα του Μοκίρ. Και για αυτό είχαν μόνο δώδεκα ώρες μέχρι να φτάσουν στο βράχο. Δώδεκα ώρες ταξιδιού, που η απάντηση σε ένα γρίφο θα ‘βασάνιζε’ το μυαλό τους. Μια απάντηση που θα τους άνοιγε το δρόμο για τη μαγική Κιράνα. Αλλά κι αυτή η σκέψη θα τους συνόδευε τις πρώτες αυτές ώρες. Αν τα κατάφερναν, τότε η Σινίτρα έμπαινε σε ένα ιστορικό χωρόχρονο. Στο χωρόχρονο της Κιράνα.
          - Η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι πραγματικά πολύ δύσκολη. Αλλά μην πιέζετε τον εαυτό σας, απλά προσπαθήστε να βρείτε μερικές απαντήσεις. Όσο χαζές και αν νομίζετε ότι είναι, να τις πείτε. Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται μέσα μας και πιστεύω ότι τελικά θα κατορθώσουμε να τη βρούμε. Αλλά και πάλι αν δεν γίνει, δεν έγινε και τίποτε. Δεν έχουμε να χάσουμε απολύτως τίποτε, μπορεί όμως να κερδίσουμε κάτι. Αυτό να σκέφτεστε και ότι απαντήσεις δώσετε να τις θυμάστε για να τις έχουμε πρόχειρες και γρήγορες για να διαλέξουμε. Προς το παρόν έχουμε δώδεκα ώρες για να φτάσουμε στο βράχο.
           Αυτή ήταν η κατεύθυνση του αρχηγού τους. Όχι και άσχημη για ένα παιδί δώδεκα ετών. Όχι και άσχημη.
           Το ταξίδι τους για το βράχο περνούσε μέσα από την πόλη και μερικά χιλιόμετρα από τα δυτικά της προάστια. Εκείνη τη μέρα , παρά το γεγονός ότι σκεφτόντουσαν διαρκώς την ερώτηση του γέρου, παρατηρούσαν τα γεγονότα γύρω τους με ένα διαφορετικό μάτι. Κάποια στιγμή μια νεαρή μητέρα μάλωνε το μικρό της κοριτσάκι γιατί της είχε ξεφύγει και κόντεψε να περάσει το δρόμο, όπου πιθανόν να την πατούσε ένα αυτοκίνητο. Ο τρόπος που η μητέρα μάλωσε το κοριτσάκι της ήταν άσχημος. Αυτό τους τράβηξε την προσοχή.
           - Το είδατε αυτό; ρώτησε ο Λίνος.
           - Το είδαμε, απάντησαν όλοι μαζί.
        - Και τι έχετε να πείτε; Τι φταίει το κοριτσάκι; Δεν ξέρει ότι είναι δρόμος. Αν το ήξερε δεν θα προσπαθούσε να τον περάσει. Ηλίθιες μητέρες. Έτσι ξεκινάει πάντα.
           - Μην σκέφτεσαι συνέχεια τον πατέρα σου και το ξύλο που θα φας. Τέλειωσε αυτό. Τώρα πηγαίνουμε στο βράχο και έχουμε να απαντήσουμε σε μια πολύ σοβαρή ερώτηση. Αν σκέφτεσαι τον πατέρα σου δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτε. Και σε χρειαζόμαστε. Ο καθένας χρειάζεται τη σκέψη του άλλου.
             Όλοι συμφώνησαν με τον Άνο και ο Λίνος προσπάθησε να ξεφύγει από την εικόνα του ξύλου που θα έτρωγε όταν θα γύριζε, αλλά τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την ημέρα δεν τον άφησαν σε ησυχία. Συνέχεια του το θύμιζαν…
            Παρακάτω ένας πατέρας έδερνε το γιο του γιατί είχε πέσει με το ποδήλατό του πάνω σε μια γριά και την είχε τραυματίσει. Δεν την είχε δει και ο μικρός προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι δεν την είχε δει.
           - Είσαι στραβός; Ολόκληρος άνθρωπος ήταν μπροστά σου. Που είναι το μυαλό σου; Το έχεις χάσει τελευταία.., και δωσ΄ του ξύλο ο πατέρας στο γιο.
           Ο Λίνος τρόμαξε με αυτή την εικόνα και για μια στιγμή σκέφθηκε να το βάλει στα πόδια και να γυρίσει πίσω. Τελικά στο τέλος όλοι άρχισαν να γελάνε με αυτή την κατάσταση και να διακωμωδούν την «κατάρα» του φίλου τους. Άρχισαν και τα πειράγματα. Πως θα γινόταν διαφορετικά; Δεν άκουγε σοβαρά, δεν άκουγε φιλικά, δεν άκουγε με τον οποιονδήποτε τρόπο. Ε! Καιρός ήταν λοιπόν να δοκιμάσουν και κάτι διαφορετικό και πράγματι τα πειράγματά τους είχαν καλύτερο αποτέλεσμα.
          - Μέχρι να φτάσουμε στο βράχο ο Λίνος θα το έχει φάει ήδη το ξύλο, χωρίς ο πατέρας του να τον έχει ακουμπήσει καν…
          Με αυτή τη σκέψη του Κοράν, όλοι γέλασαν με την ψυχή τους, ακόμα και ο Λίνος. Και πράγματι στη διαδρομή δεν ήταν και λίγες οι περιπτώσεις όπου οι γονείς μάλωναν τα παιδιά τους για τις ζαβολιές τους. Φτάνοντας στην άκρη της δυτικής πλευράς της πόλης και παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο προς το βράχο είχε πέσει ήδη νωρίς το απόγευμα. Τα παιδιά δεν είχαν ρολόι μαζί τους και σκέφθηκαν να ρωτήσουν την ώρα. Ήταν τέσσερις το απόγευμα.
           - Έχουμε πέντε ώρες ακόμα, είπε ο Κοράν.
           - Νομίζω ότι φτάνουν… Η Κίρα έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε. Μέχρι το βράχο είναι ακόμα δυο ώρες. Μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο και να πούμε μερικά πράγματα. Τι έχει σκεφτεί ο καθένας.
           - Έτσι λέω και εγώ. Νομίζω ότι ξέρω που είναι ο βράχος. Υπάρχει ένας χωματόδρομος που περνάει μέσα από ένα μικρό ύψωμα και οδηγεί εκεί. Εξάλλου αισθάνομαι πολύ κουρασμένη. Η Μάλι, χωρίς να περιμένει την αντίδραση των άλλων, έβγαλε το σακίδιο από τον ώμο της και έκατσε στην άκρη του δρόμου κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να τρίβει τα πόδια της.
          - Δεν είσαι πολύ μικρή ακόμα για να το κάνεις αυτό;
          - Ξέρω, ξέρω Κίρα και εγώ σε αγαπάω μην ανησυχείς. Άλλωστε δεν νομίζω ότι θα πεθάνω, κάτι άλλο πρέπει να υπάρχει εκτός από το θάνατο, διαφορετικά δεν θα έψαχναν όλοι για την αθανασία, απλά και για εκεί δεν γνωρίζουν το δρόμο, όπως δεν τον γνωρίζουν για την Κιράνα.                                 
Όλοι χαμογέλασαν με αυτή τη σκέψη της Μάλι. Είχε καλό μυαλό και πολλές φορές τους είχε φανεί χρήσιμο. Όταν κάθισαν ο Κοράν είπε πρώτος τη σκέψη του.
       - Πιο βαρύ από το σίδερο και να κόβεται χωρίς κανένα εργαλείο δεν υπάρχει. Ότι είναι πιο βαρύ από το σίδερο δεν μπορεί να κοπεί χωρίς εργαλείο. Η γνώμη μου λοιπόν στην απάντηση αυτή είναι ότι, αυτό που ζήτησε ο γέρος να απαντήσουμε δεν υπάρχει. Είναι τίποτα, δεν υπάρχει. Νομίζω ότι η απάντηση είναι το τίποτα.
    - Δεν συμφωνώ… Ο Άνος βιάστηκε να πάρει το λόγο και χωρίς να αφήσει κανέναν να τον διακόψει συνέχισε, υπάρχει κάτι που είναι πιο βαρύ από σίδερο και για να το κόψεις δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο. Το σκέφτομαι όση ώρα περπατάμε και νομίζω ότι έχω βρει την απάντηση. Έκανε μια παύση. Όλοι περίμεναν με αγωνία τη συνέχεια. Η πέτρα,  η πέτρα είναι πιο βαριά από σίδερο και δεν χρειάζεσαι κανένα εργαλείο για να τη σπάσεις, μπορείς να τη σπάσεις με μια πιο βαριά πέτρα ή μπορείς να την πετάξεις και θα σπάσει μόνη της. Νομίζω ότι η απάντηση είναι η πέτρα, υπάρχουν πολλές πέτρες και σίγουρα θα υπάρχουν και πέτρες που είναι πιο βαριές από όσο σίδερο υπάρχει κι αν αυτές τις πέτρες τις πετάξεις πάνω από ένα βουνό θα σπάσουν κι έτσι δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις κανένα απολύτως εργαλείο. Νομίζω ότι η απάντηση στην ερώτησή μας είναι η πέτρα.
Βρήκαν τη σκέψη αυτή λογική. Ίσως να είχαν την απάντησή τους και μάλιστα τέσσερις ώρες πριν την κρίσιμη στιγμή. Η Μάλι και η Κίρα βιάσθηκαν να συμφωνήσουν με τον Ανο. Το ίδιο και ο Λίνος αλλά ο Κοράν είχε τις αμφιβολίες του. Ήταν προβληματισμένος.
         - Την κρατάμε την απάντηση αυτή, αλλά θα προσπαθήσουμε και για καλύτερη. Άλλωστε μέχρι αυτή τη στιγμή μόνο αυτή την απάντηση έχουμε. Αν δεν υπάρξει καλύτερη, τότε αυτή την απάντηση θα δώσουμε και θα τη δώσει για όλους μας ο Ανος. Αλλά συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε γιατί κάτι μέσα μου λέει ότι δεν είναι αυτή η απάντηση που χρειαζόμαστε. Κάτι τέτοιο αισθάνομαι...
Τα πρόσωπα των παιδιών συνοφρυώθηκαν γιατί το ένστικτο του Κοράν δεν έπεφτε έξω, συνήθως. Νόμιζαν ότι είχαν βρει την απάντηση, ονειρεύτηκαν τους εαυτούς τους να ταξιδεύουν για τη μαγική χώρα του Σεμπίν, αλλά αυτή η στιγμή κράτησε πολύ λίγο. Η θέση του αρχηγού τους, τους κλόνισε. Νόμισαν ότι ήταν έτοιμοι να πετάξουν πάνω από τα σύννεφα καβάλα σε ένα κατάλευκο άρμα που θα το έσερναν δώδεκα λευκά άλογα. Νόμισαν ότι θα βρισκόντουσαν από τη μια στιγμή στην άλλη στη χώρα του Σεμπίν, που κατά το γέρο ήταν μια όμορφη παράξενη χώρα, που θα τους οδηγούσε στην Κιράνα. Νόμισαν ότι είχαν φτάσει στο τέλος αυτού του γρίφου και ξαφνικά ο αγαπημένος τους αρχηγός τους έδωσε την πραγματική εικόνα. Απλά, νόμισαν. Δεν ήταν σίγουροι, νόμισαν. Και θα έπρεπε να το θυμούνται αυτό γιατί μια λάθος απάντηση στην αρχή θα τους οδηγούσε ξανά πίσω, εκεί από όπου ξεκίνησαν. Κι όλα αυτά τα χιλιόμετρα κι ο κόπος των τελευταίων ημερών θα πήγαινε τελείως χαμένος. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον, έψαξαν για άλλες απαντήσεις, αλλά άλλες απαντήσεις δεν υπήρχαν, τουλάχιστον εκείνη η στιγμή. Το καλό όμως ήταν ότι η στιγμή της απάντησης δεν είχε έρθει ακόμα. Με αυτή την έννοια ο χρόνος ήταν ακόμα με το μέρος τους!
          Ο Λίνος μονολόγησε κάτι και κατσούφιασε.
         - Τι είπες; τον ρώτησε η Κίρα.
      - Σκέφτομαι το χέρι του. Μια αρκούδα έχει ελαφρύτερο χέρι. Είναι βαρύ σαν σίδερο και αυτό δεν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις.
     - Αυτό κι αν χρειάζεσαι εργαλείο για να το κόψεις, φώναξε γελώντας η Μάλι και συνέχισε. Λέτε η απάντηση να είναι το χέρι του πατέρα του Λίνου;. Αυτό το αστείο έδωσε καινούργια πνοή στην παρέα. Τη χρειαζόντουσαν.
       Ο Κοράν ήταν σκεφτικός. Πιο σκεφτικός από τις προηγούμενες φορές. Ίσως κάτι είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στο μυαλό του. Ίσως κάτι περίεργο αλλά τόσο αληθινό που κανείς δεν θα μπορούσε να το δει πέρα από την παιδική φαντασία. Θα το σκεφτόταν για τις επόμενες δύο ώρες που χρειαζόταν για να φτάσει στο βράχο. Ίσως, ποιος ήξερε, ίσως ο γέρος να γνώριζε πολύ καλά τι έλεγε. Ίσως, αλλά αυτή του τη σκέψη, θα τους την έλεγε μόνο την τελευταία στιγμή κι εφόσον δεν υπήρχε κάτι άλλο πιο λογικό. Μετά από δυο ώρες περπάτημα έφτασαν στο χωματόδρομο για τον οποίο τους είχαν μιλήσει τα κορίτσια. Ήταν ένας μικρός δρομάκος που περνούσε μέσα από ένα ύψωμα ακριβώς δίπλα στη θάλασσα. Στην αρχή του δρόμου ένας άλλος γέρος καθόταν και χάζευε τη θάλασσα. Τα παιδιά τον πλησίασαν.

(συνεχίζεται)