Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

ΚΙΡΑΝΑ- Η χώρα του αλλού - 3ο μέρος - Το άρμα του Μοκίρ

3ο μέρος
                                               Το άρμα του Μοκίρ

                                                    
 - Καλησπέρα. Τι ώρα είναι; τον ρώτησε ο Κοράν.
- Επτά, απάντησε αυτός. Ύστερα τους ρώτησε. Για που κινήσατε μικρά παιδιά στην ηλικία σας; Φύγατε από το σπίτι σας ?
- Πηγαίνουμε στο βράχο…, βιάστηκε να απαντήσει ο Λίνος. Όλοι τον αγριοκοίταξαν γιατί πρόδωσε το μικρό τους μυστικό.
- Α! Στο βράχο..., έκανε ο γέρος. Πηγαίνετε για να βρείτε το άρμα του Μοκίρ που θα σας ταξιδέψει στη χώρα του Σεμπίν. Ψάχνετε για την Κιράνα, έτσι δεν είναι;
Ένα ελαφρύ σοκ τους διαπέρασε. Τελικά το μικρό τους μυστικό δεν ήταν και τόσο μυστικό. Κοίταξαν το γέρο που χαμογελούσε αγναντεύοντας τη θάλασσα και χάιδευε το μούσι του. Κάπνιζε και μια πίπα. Τα βαθιά γαλάζια του μάτια ήταν ανέκφραστα. Σε μια στιγμή σκέφτηκαν να το βάλουν στα πόδια. Ο Κοράν τον ρώτησε,
- Γνωρίζεις για τη χώρα του Σεμπίν;
- Αυτό δεν έχει καμία σημασία για εσάς. Εκείνο που έχει σημασία είναι να απαντήσετε την ερώτηση που σας έχει τεθεί. Εγώ, πριν από πολλά χρόνια, δεν μπόρεσα να απαντήσω την ερώτηση αυτή και έχασα την ευκαιρία που μου δόθηκε. Σήμερα τη γνωρίζω την απάντηση αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Γέρασα και να είχα μια δεύτερη ευκαιρία δεν θα μπορούσα να κάνω πλέον αυτό το ταξίδι. Αλλά σήμερα γνωρίζω την απάντηση και κάθε μέρα, κάθε απόγευμα τέτοια ώρα, έρχομαι εδώ σε αυτό το σημείο και κοιτάζω τη θάλασσα και τον ουρανό και τα αστέρια όταν πιάνει η νύχτα και σκέφτομαι πως θα ήταν τα πράγματα,  αν τη γνώση που έχω σήμερα την είχα στην ηλικία σας, όταν αποφάσισα να ξεκινήσω και εγώ ένα ίδιο ταξίδι. Αλλά και αυτό δεν έχει καμία σημασία. Πέρασαν πολλοί από εδώ όλα αυτά τα χρόνια, αλλά όλοι γύρισαν πίσω. Κανείς τους δεν κατάφερε να μπει στο άρμα του Μοκίρ. Όλοι όμως είχαν κάτι κοινό που σε σας δεν βλέπω να υπάρχει. Κανείς σας δεν φοράει ρολόι κι αυτό μου κάνει εντύπωση, γιατί δεν θα γνωρίζετε μετά από δύο ώρες πότε η ώρα είναι εννιά για να δώσετε την απάντησή σας. Κι αυτό μου κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση, γιατί όλοι όσοι πέρασαν από εδώ φορούσαν ρολόι και μάλιστα ήταν και το πρώτο πράγμα που είχαν σκεφτεί γιατί ήθελαν να ξέρουν την ακριβή ώρα που εμφανίζεται το άρμα του Μοκίρ. Πως σας ξέφυγε αυτή η μικρή λεπτομέρεια;
Τα παιδιά κοιτάχθηκαν μεταξύ τους και στο τέλος όλοι κάρφωσαν το βλέμμα τους στον Κοράν. Πως τους είχε ξεφύγει, αλήθεια, αυτή η μικρή λεπτομέρεια; Και πως θα γνώριζαν πότε είναι εννιά η ώρα για να δώσουν την απάντηση; Ο Κοράν αισθάνθηκε λίγο άσχημα, γιατί αυτή η βασική λεπτομέρεια ήταν δική του ευθύνη. Η Κίρα το κατάλαβε..
- Είναι ευθύνη όλων μας. Δεν φταίει ο Κοράν, όλοι γνωρίζαμε την ιστορία και κανείς μας δεν το σκέφθηκε. Είναι ευθύνη όλων μας. Εξάλλου σε αυτό ταξίδι όλοι είμαστε ένα, κανείς δεν είναι μόνος του. Και τα καλά και τα κακά ανήκουν σε όλους μας.
Όλοι συμφώνησαν και ο Κοράν τους είπε ότι αφού έφτασαν μέχρι εδώ, θα καταφέρουν να βρουν και πως η ώρα θα είναι εννιά. Ρώτησε το γέρο για την ακριβή ώρα και μετά αφού υπολόγισε πόση ώρα χρειαζόταν ακόμα μέχρι τις εννιά διαίρεσε την υπολειπόμενη ώρα σε δευτερόλεπτα και ανέλαβε ο καθένας κυκλικά να μετρήσει με συγκεκριμένο ρυθμό και μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός επτά χιλιάδες. Επτά χιλιάδες δευτερόλεπτα τους χώριζαν από την κρίσιμη στιγμή. Όταν κίνησαν να φύγουν, ο γέρος τους σταμάτησε.
- Περιμένετε. Ο χρόνος μου τελείωσε. Αυτό το ρολόι που φοράω δεν το χρειάζομαι πλέον. Μπορείτε να το πάρετε και χαίρομαι που θα το πάρετε εσείς. Είναι ακριβείας. Το είχε φτιάξει ένα πολύ καλός ωρολογοποιός και το είχε δώσει στον πατέρα μου, για δώρο. Ήταν περήφανος ο πατέρας μου για το ρολόι του αυτό και εκείνη τη μέρα που κίνησα και εγώ και έφτασα εδώ του το είχα πάρει χωρίς να του το έχω ζητήσει. Βασικά αν θέλετε, το έκλεψα. Ίσως για αυτό δεν μπόρεσα να απαντήσω στην ερώτηση που ανοίγει το δρόμο για τη χώρα του Σεμπίν. Γιατί έκλεψα το χρόνο κάποιου άλλου. Σας το δίνω λοιπόν για να μπορέσετε να συνεχίσετε το ταξίδι σας. Εξάλλου η σκέψη σας θα πρέπει να είναι αφιερωμένη στην απάντηση που θα δώσετε και όχι στο να μετράτε δευτερόλεπτα. Κι αυτή τη φορά δεν κλέβετε το χρόνο μου όπως εγώ έκλεψα το χρόνο κάποιου άλλου. Πάρτε το…Έβγαλε το ρολόι από το χέρι του και το έδωσε στον Κοράν. Χαμογέλασαν και ευχαρίστησαν το γέρο. Ο γέρος σηκώθηκε και κίνησε να φύγει. Κρατούσε κι ένα μπαστούνι. Φεύγοντας τους αποχαιρέτησε με μια κουβέντα.
- Όποιος δεν μπορεί να κατανοήσει τι είναι το μπαστούνι που κουβαλάει ένας γέρος, τότε δεν μπορεί να κατανοήσει ότι φτιάχνει και το δικό του μπαστούνι την ίδια στιγμή. Η απάντηση είναι μέσα σας κι ίσως εσείς μπορέσετε να τη δώσετε. Ίσως έχετε επιλεγεί για να βρείτε την Κιράνα. Αν είναι έτσι, τότε καλά έκανα και κράτησα το ρολόι ενώ θα μπορούσα να το είχα πετάξει όλα αυτά τα χρόνια. Καλή τύχη.
Τα παιδιά τον συνόδεψαν με το βλέμμα τους.
Ο Λίνος του φώναξε, «Πως σε λένε;»
Ο γέρος απάντησε δυνατά χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του.
- Όπως και σένα, ταξιδευτή...
Ύστερα γέλασε δυνατά και συνέχισε να απομακρύνεται κουτσά, κουτσά. Χάθηκε μέσα στο σούρουπο που άρχισε να πέφτει. Τα παιδιά πήραν το δρόμο για το βράχο. Εκεί, στο βράχο, θα παιζόταν η πρώτη πράξη της περιπέτειάς τους. Ή μήπως η πρώτη πράξη είχε ήδη παιχθεί; Ή η δεύτερη, η τρίτη ή ποιος ξέρει πόσες πράξεις είχαν παιχτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο Κοράν ήταν σκεφτικός.
- Μην στενοχωριέσαι για το ρολόι. Δεν είσαι υποχρεωμένος να τα γνωρίζεις όλα, ούτε να τα σκέφτεσαι όλα, του είπε τρυφερά η Κίρα που του είχε και ιδιαίτερη αδυναμία.
- Δεν σκέφτομαι αυτό. Εκείνο που σκέφτομαι είναι ότι αν δεν ήταν να τα καταφέρουμε, αυτός ο γέρος δεν θα ήταν εδώ. Αυτό σκέφτομαι και τίποτε άλλο…
Στην πραγματικότητα σκεφτόταν αυτό που του είχε καρφωθεί εδώ και δύο ώρες στο μυαλό του. Αλλά αυτό θα τους το έλεγε την τελευταία στιγμή. Ο δρόμος που οδηγούσε στο βράχο δεν ήταν και πολύ μακρύς, γύρω στο ένα χιλιόμετρο. Ανέβηκαν το μικρό ύψωμα και μόλις έφτασαν στην κορυφή κάρφωσαν τα βλέμματά τους στη θάλασσα. Το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας έδινε μια άλλη αίσθηση στο σούρουπο. Η μαγεία της στιγμής, η προσδοκία να καβαλήσουν στο άρμα του Μοκίρ για μια χώρα άγνωστη, για μα χώρα μακρινή, τους ταξίδευε ήδη σε μια άλλη διάσταση. Τα μάτια τους είχαν πάρει ένα τελείως διαφορετικό χρώμα. Αισθανόντουσαν ότι πετούσαν πάνω από τη θάλασσα. Φανταζόντουσαν τον εαυτό τους μέσα στο άρμα, ψηλά στα αστέρια και να τα αγγίζουν με τα χέρια τους. Στη φαντασία τους είχαν αρχίσει να χαϊδεύουν τα λευκά άλογα του Μοκίρ και αυτά κάλπαζαν στον αστρικό ουρανό και τους πήγαιναν από αστέρι σε αστέρι μέχρι την μαγευτική χώρα του Σεμπίν. Ή μήπως τελικά δεν ήταν η φαντασία τους; Μήπως τελικά ο χρόνος τους είχε βρει; Αυτό θα το γνώριζαν σε μερικά λεπτά…
Γύρισαν πίσω στην πραγματικότητά τους, όταν βρήκαν το βράχο. Κάθισαν ακριβώς στην άκρη του και για λίγο σκέφτηκαν τι απαντήσεις μπορούσαν ακόμα να βρουν. Η ώρα της αλήθειας πλησίαζε. Σε λίγο νύχτωσε τελείως, σκοτείνιασε. Το φεγγάρι ήταν μισό. Κοίταζαν χωρίς να μιλάνε. Η ώρα περνούσε και γύρω στις εννιά παρά δέκα, δηλαδή δέκα λεπτά πριν από την κρίσιμη στιγμή, ο Κοράν τους ρώτησε.
- Υπάρχει άλλη απάντηση εκτός από την πέτρα;
Τα παιδιά κούνησαν αρνητικά το κεφάλι τους. Ο Κοράν συνέχισε. «Έχω εγώ κάτι. Όχι απάντηση ακόμα, απλά μια σκέψη. Θέλετε να την ακούσετε;»
Όλοι συμφώνησαν.
- Τι ήταν εκείνο που μας βασάνιζε από χθες το βράδυ που αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι; Τι ήταν εκείνο που βλέπαμε συνέχεια στη διάρκεια του ταξιδιού μας; Τι ήταν εκείνο με το οποίο στενοχωρηθήκαμε, χαρήκαμε, γελάσαμε και μας συνόδευε όλη την ημέρα σήμερα, μπορείτε να μου πείτε;
Κανείς δεν απάντησε και επειδή ο χρόνος περνούσε ο Κοράν συνέχισε.
- Το δίλημμα του Λίνου. Θα έρθει, δεν θα έρθει, το ξύλο που θα φάει. Οι εικόνες του πατέρα του και το βαρύ του χέρι. Ένα δίλημμα όχι και τόσο εύκολο για τη θέση του. Στενοχωρηθήκαμε με τη σκέψη ότι δεν θα έρθει, χαρήκαμε όταν τον είδαμε το πρωί, νευριάζαμε κάθε φορά που μας έπρηζε στη διάρκεια του ταξιδιού και μετά γελάγαμε. Και τώρα, πέντε μόλις λεπτά πριν από τις εννιά, είμαστε όλοι εδώ. Και η μαγική λέξη που λέω είναι όλοι, γιατί η Σινίτρα αν δεν είναι όλοι, δεν είναι η Σινίτρα. Η Σινίτρα είναι εδώ έτοιμη να μπει στο άρμα του Μοκίρ. Γιατί; Γιατί ο Λίνος κατόρθωσε να ξεπεράσει το φόβο του και να ακολουθήσει τους κανόνες αυτού που αγαπάει σήμερα περισσότερο από όλα. Τους κανόνες της ομάδας του, της Σινίτρας. Όχι εύκολα, αλλά το έκανε. Είμαστε όλοι εδώ γιατί ο Λίνος ξεπέρασε το φόβο του. Επομένως τι είναι πιο βαρύ από το σίδερο και κόβεται χωρίς κανένα εργαλείο, η πέτρα ή ο φόβος; Ένα από τα δύο μας βάζει στο άρμα του Μοκίρ και ένα από τα δύο μας γυρίζει πίσω στα σπίτια μας και την απάντηση θα την πάρουμε μαζί. Η πέτρα που σπάει πετώντας την από το βουνό ή ο φόβος που φεύγει όταν θελήσουμε να πάρουμε το δρόμο που αγαπάμε; Τι από τα δύο θα μας βάλει στο άρμα του Μοκίρ για τη χώρα του Σεμπίν; Έχουμε μόνο δύο λεπτά για να διαλέξουμε και αυτή θα είναι μια δική μας πραγματική επιλογή...
Ο Κοράν σταμάτησε να μιλάει, έβγαλε το ρολόι και το ακούμπησε κάτω στο χώμα. Τα παιδιά στάθηκαν σε ένα κύκλο πάνω από το ρολόι και κοιτούσαν τους δείκτες που γύριζαν. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν. Βρήκαν ένα ξύλο και το έπιασαν όλοι μαζί και έγραψαν στο χώμα, δίπλα από το ρολόι μια λέξη. Όταν έγραψαν και το τελευταίο γράμμα η ώρα ήταν ακριβώς εννιά. Η λέξη που έγραψαν όλοι μαζί ήταν, ΦΟΒΟΣ. 

Και τότε έγινε κάτι μαγικό. Ένα λευκό φως που ερχόταν κατευθείαν από ένα μακρινό άστρο άρχισε να τους πλησιάζει. Ένα λευκό φως που ερχόταν πολύ γρήγορα και στο τέλος ένα λευκό άρμα, με δώδεκα λευκά άλογα, πανέμορφα, λιτά, απέριττα, χωρίς κανένα απολύτως στολίδι επάνω τους και ο Μοκίρ. Ένα παιδί, ένα παιδί σαν και αυτά να οδηγεί το άρμα, να χαμογελάει, να τραγουδάει ένα σκοπό, ένα σκοπό που δεν είχαν ξανακούσει ποτέ στη ζωή τους «...στη χώρα του Σεμπίν σε πάει η φαντασία. Τη φαντασία θα τη βρεις εκεί που δεν υπάρχει φόβος. Τη φαντασία θα τη βρεις στη χώρα του Σεμπίν... αγάπη μου Κιράνα, στην άκρη του αλλού, εσύ κι εγώ μαζί ταξιδιώτες του λευκού....»
Ο Μοκίρ έκανε βόλτες το άρμα κι αυτός ο σκοπός από τη μαγική του φωνή ήταν για πολύ ώρα ήταν πάνω από τα κεφάλια τους. Σε λίγο σταμάτησε το τραγούδι. Το πανέμορφο λευκό άρμα στεκόταν ακριβώς πάνω τους. Είχαν γυρίσει και το κοίταζαν. Δεν είχαν δει μέχρι τότε κάτι πιο παραμυθένιο από αυτό. Λευκό χρώμα, λευκό φως παντού.
- Μπορεί να είναι το πιο όμορφο που έχετε δει μέχρι σήμερα, αλλά δεν είναι το πιο όμορφο. Υπάρχουν και άλλα όμορφα και σας περιμένουν. Τι περιμένετε λοιπόν; Άντε ανεβείτε...., τους φώναξε ο Μοκίρ.
- Πως; ξεφώνισαν όλοι μαζί.
- Τι πως; Δεν ξέρετε πως να ανεβείτε; Πλάκα έχετε..
Το γέλιο του ήταν παραμυθένιο. Τα παιδιά κοιτάχθηκαν μεταξύ τους. Πατούσαν στη γη, το άρμα ήταν πάνω τους, ο Μοκίρ χαμογελούσε και αυτά δεν ήξεραν πως να ανέβουν.                           
 - Δεν μπορώ να περιμένω πολύ. Αν δεν ανεβείτε θα φύγω. Σας το λέω , δεν μπορώ να περιμένω πολύ. Ο χρόνος έχει τις δικές του πύλες. Και θα χάσετε το χρόνο. Αρκετά δεν κουραστήκατε σήμερα για να τον βρείτε;
Η Κίρα ήταν κατενθουσιασμένη. Από αυτήν ξεκίνησαν όλα. Δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της και ξαφνικά φώναξε,
- Ας πετάξουμε, ας πετάξουμε για το άρμα του Μοκίρ…
Όλοι χαμογέλασαν και φώναξαν, «Ας πετάξουμε, ας πετάξουμε, πως αλλιώς θα ανεβούμε αν δεν πετάξουμε; Δεν υπάρχει σκάλα…» Πιάστηκαν χέρι, χέρι και γελώντας άρχισαν να χοροπηδάνε για να πετάξουν. Ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να ανεβαίνουν προς τα ψηλά, σαν μια δύναμη να τους τραβούσε προς τα πάνω και σε μια στιγμή βρέθηκαν μέσα στο πανέμορφο άρμα, δίπλα στο Μοκίρ που τους κοιτούσε γελώντας. Και μόλις επιβιβάσθηκαν στο περίεργο αυτό όχημα ο οδηγός τους ξανάρχισε το βιολί του «...στη χώρα του Σεμπίν σε πάει η φαντασία. Τη φαντασία θα τη βρεις εκεί που δεν υπάρχει φόβος. Τη φαντασία θα τη βρεις στη χώρα του Σεμπίν... αγάπη μου Κιράνα, στην άκρη του αλλού, εσύ κι εγώ μαζί, ταξιδιώτες του λευκού....»
Τράβηξε τα ηνία και είπε μια λέξη.
- Σάβιρα…
Και το άρμα άρχισε να τρέχει. Τα πανέμορφα άλογα κάλπαζαν στον ουρανό λες και πατούσαν στη γη και ο Μοκίρ φώναζε,
- Σάβιρα, σάβιρα, για τη χώρα του Σεμπίν....
Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Βόλτα στα αστέρια μέσα σε ένα πανέμορφο λευκό άρμα. Δεν χρειαζόταν να δεθούν, δεν χρειαζόταν να βάλουν ζώνες ασφαλείας, τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν στο άρμα του Μοκίρ. Όσες τούμπες και αν έκανε, όσες στροφές και αν έφερνε, είτε πετούσε ίσια, είτε πετούσε ανάποδα, δεν έπεφτε κανείς. Ο Μοκίρ έκανε διάφορα και τα παιδιά είχαν ξελιγωθεί στο γέλιο. Η χαρά τους ήταν απέραντη, ο ενθουσιασμός τους ήταν απίστευτος και ο Μοκίρ, αυτός ο υπέροχος οδηγός, φρόντιζε να κάνει τα πάντα με τα μαγικά του άλογα για να τα διασκεδάζει. Εξάλλου το άξιζαν. Μόνο τα παιδιά της Σινίτρα θα μπορούσαν να καταλάβουν ότι για να μπεις στο άρμα του Μοκίρ πρέπει να ξεπεράσεις το φόβο σου. Και δεν ήταν αλήθεια; Μπορεί ο καθένας να κάνει τούμπες στα αστέρια χωρίς να είναι δεμένος ; Οι περισσότεροι φοβούνται και μόνο με την ιδέα ότι θα αφήσουν τα πόδια τους από τη γη. Σίγουρα το άξιζαν και για το λόγο αυτό ο Μοκίρ δεν έπαιρνε στο άρμα του τον οποιονδήποτε.

(συνεχίζεται )


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου